Appeal dismissed; settlement bars relitigation of tort claims between parties and heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's rejection of a tort claim. The appellants, heirs of the original plaintiff, attempted to relitigate a dispute that had been definitively resolved by a prior settlement agreement. The court held that a settlement contract legally extinguishes the underlying legal relationship and prevents any party from reasserting claims that were waived by the agreement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 871 of the Civil Code; A settlement contract definitively resolves the legal relationship between parties and their heirs, thereby barring any subsequent litigation on the same subject matter or the reassertion of claims that were waived by the agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 990 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 990/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1.....και 2. ...... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νέστωρα Κουράκη
Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λερούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2001 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Χ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4020/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8070/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 5-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους, ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση (όπως π.χ. αναγνώριση απαιτήσεως, άφεση χρέους, παραίτηση, δωρεά κ.λ.π.). Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους.
Συνεπώς δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε με το συμβιβασμό και αν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως του συμβιβασμού. Μετά το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά ή διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με το συμβιβασμό.
Το δε δικαστήριο αν προταθεί, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ των ενδιαφερομένων σύμβασης συμβιβασμού και να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει αντικείμενο για να συνεχισθεί η δίκη. Είναι δε έγκυρος ο συμβιβασμός που αφορά τις χρηματικές συνέπειες τελεσθέντος αδικήματος, με τον οποίο παραιτείται ο παθών από τις αστικές απαιτήσεις του κατά του δράστη.
Εξ άλλου, η ίδια η σύμβαση δεν ενέχει καθ΄ εαυτήν ανανεωτικό χαρακτήρα, εκτός αν από το περιεχόμενό της συνάγεται σαφώς σκοπός ανανεώσεως, ήτοι αντικαταστάσεως της υφισταμένης ενοχής, καταργουμένης δια της συστάσεως νέας. Τέλος οι δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται από το δικαστήριο, όπως και το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού (Ολ.Α.Π. 578/1980).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 9.2.2001 αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, ο αρχικός ενάγων Χ1 ισχυρίσθηκε, ότι στον ατομικό λογαριασμό του με αριθμό "...." στην Τράπεζα ΣΙΤΙΜΠΑΝΚ ΑΕ Θεσσαλονίκης διατηρούσε καταθέσεις σε ελληνικά και ξένα νομίσματα, ειδικότερα δε το ποσό των 114.300.078 δραχμών, το ποσό των 277.518 ευρώ και το ποσό των 67.281 δολλαρίων ΗΠΑ, δηλ.
συνολικά σε δραχμές εκτιμώμενο ποσό περίπου 234.590.000 Την 23.6.2000 η εναγομένη θυγατέρα του, πληροφορηθείσα την ύπαρξη αυτού του λογαριασμού, παρέστησε σε αυτόν ότι τάχα περί το 1975 του είχε δώσει κάποιο μικρό ποσό για να το χρησιμοποιήσει προς ανέγερση διαμερίσματος στην οδό ...... , και ότι έπρεπε να της επιστρέψει τότε ποσό πολλαπλάσιας σημερινής αξίας, χωρίς να διευκρινίσει το ύψος αυτού του ποσού.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν απολύτως ψευδής και ουδέν της όφειλε, αφού το διαμέρισμα που κατασκευάσθηκε περιήλθε τελικά στην κυριότητα της εναγομένης (περί το 1980), η οποία και το εκμεταλλευόταν οικονομικά, καθ΄ όλα τα τελευταία έτη, ενοικιάζοντάς το και τελικά το επώλησε το 1999, εισπράξασα το ποσό των 31.500.000 δρχ.
Ότι η εναγομένη επέτυχε να τον παραπείσει να δεχθεί τους ισχυρισμούς της, διότι λόγω της μεγάλης του ηλικίας (89 ετών) και παρά την γενικά καλή νοητική του κατάσταση, δεν ενθυμόταν τί ακριβώς είχε συμβεί με το διαμέρισμα της πριν από τόσα πολλά έτη, αν και ήταν βέβαιος ότι ουδέν της όφειλε και διότι τον καθησύχασε, διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν είχε ανάγκη τα χρήματα αυτά για τα προσεχή δύο, τουλάχιστον, έτη, αλλά απλώς ήθελε να έχει κάποια εξασφάλιση για το μέλλον, και ότι γι΄αυτό δεν θα είχε αντίρρηση να είναι απλή συνδικαιούχος των χρημάτων, μετατρέποντας τον ατομικό του λογαριασμό σε κοινό, ώστε, τόσο για τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσης, δηλ.
διατροφής, νοσηλείας, ένδυσης, αυτού και της συζύγου του ...., όσο και σε περίπτωση κάποιας απρόοπτης εξέλιξης (π.χ. κάποιου θανάτου αυτού ή της συζύγου του), να μην υπάρχουν περίπλοκες διαδικασίες στην είσπραξη των χρημάτων από τους άλλους, γι΄ αυτό και πρότεινε η εναγομένη να εισέλθει στον εν λόγω κοινό λογαριασμό ως συνδικαιούχος και η άλλη θυγατέρα του, Χ2.
Ότι υπό την συνεχή πίεση της εναγομένης, η οποία μάλιστα επέδειξε αιφνιδίως κατ΄ εκείνη την περίοδο ιδιαίτερο "ενδιαφέρον" γι΄ αυτόν, ενώ έως τότε αδιαφορούσε παγίως, δέχθηκε και μετέτρεψε την 23.6.2000 τον ανωτέρω ατομικό του λογαριασμό στην Τράπεζα "ΣΙΤΙΜΠΑΝΚ" σε κοινό, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτόν ως συνδικαιούχες τις δύο θυγατέρες του, πολύ περισσότερο μάλιστα, διότι θεωρούσε ότι τα χρήματα του λογαριασμού αυτού, θα έπρεπε, όταν αποβιώσει να περιέλθουν και στις δύο θυγατέρες του.
Στη δημιουργία δε του ενλόγω κοινού λογαριασμού προέβη σαφώς μόνο λόγω της εμπιστοσύνης που έδειξε στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης, ότι θα τηρούσε τα μεταξύ τους συμπεφωνημένα. Ότι μόλις μερικές μέρες αργότερα η εναγομένη, παρά τις αντίθετες ρητές διαβεβαιώσεις που του είχε δώσει ότι δεν τα χρειάζεται τα χρήματα και ότι η όλη διαδικασία μετατροπής του ατομικού λογαριασμού του σε κοινό θα ήταν εντελώς τυπική, χωρίς να σημαίνει και πραγματική είσπραξη των χρημάτων από κάποιον εξ αυτών, μετέβη δολίως και εν αγνοία του στην Τράπεζα, πρώτα την 3.7.2000 και εκ νέου την 5.7.2000, αναλαμβάνοντας, αντίστοιχα, την με πρώτη φορά το ποσό των 114.300.000 δρχ., την, δε, δεύτερη φορά, τα ποσά των 277.518 ευρώ (αντιστοιχεί σε 94.078.602 δρχ.) και των 67.281 δολλαρίων ΗΠΑ (αντιστοιχεί σε 26.912.400 δρχ.), άρα ανέλαβε το ποσό των 235.291.000 δρχ., που αντιστοιχούσε τότε στο σύνολο των κατατεθειμένων χρημάτων σε ελληνικό και ξένο νόμισμα.
Όταν αυτός αντιλήφθηκε την πράξη της την 4.8.2000, που του εστάλησαν δια του ταχυδρομείου τα έγγραφα των άνω δοσοληψιών, αμέσως ζήτησε από την Τράπεζα ενημέρωση, οπότε και έμαθε ότι τα ποσά αυτά εισέπραξε η εναγομένη. Ότι την επομένη επικοινώνησε με την εναγομένη, η οποία αρνήθηκε να του τα καταθέσει πίσω στον λογαριασμό, επαναλαμβάνοντάς του το γνωστό ψευδή ισχυρισμό, ότι δήθεν της όφειλε χρήματα για την ανέγερση της οικοδομής της οδού ..... 'Οτι ο δικηγόρος του .....
ήρθε σε επικοινωνία μαζί της και μετά από διαπραγματεύσεις αυτού, της εναγομένης και της άλλης θυγατέρας του Χ2 δέχθηκε η εναγομένη να μοιρασθεί το ποσό αυτό σε τρία μερίδια, εκ των οποίων 37,5% (περίπου 88.125.000 δρχ. θα κρατούσε αυτή, 37,5% περίπου 88.125.000 δρχ., θα δινόταν στη Χ2 και 25% περίπου 58.750.000 δρχ. θα κατέθεσε την ίδια ημέρα (29.8.2000) στο λογαριασμό του.
Ότι η εναγομένη ζήτησε να αναγραφεί στο συμφωνητικό αυτό, ότι από το μερίδιο της αδελφής της, ύψους περίπου 88.125.000 δρχ. (37,5%), θα αφαιρεθεί το ποσό των 7.500.000 δρχ. προς συμψηφισμό των δήθεν δαπανών της για την αποπεράτωση της οικοδομής. Τούτο δε η αδελφή της Χ2 το δέχθηκε για να κλείσει ειρηνικά η όλη υπόθεση μέσα στο πλαίσιο καλών σχέσεων που πρέπει να διέπουν τα μέλη μιας οικογένειας.
Έτσι, η συμφωνία ολοκληρώθηκε με την έγκριση των τριών μερών, δηλ. αυτού (ενάγοντος), της εναγομένης και της άλλης θυγατέρας του Χ2 δεδομένου ότι και οι τρείς, όταν τούς τηλεφώνησε ο δικηγόρος ..... και τούς έστειλε με FAX το από 29.8.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό με την υπογραφή του, συμφώνησαν πλήρως να δεσμευθούν συμβατικά από το περιεχόμενο του συμφωνητικού.
Ότι η εναγομένη εκτέλεσε μέρος μόνος της συμφωνίας τους, κα καταθέτοντας στο λογαριασμό του το ποσό των 28.561.000 δρχ., 69.475 ευρώ ήτοι αξίας 23.552.025 δρχ. και 11.620 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι αξίας σε δραχμές 4.648.000 δρχ. και συνολικό ποσό 56.861.025 δρχ., ήτοι το 24% περίπου των χρημάτων του που είχε ιδιοποιηθεί. Όμως, η εναγομένη αρνήθηκε να αποδώσει στη Χ2 το συμφωνηθέν ποσό των 80.623.000 δρχ., ήτοι το 37,5%, πλην του ποσού των 7.500.000 δρχ.
κατά το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που συμψηφιστικά, χάριν των καλών σχέσεων στην οικογένειά του, είχε γίνει αποδεκτό να αφαιρεθεί. Ότι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης είναι αντισυμβατική, αφού καίτοι συμφώνησε προφορικά δεν απέδωσε το ποσό αυτό και τον ζημίωσε κατά το ως άνω ποσό, αφού ήταν δικά του χρήματα που της ζήτησε να δοθούν στην άλλη θυγατέρα του και τα υπόλοιπα χρήματά του, που αρχικά επρόκειτο να λάβει η εναγομένη, ύψους 97.104.000 δρχ., δεν τα δικαιούται, αφού δεν ετήρησε τους όρους της συμφωνίας συμβιβασμού.
Αλλά η συμπεριφορά της εναγομένης είναι και αξιόποινη, αφού συνεχίζει την παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων του συνολικού ύψους 177.730.055 δρχ., δεδομένου ότι κατέθεσε για αυτόν μόνο 56.861.025 δρχ. από το αρχικό ποσό των 234.590.000 δρχ. Ότι, λόγω της μεγάλης ταραχής που του δημιούργησε η εναγομένη, υπέστη ηθική βλάβη, η χρηματική ικανοποίηση της οποίας πρέπει να ορισθεί ενόψει της έντασης της υπαιτιότητας, προφανούς δόλου της εναγομένης, της ιδιαίτερης κοινωνικής ευθύνης, την οποίαν έχει και θα έπρεπε να συναισθάνεται, λόγω της σχέσης της ως θυγατέρας του και του κατάφωρα απαξιωτικού και προσβλητικού για το πρόσωπό του τρόπου με τον οποίο διενήργησε τις μεθοδεύσεις της, στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000 δρχ.).
Ζήτησε δε ο ενάγων με την αγωγή του αυτή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της (αγωγής) μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, το ποσό των εκατόν εβδομήντα επτά εκατομμυρίων επτακοσίων τριάντα χιλιάδων και πενήντα πέντε δραχμών (177.730.055 δρχ.) προς αποκατάσταση της περιουσιακής βλάβης που του προξένησε και το ποσό των εκατό εκατομμυρίων δραχμών (100.000.000 δρχ.) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ότι με το ιστορικό αυτό ο ενάγων έθετε ως βάση της αγωγής του όχι μόνο την τελεσθείσα από την εναγομένη σε βάρος του αδικοπραξία, αλλά και τον επακολουθήσαντα μεταξύ αυτού, της εναγομένης και της άλλης θυγατρός του Χ2 εξώδικο συμβιβασμό με τον οποίο ο ενάγων, η εναγόμενη και η Χ2 διέλυσαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις κατά το προαναφερόμενο στην ένδικη αγωγή τρόπο, τις απ' την αδικοπραξία δημιουργηθείσες κάθε φύσεως έννομες σχέσεις τους και ρητά αποδέχθηκαν ότι θέληση του ιδίου, της εναγομένης και της άλλης θυγατέρας του, που συμβλήθηκαν στην ως άνω σύμβαση του συμβιβασμού, ήταν να καταργηθούν οι αξιώσεις τους από την αδικοπραξία (απάτη) και να δημιουργηθεί μια νέα σχέση, που θα έλυε ειρηνικά και οριστικά τη μεταξύ τους διένεξη και θα ήταν υποχρεωτική για όλα τα μέρη.
Με τον τρόπο αυτό όμως ο ενάγων αποξενώθηκε από την αρχική από αδικοπραξία απαίτησή του και δεν μπορούσε να προβάλλει αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκε με τη νέα σύμβαση, αφού προέβη στην ίδρυση μιας νέας έννομης σχέσης προς αντικατάσταση της παλαιάς. Τα ως άνω αποτελέσματα δε της σύμβασης αυτής του συμβιβασμού εκτείνονται τόσο μεταξύ των συμβαλλομένων όσο και των καθολικών τους διαδόχων.
Η ένδικη αγωγή, συνεπώς, η οποία θεμελιώνεται στην αρχική από αδικοπραξία απαίτηση του ενάγοντος αναβιώνοντας αυτήν, δεν είναι νόμιμη, ούτε ως προς τον ίδιο ούτε ως προς τους κληρονόμους του που συνεχίζουν τη δίκη. Η δε σύμβαση του συμβιβασμού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εκτελέστηκε ως προς τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο ίδιος και οι καθολικοί του διάδοχοι να μην διατηρούν, σε κάθε περίπτωση, καμία απαίτηση πλέον, ούτε δυνάμει αυτής.
Με βάση δε τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε αντίθετα και είχε δεχθεί την αγωγή ως νομικά και εν μέρει κατ΄ ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια, αφού διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την διατυπούμενη στην ένδικη αγωγή βάση περί αδικοπραξίας.
Ούτε έλαβε υπόψη παρά το νόμο την κατάρτιση μεταξύ του αρχικού ενάγοντα Χ1 (του οποίου κληρονόμοι με διαθήκη είναι οι αναιρεσείοντες), της αναιρεσίβλητης θυγατρός του και της άλλης θυγατρός του Χ2 του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση εξώδικου συμβιβασμού, αφού απέρριψε την βάση της αδικοπραξίας με την αποδοχή της αναφερόμενης από τον αρχικό ενάγοντα στην ένδικη αγωγή σύναψης συμβιβασμού επί του θέματος αυτού.
Την ένδικη δε αυτή αγωγή, το Εφετείο ώφειλε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να ερευνήσει ως προς τη νομιμότητά της και εφ΄ όσον συνέτρεχε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή (ένδικη) νόμιμη περίπτωση, να την απορρίψει αυτεπαγγέλτως χωρίς ειδικό παράπονο αφού αρκούσε ότι η εκκαλούσα - εναγομένη ζητούσε την απόρριψη αυτής.
Συνέτρεχε δε στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή νόμιμη περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, αφού σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μετά το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πια να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με συμβιβασμό.
Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εκτιθέμενη στην αγωγή βάση αδικοπραξίας και έλαβε παρά το νόμο υπόψη τη σύναψη, μεταξύ των αρχικών διαδίκων και της Χ2 θυγ. του αρχικού ενάγοντα, Χ1 του συμβιβασμού που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να γίνει επίκληση αυτού (συμβιβασμού) από τους διαδίκους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ερειδόμενος σε πλημμέλειες από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι να εισέλθει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2005 αίτηση των 1) ....και 2) ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8070/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ