Supreme Court allows appeal against appeal court decision regarding future employment damages and business management capacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to properly assess his future employment prospects and management capabilities for a taverna business. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the uncertainty of future profits and the appellant's lack of demonstrated management skills.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further trial when the lower court fails to adequately address arguments concerning future damages or specific professional capacities, requiring a new composition of the appellate panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 994 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 994 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Καπετανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Χ., 2) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, παριστάμενη στην θέση της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG" δυνάμει οιονεί καθολικής διαδοχής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 4/5/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/495-1020/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2711/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 10/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 10/3/2010 αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον τέταρτο λόγο της όπως συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθ. 3587 Γ' και 3586 Γ'/ 6-7-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Δήμου Εδέσσης ..., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από α αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δυο πρώτους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.
Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, παρά την απουσία των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως, από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωση της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθούν, όλοι οι όροι της αποζημίωσης για τη μέλλουσα αυτή ζημία.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:"Όπως αποδείχθηκε, από τα προρηθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ο ενάγων, συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του κατέστη μόνιμα ανάπηρος κατά ποσοστό 67% και με την από 8/9/2004 γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ Γιαννιτσών, με την οποία η πάθηση του κρίθηκε χρόνια και κατόπιν σε ποσοστό 72% με την από 18.10.2006 γνωμάτευση της ίδιας ως άνω, πρωτοβάθμιας Υγειονομικής επιτροπής για το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 30/9/2008, ενώ άλλωστε λόγω της κατάστασης της υγείας του κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση και του χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτήν.
Επίσης, κατέστη ανίκανος προς εργασία και συνεπώς υπέστη αποθετική ζημία από την απώλεια των αποδοχών που με βεβαιότητα θα ελάμβανε για την εργασία του ως εργάτης στη Δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Γιαννιτσών αλλά και εργαζόμενος παράλληλα ως σερβιτόρος στο εστιατόριο που διατηρεί ο πατέρας του στην πόλη των Γιαννιτσών, τις οποίες θα συνέχιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με κανονικές συνθήκες, αν δεν μεσολαβούσε η ως άνω βλάβη του σώματός του από το ατύχημα.
Ειδικότερα, προ του ατυχήματος εργαζόταν ως εργάτης στην ως άνω Δημοτική επιχείρηση, με σύμβαση ορισμένου χρόνου από 12/7/2000 έως 12/7/2004 και με καθαρές μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 737,4 3 ευρώ πλέον των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του 15νθήμερου επιδόματος αδείας, ενώ μετά το ατύχημα λαμβάνει ως σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ Γιαννιτσών το ποσό των 258,36 ευρώ μηνιαίως [βλ.
από 31/1/2004 βεβαίωση αποδοχών της ΔΕΥΑ Γιαννιτσών και το υπ' αριθμ. πρωτ. 4315/2007 έγγραφο του ΙΚΑ Γιαννιτσών]. Επομένως, από της 11/1/2003, οπότε συνέβη το ατύχημα, μέχρι και τις 12/7/2004 [χρόνος λήξεως της ως άνω σύμβασης ορισμένου χρόνου],ο ενάγων απώλεσε λόγω του ατυχήματος και της ανικανότητάς του για εργασία, το ποσό των 479,07 ευρώ μηνιαίως [737,43 - 258,36] και συνολικά το ποσό των 8.623,26 ευρώ [479,07 επί 18 μήνες].
Επίσης, απώλεσε τα ποσά των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των ετών 2003 και 2004, ανερχόμενα συνολικά στο. ποσό των 1.916,28 ευρώ [734 - 258,36 = 479,07 επί 2 = 958,14 και 737,43 - 258,36 = 479,07 δια 2 = 239,53 επί 2 = 479,07 και 239,53 επί 2 = 479,07]. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, ο ενάγων απώλεσε για την ανωτέρω αιτία εισοδήματα συνολικού ποσού 10.539,54 ευρώ [8.623,26 συν 1.916,28].
Περαιτέρω, παράλληλα με την παραπάνω εργασία του, ο ενάγων εργαζόταν τις βραδυνές ώρες και ως σερβιτόρος στο εστιατόριο που διατηρεί ο πατέρας του στα Γιαννιτσά. Στο συγκεκριμένο κατάστημα, που λειτουργούσε το πρωί ως πατσατσίδικο και τις υπόλοιπες ώρες ως εστιατόριο - ταβέρνα, απασχολούνταν κατά μέσο όρο τρεις με τέσσερις σερβιτόροι, ήταν χωρητικότητας είκοσι περίπου τραπεζιών και εξυπηρετούνταν περίπου 60 πελάτες ημερησίως λόγω της καλής του φήμης στην περιοχή, ενώ από κάθε τετραμελή παρέα από αυτούς (πελάτες) το κατάστημα αποκόμιζε κέρδος περίπου 200 ευρώ ημερησίως. Ο ενάγων απώλεσε, λόγω του ατυχήματος και της ανικανότητας του για εργασία ως σερβιτόρος στο ως άνω κατάστημα από τις 11/1/2003 μέχρι και τις 31/12/2004, το ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως, αποτελούμενο από 200 ευρώ εκ φιλοδωρημάτων των πελατών και από 250 ευρώ που του προσέφερε ως επιμίσθιο ο πατέρας του, ήτοι απώλεσε συνολικά το ποσό των 10.800 ευρώ (450 Χ 24 μήνες).
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει ότι η υποτιθέμενη μελλοντική ανάληψη της διεύθυνσης της ταβέρνας - πατσατζίδικου του πατέρα του συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο αιτιωδώς με τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγων, ενώ το προσδοκώμενο κέρδος από τη μελλοντική εκμετάλλευση της ταβέρνας, πέραν του ότι είναι ασαφές και αβέβαιο, δεν σχετίζεται αιτιωδώς με τον ενάγοντα, ούτε είχαν ληφθεί τα σχετικά προπαρασκευαστικά μέτρα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 298 ΑΚ.
Εξάλλου, ο ενάγων ήδη από το έτος 2000, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην αγωγή του, ξεκίνησε να εργάζεται ως εργάτης στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης του Δήμου Γιαννιτσών, δηλαδή ξεκίνησε μία άλλη καριέρα από αυτήν του εργαζόμενου σε ταβέρνα. Η κύρια δραστηριότητα αυτού ήταν να εργάζεται επί οχταώρου βάσεως στο συγκεκριμένο τομέα, ενώ όπως αναφέρουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι Χ.
Κ. και Σ. Α., ο ενάγων αποκόμισε χρήσιμες γνώσεις ως υδραυλικός που θα μπορούσε να τις αξιοποιήσει και ο ίδιος. Βέβαια δεν αρκεί μόνον η. εμπειρία για να γίνει κάποιος υδραυλικός, καθώς απαιτείται φοίτηση σε τεχνική σχολή [του ΟΑΕΔ], ωστόσο αδιαμφισβήτητη διαπίστωση αποτελεί ότι ο ενάγων από το 2000 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2003 που έλαβε χώρα το ατύχημα ως προς το επάγγελμά του είχε τις ανωτέρω προσλαμβάνουσες παραστάσεις, οι οποίες μπορούσαν να θεωρηθούν ως προπαρασκευαστικά μέτρα, ήτοι προϋπηρεσία και μισθός επί του ανωτέρω αντικειμένου.
Η απασχόληση του στην ταβέρνα του πατέρα του δεν αποδεικνύεται ότι ήταν σταθερή, μόνιμη και αποτελούσε την κύρια επιλογή του για το επαγγελματικό του μέλλον. Άλλωστε, στην αρχική αγωγή του ο ενάγων έλεγε ότι δούλευε τα σαββατοκύριακα και εισέπραττε τα φιλοδωρήματα. Το ότι εκ των υστέρων επικαλέστηκε καθημερινή εργασία είναι μια προσπάθεια του ενάγοντα να πείσει ότι λάμβανε δήθεν τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα για την μελλοντική ανάληψη της ταβέρνας, γεγονός όμως που καταρρίπτεται από την ίδια την πραγματικότητα της κύριας ενασχόλησης με τη θέση του εργάτη στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης του Δήμου Γιαννιτσών.
Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του τον είχε δηλώσει στο ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ, ως υπάλληλο του, με μισθό και ασφάλιση στο ΙΚΑ. Αντίθετα, ο ενάγων επικαλείται ότι, ενώ μέχρι το ατύχημα ήταν εργάτης στο Δήμο Γιαννιτσών, μετά το ατύχημα θα άλλαζε επάγγελμα και θα γινόταν, ούτε καν σερβιτόρος αλλά ελεύθερος επαγγελματίας, ήτοι θα διοικούσε ιδιόκτητη ταβέρνα.
Ο ενάγων, όμως, επικαλείται μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα, τα οποία δεν μπορούν να αποδειχθούν με βάση τα όσα έκανε μέχρι την ημέρα του τραυματισμού του, καθώς άλλη ήταν η πορεία της ζωής του, ενώ ισχυρίζεται αόριστα ότι θα άλλαζε μελλοντικό επάγγελμα, θα ασκούσε ένα επάγγελμα που δεν είχε σχέση ακόμα και με την υποτιθέμενη περιστασιακή βοηθητική του εργασία ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του πατέρα του, καθότι το να διοικείς μία ταβέρνα σημαίνει να ενεργείς ως ελεύθερος επαγγελματίας-έμπορος, ήτοι με έσοδα και έξοδα και υποχρεώσεις τα οποία ουδέποτε στο παρελθόν θα είχε, γεγονός που συνάγεται ότι ο ενάγων μελλοντικά έπρεπε να εκδώσει στο όνομα του άδεια Υγειονομικού καταστήματος και να αναλάβει σε ηλικία 24 ετών τη διοίκηση μίας επιχείρησης, γεγονός που ουδέποτε στο παρελθόν είχε κάνει.
Αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά και χωρίς καμία διοικητική εμπειρία αυτή την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα προχωρούσε και θα ασκούσε με επιτυχία αυτή τη δραστηριότητα η καν ότι θα είχε έσοδα. Σε κανένα ελεύθερο επάγγελμα η στο εμπόριο τα έσοδα και η πελατεία δεν είναι δεδομένα.
Τέλος, είναι αδύνατος ο εκ των προτέρων προσδιορισμός της μελλοντικής και αβέβαιης αυτής ζημίας, η οποία εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες κατά συνέπεια το αιτούμενο κονδύλιο θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Εξάλλου, αναφορικά με την επικουρική βάση της κριθείσας πρωτόδικης 492/2007 αγωγής, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μετά τη λήξη της τετραετούς συμβάσεως του με το Δήμο Γιαννιτσών, θα συνέχιζε να εργάζεται ως εργάτης μέχρι το 65° έτος της ηλικίας του".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς , και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος στην ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 929 ΑΚ. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο για να οδηγηθεί στην απόρριψη των αγωγικών κονδυλίων αποθετικής ζημίας του χρονικού διαστήματος από 1/1/2005 έως το τέλος του 2046, και για να δικαιολογήσει την ανυπαρξία οποιασδήποτε αναγκαίας πρόβλεψης και λήψης των αναγκαίων προπαρασκευαστικών μέτρων για την άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος για το ίδιο ένδικο χρονικό διάστημα κατά κύριο λόγο του επαγγέλματος του εστιάτορα στο ιδιόκτητο εστιατόριο του πατέρα του μετά τη συνταξιοδότηση εκείνου από 1/1/2005 ότι "ο αναιρεσείων ενόψει της απασχολήσεως του ως εργάτης στη Δημοτική επιχείρηση του Δήμου Γιαννιτσών είχε ξεκινήσει μια άλλη καριέρα οχτάωρης απασχόλησης που δεν οδηγούσε στον προγραμματισμό για τις πιο πάνω μελλοντικές απασχολήσεις του εστιάτορα και του εργάτη υδραυλικών μετά την 1/1/2005".
Συμπληρωματικά δε δέχεται επίσης η προσβαλλόμενη ότι "η λήψη των αναγκαίων προπαρασκευαστικών μέτρων για τη μελλοντική ανάληψη της ταβέρνας εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταρρίπτεται από την ίδια πραγματικότητα της κύριας ενασχόλησης του με τη θέση του εργάτη στη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Γιαννιτσών".
Παρά τις πιο πάνω παραδοχές στη συνέχεια τελείως αντιφατικά δέχεται το Εφετείο ότι "η απασχόληση του αναιρεσείοντος στη Δημοτική Επιχείρηση του Δήμου Γιαννιτσών ήταν ορισμένου χρόνου και ότι και μετά τη λήξη του χρόνου αυτού δεν θα συνέχιζε ο αναιρεσείων να εργάζεται στην ίδια εργασία", παραδοχές που αναιρούν ουσιαστικά τις αντίθετες παραδοχές που προαναφέρθηκαν και κατά κύριο λόγο στηρίζουν το πόρισμα σχετικά μετ' αντίστοιχα απορριφθέντα αγωγικά κεφάλαια.
Περαιτέρω, το Εφετείο, ενώ με τις ίδιες αντιφατικές παραδοχές του κρίνει αβάσιμα τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια αποθετικής ζημίας, λόγω της μη απόδειξης της λήψης των αναγκαίων προπαρασκευαστικών μέτρων εκ μέρους του αναιρεσείοντος και της μη απόδειξης της μέλλουσας ζημίας ως πιθανής κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στη συνέχεια με άλλες ασαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι δεν πιθανολογήθηκε η εκ μέρους του ενάγοντος μελλοντική ενασχόληση του με την επιχείρηση ταβέρνας του πατέρα του από το γεγονός ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε αναλάβει τη διοίκηση παρόμοιας επιχείρησης, για την οποία επί πλέον θα έπρεπε να εκδώσει στ' όνομά του άδεια υγειονομικού καταστήματος, χωρίς ειδικότερα να διευκρινίζει το Εφετείο ποίες ήταν οι αναγκαίες ικανότητες διοικήσεως που έπρεπε να διαθέτει ο ενάγων και δεν διέθετε, αλλά και για ποιο λόγο θ' αντιμετώπιζε πρόβλημα στο να εκδώσει στο ονομά του νέα άδεια υγειονομικού ενδιαφέροντος για την ταβέρνα του πατέρα του.
Επίσης, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι το προσδοκώμενο κέρδος από τη μελλοντική εκμετάλλευση της ταβέρνας ήταν ασαφές και αβέβαιο, σε προηγούμενη σκέψη του δέχεται ότι το κατάστημα λόγω της καλής του φήμης εξυπηρετούσε περίπου 60 πελάτες ημερησίως με 3 ή 4 σερβιτόρους σε 20 τραπέζια, και από κάθε τετραμελή παρέα αποκόμιζε κέρδος περίπου 200 € ημερησίως, χωρίς να διευκρινίζει για ποιο λόγο η ίδια επιχείρηση υπό την ενδεχόμενη μελλοντική διεύθυνση του ενάγοντος δεν θα συνέχιζε να αποκομίζει τα ίδια κέρδη, εν όψει και των λοιπών παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε βράδυ στο κατάστημα με αμοιβή, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν ήταν ξένος ούτε αμέτοχος της εν γένει λειτουργίας της επιχείρησης.
Και τέλος δεν προσδιορίζει τους αστάθμητους παράγοντες οι οποίοι καθιστούν αδύνατο τον εκ των προτέρου προσδιορισμό της μελλοντικής ζημίας του αναιρεσείοντος, ενώ περαιτέρω, σχετικά με την επικουρική βάση της αγωγής, μολονότι το εν λόγω δικαστήριο δέχεται ότι ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια της εργασίας του στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Δήμου Γιαννιτσών, εμπειρία και γνώσεις υδραυλικού, δεν αιτιολογεί καθόλου γιατί αυτός δεν θα μπορούσε μετά τη λήξη ορισμένου χρόνου συμβάσεως του στην πιο πάνω επιχείρηση να ασκήσει το επάγγελμα του εργάτη βοηθού υδραυλικού.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης που αμφότεροι εκτιμώνται ως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ο δεύτερος από τους λόγους αυτούς παραδεκτά συμπληρώθηκε με την κατατεθείσα εισήγηση κατ' άρθρον 562 παρ.4 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος όσο έχουν σχέση με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγικών κονδυλίων αποθετικής ζημίας του χρονικού διαστήματος από 1/1/2005 έως το τέλος 2046 και έχουν σχέση με την μελλοντική απασχόληση του αναιρεσείοντος ως εστιάτορα και επικουρικά ως εργάτη υδραυλικού να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2711/09 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης κατά το εις το σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο κατά το αναιρούμενο μέρος της που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5-4-2011
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16-6-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ