Legislator Case Law & Legislation
995/2007 AI generated

Supreme Court orders retrial due to unresolved ownership status after expropriation proceedings.

Case Number 995/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered a retrial of the civil action regarding disputed land ownership. The appellants claimed the land had been expropriated for public use, while the respondents argued they still held title or lacked ownership. The court found the evidence insufficient to confirm whether the third parcel had legally been expropriated, which is crucial for determining the plaintiffs' standing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 254 of the Code of Civil Procedure; The court must order a retrial when the completion of expropriation proceedings is unclear and directly affects the plaintiff's active standing.

Keywords

AI generated
expropriation active standing retrial order public use ownership dispute procedural standing evidence insufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 254 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 28/1979
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 995 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων: Α. 1. Χ1, 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ματθαίο, 3. ...., 4. ....., με επαγγελματική διεύθυνση ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Γεωργίου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, ως κληρονόμων του Χ1 και Χ3, σαν οριστικού κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς του Χ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των καθών η κλήση: 1. ..., 2. ..., 3. ...., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μαυρολέοντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 1960 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11864/24-8-1960) διεκδικητική αγωγή, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της ως άνω εκδόθηκαν οι 11297/1863 μη οριστική και 15911/1967 οριστική αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκαν οι 2464/1969, 1176/1972, 620/1973, 5673/1974 προδικαστικές και 5105/1976 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, μετά από άσκηση αναίρεσης εκδόθηκε η 752/1978 απόφαση του Α΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω 5105/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο Γ΄ Πολιτικό Τμήμα του Δικαστηρίου τούτου. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 806/198, 387/1982, 2031/1983 και 1817/1987 μη οριστικές αποφάσεις του Δ΄Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τουύτου. Η υπόθεση, μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις και αναβολές, εισάγεται εκ νέου για συζήτηση με την από 22 Νοεμβρίου 2005 κλήση των ως άνω καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α. καλούντων και ο υπό στοιχείο Β. καλών Χ3, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ζήτησαν προφορικά αλλά και με τις προκατατεθείσες προτάσεις τους, την απόρριψη της από 20 Αυγούστου 1960 αγωγής, ο πληρεξούσιος των καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή με την από 22-11-2005 κλήση των καθολικών διαδόχων του εκ των εναγομένων Χ1 και του οριστικού κηδεμόνα της κληρονομίας του άλλου εναγομένου Χ2 επαναφέρεται νομίμως προς περαιτέρω συζήτηση και εκδίκαση η από 20-8-1960 διεκδικητική αγωγή των καθών η κλήση μετά την 2031/1983 απόφαση του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, επιληφθέντος κατά παραπομπή με την 752/1978 αναιρετική απόφαση του Α΄ Τμήματος, και τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε η ανωτέρω πρώτη απόφαση.

ΙΙ. Επειδή από τις καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων, από τα διαδικαστικά και όλα τα άλλα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, από τη διενεργηθείσα από το Εφετείο αυτοψία και από όλες τις εκθέσεις των διεξαχθεισών δικαστικών πραγματογνωμοσυνών και όλες τις προσκομιζόμενες λοιπές τεχνικές εκθέσεις αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Μετά την, με την προαναφερόμενη 752/1978 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, αναίρεση της 5105/1976 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της 15911/1967 οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή, εκδόθηκε η 806/1981 απόφαση του κατά παραπομπή δικάσαντος την ουσία της υποθέσεως Γ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή, αφού ανακλήθηκαν οι μνημονευόμενες προδικαστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες είχαν διαταχθεί νέες πραγματογνωμοσύνες, έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη, την οποία διενήργησαν οι νομίμως διορισθέντες ως πραγματογνώμονες, τοπογράφοι μηχανικοί .....

και ...., οι οποίοι συνέταξαν και κατέθεσαν την από 10-2-1983 κοινή κατά ένα μέρος και ξεχωριστή κατά άλλο μέρος γνωμοδότηση με την οποία δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ενιαίο συμπέρασμα σε σχέση με τα εριζόμενα ζητήματα της κατευθύνσεως της νότιας οριογραμμής του μεγαλύτερης εκτάσεως κτήματος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των τμημάτων του επίδικου που περιλαμβάνονται στους δικαιοκτητικούς τίτλους αυτών και των εναγομένων, αλλά, αφού και οι δύο δέχονται ότι το επίδικο έχει ολική έκταση 2.482 τ.μ.

περίπου ο μεν πρώτος αποφαίνεται ότι το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, εμβαδού 2.181,90 τ.μ. περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους και το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 300 τ.μ., στους τίτλους των εναγομένων, ο δε δεύτερος ότι το μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 1.349,50 τ.μ., περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγομένων και το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 1.132,50, στους τίτλους των εναγόντων, ενώ κατ΄ αμφοτέρους τμήμα του όλου επιδίκου, 430 τ.μ.

περίπου, καταλαμβάνεται από τη διαχωρίζουσα αυτό οδό .... Ενόψει της ανωτέρω διαφοροποιήσεως των δύο πραγματογνωμόνων και των αντίθετων και αλληλοσυγκρουομένων μεταξύ τους πορισμάτων των προγενέστερων πραγματογνωμοσυνών και τεχνικών εκθέσεων, το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου, στο οποίο με κλήση των εναγόντων επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση, με την 2031/1983 απόφασή του, έκρινε αναγκαία και διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης και όρισε πραγματογνώμονα τον ....., τοπογράφο μηχανικό, καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί των προαναφερομένων ουσιωδών ζητημάτων.

Ο πραγματογνώμονας αυτός διεξήγαγε την πραγματογνωμοσύνη και κατέθεσε την από 21-9-1987 έκθεσή του, με την οποία συμφωνεί με την πιο πάνω γνωμοδότηση του προηγούμενου πραγματογνώμονα ..... ΄Ηδη οι μεν ενάγοντες μάχονται υπέρ της ορθότητας της γνωμοδοτήσεως των αμέσως πιο πάνω δύο πραγματογνωμόνων, ενώ οι διάδοχοι των αρχικώς εναγομένων δέχονται ως ορθή, εκτός άλλων, τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα .....

Αλλά, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση του τελευταίου αυτού πραγματογνώμονα, αυτή συνοδεύεται από τα σχεδιαγράμματα, στα οποία αναφέρονται τα επί μέρους συμπεράσματά του και στο τελικό με αριθμό 1/1 φέρεται να διαλαμβάνεται αναλυτικό υπόμνημα περί των στοιχείων του επιδίκου και των τμημάτων που κατ΄ αυτόν περιλαμβάνονται στους δικαιοκτητικούς τίτλους των εναγόντων και των εναγομένων.

Τα σχεδιαγράμματα, όμως, αυτά, τα οποία είναι αναγκαία για την κατανόηση της γνωμοδοτήσεως του πραγματογνώμονα αυτού και την αξιολογική συσχέτισή της με τις γνωμοδοτήσεις των άλλων πραγματογνωμόνων και τις τεχνικές εκθέσεις, δεν προσκομίζονται. Περαιτέρω αποδεικνύονται τα ακόλουθα. Το επίδικο ακίνητο, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνημμένο σε αυτή σχεδιάγραμμα με τον αριθμό 5 του .....

εικονιζόμενο με το στοιχείο Ε1 και τεμνόμενο από την οδό .... , διαχωρίζεται σε τρία τμήματα. Το πρώτο τμήμα, εμφαινόμενο με το στοιχείο Ε1/γ΄, έχει συνολική έκταση 1.177 τ.μ., συνορεύει ανατολικώς με την οδό .... δυτικώς με αμφισβητούμενη μεταξύ των διαδίκων έκταση, βορείως με έκταση των εναγόντων και πέραν αυτής με την οδό .....

και νοτίως με την οδό ..... Οι ενάγοντες ομολογούν, ότι το τμήμα αυτό του επιδίκου περιλαμβάνεται στο οικοδομικό τετράγωνο ... του πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου ...το οποίο, ολόκληρο, με τη 330/1998 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου αυτού, που δημοσιεύτηκε νομίμως, έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή κτιρίων Δημαρχείου, εγκαταστάσεως δημόσιων υπηρεσιών, δημοτικής αγοράς, και πολιτιστικών εκδηλώσεων και ότι η απαλλοτρίωση αυτή έχει ήδη συντελεστεί.

Κατά συνέπεια, με τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως ο Δήμος ....έχει αποκτήσει την κυριότητα του πιο πάνω τμήματος, του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο κι΄ έτσι ως προς αυτό η ένδικη διεκδικητική αγωγή πάσχει πλέον από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως (ΑΠ 28/1979). Το δεύτερο τμήμα του επιδίκου, εκτεινόμενο ανατολικώς του προηγουμένου, εικονίζεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα .....

με το στοιχείο Ε1/β΄, έχει συνολική έκταση 428 τ.μ. και καταλαμβάνεται από την οδό ..... Η οδός αυτή, όπως και οι ενάγοντες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή τους, έχει διαμορφωθεί και τεθεί στην κοινή χρήση από το έτος 1937 κι΄ έτσι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής αυτής (το έτος 1960) το εν λόγω τμήμα του επιδίκου δεν κατείχαν και δεν το νέμονταν οι εναγόμενοι.

Τέλος, το τρίτο τμήμα του επιδίκου εκτείνεται ανατολικώς της ανωτέρω οδού ...., εικονίζεται στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία Ε1/α και έχει συνολική έκταση 877 τ.μ.. Οι ενάγοντες, με τις προτάσεις τους αναφερόμενοι στα συμπεράσματα του ανωτέρω πραγματογνώμονα, δέχονται ότι και το τμήμα αυτό μαζί με άλλη συνεχόμενη έκταση έχει απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς υπέρ του Ο.Σ.Κ., αλλά δεν διευκρινίζουν, ανέχει συντελεστεί με νόμιμο τρόπο (παρακατάθεση της αποζημιώσεως, που καθορίστηκε προσωρινώς ή οριστικώς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δημοσίευση της γενομένης καταθέσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) ή όχι η απαλλοτρίωση αυτή, ούτε τούτο αποδεικνύεται πλήρως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Το ζήτημα αυτό ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι σε καταφατική περίπτωση η κυριότητα του πιο πάνω τμήματος του επιδίκου έχει περιέλθει κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον υπερού η απαλλοτρίωση τρίτο με πρωτότυπο τρόπο, με αποτέλεσμα, κι΄ αν οι ενάγοντες ήταν προηγουμένως κύριοι αυτού, να έχει πλέον εκλείψει η διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της κρινομένης αγωγής.

Κατ΄ ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων, το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί, κατ΄ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση αφενός μεν να προσκομίσουν οι εναγόμενοι τα σχεδιαγράμματα, που συνοδεύουν τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα ...., αφετέρου δε να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι για να παράσχουν διασαφήσεις και διευκρινήσεις σχετικές με το ζήτημα της συντελέσεως ή μη της υπέρ του Ο.Σ.Κ.

αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ανατολικώς της οδού ..... κειμένου τμήματος του επιδίκου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο της ένδικης αγωγής, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση να διενεργηθούν τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσης αποφάσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ