Legislator Case Law & Legislation
990/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court ruling on abuse of right claim by municipality.

Case Number 990/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Halandria's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for abuse of right. The municipality argued that the waste management company had never notified them of existing agreements or obligations, making the six-year delay reasonable. The court found that mere lack of notification did not create a legitimate belief that the right would not be exercised, as no specific circumstances justified the delay. Consequently, the court upheld the lower court's finding that the claim was not abusive and ordered the municipality to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure: A delay in exercising a right does not constitute abuse of right unless specific circumstances and the creditor's conduct justify the belief that the right would not be exercised.

Keywords

AI generated
abuse of right unreasonable delay legitimate belief municipal liability civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 990 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 990/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου" (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπασταθόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεμερούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8468/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην§1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην§3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.

Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρ. 1 και 9 του ν. 1.406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας από 11.6.1985 υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρ. 1 ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση ακόμη και για αξιώσεις εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 138/1966).

Αντιθέτως, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο δε 1§2 του ίδιου νόμου 1.406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάρη του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, που κρίθηκε από το Εφετείο, ότι αυτή, που δραστηριοποιείτο στον τομέα της καθαριότητας και είχε ως αντικείμενο την αποκομιδή απορριμμάτων και την ανακύκλωση υλικών, κατόπιν απευθείας προφορικής ανάθεσης του εκπροσωπούντος τον εναγόμενο δήμο δημάρχου, χωρίς να συνταχθεί και να υπογραφεί έγγραφη συμφωνία, ανέλαβε την αποκομιδή και την μεταφορά απορριμμάτων από διάφορες περιοχές του Δήμου Χαλανδρίου στη χωματερή των Άνω Λιοσίων με τη χρήση κοντέινερς χωρητικότητας 30, 10 και 45 κυβικών μέτρων και με αλυσιδάκι για τα έτη 2000 και 2001 έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 60.000 δραχμών ή 176,08 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 30 κ.μ., 30.000 δραχμών ή 88,04 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 10 κ.μ., 90.000 ή 264,12 ευρώ ανά δρομολόγιο με χρήση κοντέινερ 45 κ.μ., 30.000 δραχμών ή 88,04 ευρώ με αλυσιδάκι, πλέον Φ.Π.Α. 18%, η δε αμοιβή θα ήταν καταβλητέα με την εκ μέρους της ενάγουσας έκδοση του σχετικού τιμολογίου για εκάστη εργασία.

Ότι το έτος 2002 συμφωνήθηκε η αποκομιδή και μεταφορά των απορριμμάτων του εναγομένου στη χωματερή των Άνω Λιοσίων έναντι 109.400 δραχμών ή 320 ευρώ ανά δρομολόγιο. Επιπλέον, ισχυρίστηκε, ότι το έτος 2000 πραγματοποιήθηκαν από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγόμενου δήμου αποκομιδές απορριμμάτων και συγκεκριμένα 127 δρομολόγια με κοντέινερς 10 κ.μ., 50 δρομολόγια με κοντέινερς 30 κ.μ., 28 δρομολόγια με κοντέινερς 45 κ.μ.

Ότι το έτος 2000 η συνολική καθαρή αξία όλων των εργασιών που εκτέλεσε η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 10.545.000 δραχμών ή 30.946,44 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, και συνολικά στο ποσό των 12.443.100 δραχμών ή 36.516,80 ευρώ, για τις οποίες εργασίες εκδόθηκε το υπ' αριθ. Α357/31.12.2000 τιμολόγιο. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι το έτος 2001 πραγματοποιήθηκαν από την ίδια 686 δρομολόγια αποκομιδής απορριμμάτων με κοντέινερς 30 κ.μ., συνολικής αξίας 48.568.800 δραχμών ή 142.535 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 18%.

Επιπρόσθετα, ότι το έτος 2002 πραγματοποίησε δια των προστηθέντων της αποκομιδές απορριμμάτων και συγκεκριμένα 361 δρομολόγια με κοντέινερς 30 κ.μ., συνολικής αξίας 21.660.000 δραχμών ή 63.565.66 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, 119 δρομολόγια με απορριμματοφόρα αξίας 109.040 δραχμών ή 320 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 12.975.760 δραχμών ή 38.080 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. 18%, και συνολικής αξίας για όλο το έτος 2002 40.870.197 δραχμών ή 119.941,88 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 18%.

Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος δήμος να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού οι προφορικές συμβάσεις μισθώσεως έργου που συνήφθησαν ήταν άκυρες, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου που επιβαλλόταν από το νόμο, δεδομένου ότι ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία της, κατά το ποσό των 298.993,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη υπερήμερος για κάθε επί μέρους ποσό κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής.

Κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η επικαλούμενη σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν έφερε το χαρακτήρα της διοικητικής συμβάσεως διεπομένης από τα εκτεθέντα στην παραπάνω μείζονα σκέψη στοιχεία, αλλά αντιθέτως αποτελούσε σχέση ιδιωτικού δικαίου, γιατί ναι μεν σε αυτή φερόταν να συμβάλλεται ο Δήμος Χαλανδρίου, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και να επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό (καθαριότητα και διαχείριση απορριμμάτων, άρθρο 24 παρ. 1 περ.

γ του π.δ.410/1995), ωστόσο ο εναγόμενος δήμος δε βρισκόταν, χάρη του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβληθέν μέρος (ενάγουσα), αφού η επίδικη σύμβαση δεν διεπόταν από κανονιστικό καθεστώς, ούτε είχαν συνομολογηθεί ρήτρες που αποκλίναν από το κοινό δίκαιο, εφόσον ο εναγόμενος δήμος συνήψε την επίδικη σύμβαση έργου στα πλαίσια της λειτουργίας του ως fiscus.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο, που δέχθηκε, ότι η επίδικη έννομη σχέση αποτελούσε διαφορά ιδιωτικού δικαίου και συννόμως είχε εισαχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο είχε δικαιοδοσία για την εκδίκασή της, και απέρριψε τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος δήμου ως αβάσιμο, ορθά έκρινε και σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 94§3 του Συντάγματος, 1§2 ΚΠολΔ και 1 και 9 του ν. 1.406/1983.

Επομένως, δεν έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γι' αυτό και ο από το άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρ. 118 ή 117, πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, διαφορετικά είναι αόριστη. Η αοριστία αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, του οποίου η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 80 του ν. 2.362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που επανέλαβε παρόμοια διάταξη του άρθρ. 84 του ν.δ. 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", εφαρμόζεται δε αναλογικά και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως οι δήμοι και οι κοινότητες, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του δημοσίου, που έχει αντικείμενο άνω των 400.000 δραχμών, όπως αυτό ίσχυε πριν την αναπροσαρμογή του ποσού σε 2.500 ευρώ από την 1.1.2002 με την Υ.Α.2/56949/0026/2001 (ΦΕΚ Β/I427/22.10.2001) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη διάταξη, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.

Κατά τα εδαφ. γ και δ του ιδίου άρθρου η πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, η δε ακυρότητα από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης. Η τελευταία περίπτωση, όμως, εφαρμόζεται μόνο, όταν υπήρχε έγγραφη πρόταση κατάρτισης της σύμβασης, όχι δε όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την κατάρτιση και την αποδοχή.

Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση, όσο και για την τροποποίηση αυτής, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρ. 3 και 7 του ν.δ. 31/1968, οι αναγνωριζόμενες στο δημόσιο προνομίες κλπ. εφαρμόζονται και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 304§1 εδαφ β του π.δ. 410/1995 "Περί κωδικοποίησης του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", οι δήμοι και οι κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 114§1 εδαφ. στ, 266, 267 και 268 του άνω π.δ. 410/1995 συνάγεται, ότι οι προμήθειες και εργασίες των δήμων και κοινοτήτων εκτελούνται με σύμβαση, που συνάπτεται ύστερα από διαγωνισμό. Κατ' εξαίρεση, ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας μπορεί χωρίς διαγωνισμό να συνάπτει σύμβαση για την απευθείας ανάθεση εργασίας ή τη διενέργεια προμήθειας, αν η αξία τους δεν υπερβαίνει το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, ήδη δε το ποσό 5.869,41 ευρώ, για τους δήμους και το ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών, ήδη 4.402,05 ευρώ, για τις κοινότητες.

Η σύμβαση, που συνάπτει ένας δήμος για την ανάθεση ή εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή για προμήθεια είτε κατόπιν διαγωνισμού (και ύστερα από απόφαση του ΔΣ) είτε απευθείας (δια του δημάρχου της), μετά από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, όταν η αξία δεν είναι ανώτερη των 2.000.000 δραχμών ή 5.869,41 ευρώ, πρέπει να περιβληθεί τον συστατικό τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του δε επιφέρει την ακυρότητα της σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρ. 158 και 159 ΑΚ (ΟλΑΠ 862/84, ΑΠ 250/2006, ΑΠ 181/2004).

Στην περίπτωση αυτή τα συμβληθέντα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνον στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρ. 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 1225/2008). Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει, ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνο, όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. (ΑΠ 16/2008).

Από τη διάταξη αυτή του άρθρ. 904 ΑΚ συνάγεται, ότι αδικαιολόγητος και συνεπώς επιστρεπτέος πλουτισμός υπάρχει και όταν στο πλαίσιο σύμβασης μισθώσεως έργου, που είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως των απαιτούμενων από το νόμο για τη σύναψή της διατυπώσεων, ο εργολάβος εκτέλεσε και παρέδωσε στον εργοδότη το συμφωνημένο έργο χωρίς να του καταβληθεί η αμοιβή.

Ο πλουτισμός αυτός συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εργοδότης, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου σε άλλο πρόσωπο, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Όλες δε οι απαιτήσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή τους και ανεξάρτητα αν πηγάζουν από παροχή ή μη, θεμελιώνονται σε τρία στοιχεία α) σε περιουσιακή μετακίνηση από μία περιουσία σε άλλη, β) σε συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση αυτή και γ) σε ανυπαρξία ή ελάττωμα της αιτίας αυτής, το οποίο καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Τα δύο πρώτα από τα στοιχεία αυτά είναι κοινά σε κάθε αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το τρίτο παραλλάσσει ανάλογα με τη μορφή της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και τα τρία αυτά στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εκθέτει στην ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, όσα αναλυτικώς αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο σε σχέση με το περιεχόμενο και την ακυρότητα των συμβάσεων μισθώσεως έργου αποκομιδής και μεταφοράς των απορριμμάτων από διάφορες περιοχές του αναιρεσείοντος εναγόμενου δήμου, όλες τις γενόμενες με βάση άκυρες συμβάσεις μεταφορές και αποκομιδές απορριμμάτων και την οφειλόμενη κατά περίπτωση αμοιβή για την μεταφορά και αποκομιδή και εν γένει όλα τα στοιχεία τα οποία ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της απαίτησης της στον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Τουναντίον, δεν αποτελούσαν αναγκαία στοιχεία της βάσεως της αγωγής α) το πότε και για κάθε χρονική περίοδο έγινε η συμφωνία μεταφοράς και αποκομιδής των απορριμμάτων, ούτε ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου, που εκπροσωπούσε την αναιρεσίβλητη, εφόσον για τον αναιρεσείοντα τούτο αναφέρεται ρητώς (δήμαρχος), ούτε ο τρόπος αποδείξεως των συμφωνιών μεταφοράς και αποκομιδής των απορριμμάτων, και β) η από την αναιρεσίβλητη έκδοση τιμολογίων για τις παρασχεθείσες στον αναιρεσείοντα υπηρεσίες.

Άρα, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ήταν ορισμένη και νόμιμη η αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προταθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη προς θεμελίωση της αγωγής πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εναγόμενος με τις υποβληθείσες στο πρωτόδικο δικαστήριο προτάσεις του ισχυρίστηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα ουδέποτε της απέστειλε κάποια επιστολή, τηλεομοιοτυπία ή τιμολόγιο, από την οποία να προκύπτει ότι αυτή είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του, ούτε ήλθε σε επαφή με τη νέα δημοτική αρχή, που εξελέγη το έτος 2002, για να την ενημερώσει για τις υφιστάμενες συμφωνίες και τις υποχρεώσεις που είχε ο αναιρεσείων εναγόμενος δήμος απέναντί της και ότι για τους λόγους αυτούς η απροειδοποίητη άσκηση της ένδικης αξιώσεως έξι χρόνια μετά την έναρξη της συνεργασίας τους είναι καταχρηστική.

Όμως, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά από μόνα τους, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν συμπεριφορά της δικαιούχου αναιρεσίβλητης ενάγουσας που να δικαιολογεί την δημιουργία στον οφειλέτη αναιρεσείοντα εναγόμενο δήμο εύλογης πεποιθήσεως, ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το αγωγικό δικαίωμα, ούτε ιστορείται πως κατά το διάστημα που μεσολάβησε διαμορφώθηκε πραγματική κατάσταση που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα τασσόμενα από το άρθρ. 281 ΑΚ όρια.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος δήμου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου λόγο της εφέσεως και επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την αναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, ακολούθως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως μέχρι το ήμισυ των κατωτάτων ορίων διατιμήσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατ' επιταγή των άρθρ. 22§1 ν. 3.693/1957, 276§1, 281§2 ν. 3.463/2006 περί Κώδικος Δήμων και Κοινοτήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του ΟΤΑ με την επωνυμία Δήμος Χαλανδρίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3.291/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ