Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, ruling partial cancellation of VAT portion was correct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to partially annul an arbitration award. The appellant argued the court erred by failing to consider their request for total annulment and by leaving their claim regarding the settlement amount undecided. The court held that the arbitration agreement did not cover the VAT portion, making its annulment correct, while the settlement amount was not a ground for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 897(4) and 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An arbitration award may be annulled only if arbitrators exceeded their mandate by ruling on matters outside the arbitration agreement, not for legal errors or settlement calculations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 98 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 98/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καυκά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Βασιλείου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1589/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/6/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 9-6-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1589/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η 31/2010 διαιτητική απόφαση του ΤΕΕ, ήτοι μόνο κατά τη διάταξή της που αφορούσε επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη ποσού 41.589,27 ευρώ για ΦΠΑ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 897 αριθμ. 4 του Κ.Πολ.Δ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (Ολ ΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής.
Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία (ΑΠ 40/2010). Δεν αποτελεί, όµως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόµου ή η κακή εκτίµηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό Δικαστήριο κατά την, µετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνομολόγησαν τη συµφωνία περί διαιτησίας (Ολ.
ΑΠ 13/1995, ΑΠ 2049/2006). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 902 Κ.Πολ.Δ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης". (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).
Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το π.δ. 723/1979 "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (ΤΕΕ) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του ΤΕΕ" (παρ. 2).
Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το 723/1979 π.δ/γμα ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.
Εξ` αυτών έπεται ότι: α) ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου πρέπει να νοηθούν οι διαφορές που ανακύπτουν από συμβάσεις έχουσες ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ και β) αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδοτήσεως, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ. 723/1979.
Επομένως, αν με συμφωνία υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, δεδομένου ότι οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος (ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1610/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί αιτήματος, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/2008).
Με την κρινόμενη αίτησή της η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο περιορίστηκε να ακυρώσει την 31/2010 διαιτητική απόφαση μόνον ως προς τη σχετική με τον ΦΠΑ διάταξή της, που αφορά την επιδίκαση στην αντίδικό της ποσού 41.589,27 ευρώ, παρόλο που με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να ακυρωθεί στο σύνολό της η διαιτητική απόφαση, δηλαδή και κατά τη διάταξή της, με την οποία κατόπιν συμψηφισμού των απαιτήσεών της με ανταπαιτήσεις της αναιρεσίβλητης επιδικάστηκε στην τελευταία το επιπλέον ποσό των 180.822,90 ευρώ και μάλιστα καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, αφού η σχετική διαφορά δεν έχει τεχνικό χαρακτήρα, ώστε να καλύπτεται από τη μόνιμη κατά το άρθρο 902 ΚΠολΔ διαιτησία του ΤΕΕ.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει η αναιρεσείουσα στην εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς της που στηρίζουν το αίτημά της για συνολική ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, ενώ με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε τελικά αδίκαστο το σχετικό αίτημά της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση πλήττονταν μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε επιδίκαση σε βάρος της αναιρεσείουσας ποσού 41.589,27 ευρώ για ΦΠΑ. Επομένως, το Εφετείο, εφόσον έκρινε ότι ο υπολογισμός του ΦΠΑ δεν αποτελεί τεχνική διαφορά και άρα δεν υπάγεται στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ, ορθά ακύρωσε κατά το μέρος μόνο αυτό (των 41.589,27 ευρώ) την διαιτητική απόφαση.
Το έτερο κονδύλιο των 180.822,90 ευρώ, που επιδικάστηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας, μετά συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων, δεν πλήττονταν με λόγο ακύρωσης, ώστε να ερευνηθεί από το Εφετείο αν, με το να προβεί το Δικαστήριο των διαιτητών σε εκδίκασή του, υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Το ότι η αναιρεσείουσα με την αγωγή ακύρωσης ζητούσε την ακύρωση εν όλω της διαιτητικής απόφασης είναι άνευ εννόμου σημασίας, εφόσον οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν αναφέρονταν σε άλλα κεφάλαια της απόφασης πλην εκείνου του ΦΠΑ.
Επίσης, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής ακύρωσης, δεν υπήρχε παράπονο για τον συμψηφισμό από το διαιτητικό Δικαστήριο των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων, ορθά δεν αποφάνθηκε επ’ αυτού το Εφετείο, κρίνοντας ότι απαραδέκτως προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της το σχετικό παράπονο.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί, να εισαχθεί δε το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2.4.2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" για αναίρεση της 1589/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ