Supreme Court allows appeal against appeal court decision due to improper service of summons violating procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the second ground of the appeal against the Aegian Court of Appeal's decision. The appellant argued that the respondent was improperly summoned for the appeal hearing, violating the 60-day service requirement under Article 498 of the Code of Civil Procedure. The Court found the lower court erred by relying on an unsworn affidavit regarding the service date without proving the specific legal prejudice required to invalidate the summons. Consequently, the appeal was granted, the decision was annulled, and the case was remitted for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498, 159, 559, 580 of the Code of Civil Procedure: A summons served outside the statutory period invalidates the hearing only if specific procedural prejudice regarding defense preparation is proven; failure to do so constitutes a ground for annulment and remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 991 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. θυγ. Α. Χ., συζ. Χ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Ν. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α) Ανθίππη Ζαννάρα και β) Ιωάννη Πέππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 30-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2010 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Αιγαίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2010 αίτησή της και με τους από 22-9-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 20-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 § 1 του ν. 2915/2001, η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων που διαμένουν στην ημεδαπή, για τη συζήτηση ενδίκου μέσου, είναι εξήντα ημέρες. Το εκπρόθεσμο της κατά το ανωτέρω άρθρο κλήτευσης του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή της επίκλησης και απόδειξης πρόκλησης δικονομικής βλάβης και συγκεκριμένα περί την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και, αφού αντέταξε πλήρη υπεράσπιση για την υπόθεση, ζήτησε την απόρριψή της (αίτησης αναίρεσης). Με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και συγκεκριμένα στις 9-11-2011, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της Γραμματέως, ο αναιρεσίβλητος προέβαλε το εκπρόθεσμο της κλήτευσής του, ισχυριζόμενος ότι κλητεύθηκε για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης στις 26-9-2011, ήτοι 32 ημέρες προ της δικασίμου (της 2-11-2011), με συνέπεια να μη έχει τον απαιτούμενο χρόνο για προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι προβλήθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης.
2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 974, 1041, 1043, 1045, 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. Προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, τις πράξεις νομής του στο ακίνητο, όπως τέτοιες είναι η καλλιέργεια, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση και η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, αφενός, λόγω μη επαρκούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου και ειδικότερα λόγω μη αναφοράς του δυτικού ορίου του και, αφετέρου, λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένων πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 26-11-2007 έφεσης της αναιρεσείουσας, η τελευταία δεν προέβαλε συγκεκριμένη ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής για τον προεκτεθέντα λόγο.
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του από 30-8-2006 δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, περιέχονται σ' αυτό, αναφορικά με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμηση της εν λόγω αγωγής και ειδικότερα αναφέρονται οι πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του (καλλιέργεια, εκμίσθωση, οριοθέτηση, επίβλεψη), οι οποίες εμπίπτουν στον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας.
Δεν ήταν δε απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, για το ορισμένο της αγωγής ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων νομής μέσα στο χρόνο χρησικτησίας. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά την αναιρεσείουσα, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου της έφεσής της.
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση το χρόνο έναρξης της ισχύος του από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) και προσδιοριστικό κριτήριο την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 22 του ν.2915/2001), η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 21-3 -2006. Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη η συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος, (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94, 96, 97, 142 και 143 του ΚΠολΔ, η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητό του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα.
Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε με ρήτρα σε σύμβαση (που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις). Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος.
Από τις ίδιες διατάξεις και εκείνη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, που υπέγραψε το ένδικο μέσο της έφεσης, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο θεωρείται μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο ότι είναι ο πληρεξούσιος και αυτοδικαίως αντίκλητος του εκκαλούντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με το ένδικο μέσο δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση για την πρώτη συζήτηση της έφεσης.
Έτσι, κατά μείζονα λόγο, είναι αντίκλητος δεκτικός παραλαβής και της κλήσης του αντιδίκου του εκκαλούντος, για να παραστεί σε ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφο κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν θεωρείται όμως αντίκλητος του εκκαλούντος ο δικηγόρος που υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος του την κλήση-γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, η οποία (κλήση) επιδίδεται με παραγγελία του στον αντίδικο (του εκκαλούντος), εφόσον αυτός (δικηγόρος) δεν έχει υπογράψει το ένδικο μέσο της έφεσης.
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, σχημάτισε την προαναφερθείσα κρίση του για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία οδηγήθηκε στην παραδοχή της διεκδικητικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της αντίθετης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής της αναιρεσείουσας, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και από την ειδικά μνημονευόμενη στην απόφαση .../29-4-2009 ένορκη βεβαίωση του Μ.
Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Καλλιόπης Τριανταφύλλου, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος-εφεσίβλητος, και κατά τη λήψη της δεν παρέστη η αναιρεσείουσα. Στην απόφαση το Εφετείο διαλαμβάνει, σχετικά με την κλήτευση της αναιρεσείουσας, πριν από τη σύνταξή της, τα εξής: "(Η ως άνω βεβαίωση) ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση της εκκαλούσας, από τον εφεσίβλητο που την προσκομίζει (βλ.
την 7673/24-9-2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ...), αφού η κλήση επιδόθηκε στην ορισθείσα για την παρούσα δίκη πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας Μαριάννα Αγγελίδου, η οποία πριν από την εν λόγω κλήτευση υπέγραψε ως πληρεξούσια δικηγόρος της την από 22-4-2009 κλήση- γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και παραγγελίας της 37011/28-4-2009 ένορκης βεβαίωσης".
Σύμφωνα, όμως, με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίδοση της κλήσης στην πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας πριν την 30-4-2009, οπότε συζητήθηκε στο Εφετείο η υπόθεση και η τελευταία παραστάθηκε δια της εν λόγω δικηγόρου, δεν ήταν νόμιμη, διότι η πληρεξούσια δικηγόρος της, η οποία και δεν είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της έφεσης, δεν είχε καταστεί αντίκλητός της κατά το χρόνο της επίδοσης της κλήσης για την εξέταση του προαναφερθέντος μάρτυρα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ως άνω δικηγόρος Μαριάννα Αγγελίδου εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα (και) κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της έφεσης, ήτοι κατά την 23-10-2008 και υπέβαλε (για λογαριασμό της) αίτημα αναβολής της συζήτησης, το οποίο έγινε δεκτό από το Εφετείο και ορίστηκε ως νέος χρόνος συζήτησης η παραπάνω δικάσιμος της 30-4-2009, δεν προσδίδει την ιδιότητα της αντικλήτου στην εν λόγω δικηγόρο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος (για πρώτη φορά) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Τούτο γιατί δεν αποδεικνύεται ότι κατά την ως άνω δικάσιμο της 23-10-2010, κατά την οποία υπεβλήθη μόνο αίτημα αναβολής, είχε γίνει νόμιμος διορισμός της ως άνω δικηγόρου ως πληρεξούσιας της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για έγκριση, κατ' άρθρο 104 ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσίβλητος προβάλλει με τις προτάσεις του, διότι η ακυρότητα θεραπεύεται με την εκ των υστέρων έγκριση, μόνο εφόσον αυτή (έγκριση) αφορά διαδικαστικές πράξεις εκείνου που ενήργησε ως δικαστικός πληρεξούσιος, χωρίς να έχει διορισθεί νομότυπα και όχι όταν αναφέρεται σε πράξεις που έγιναν με παραγγελία του αντιδίκου προς τον μη νομότυπα διορισμένο πληρεξούσιο, ως αντίκλητο.
Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου του εφεσιβλήτου, ήτοι αποδεικτικό μέσο, το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση και με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 43/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ