Legislator Case Law & Legislation
98/2012 AI generated

Appeal dismissed; court upheld lower court's rejection of broker fee claim due to lack of contract and non-performance.

Case Number 98/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the claim for broker fees. The appellant argued that a broker agreement existed and was fulfilled, while the respondent company contended no contract was signed and the appellant was rejected for the assignment. The court ruled that since the respondent did not enter into a brokerage contract as a consequence of the alleged mediation, the statutory conditions for fee payment were not met, and the lower court's factual assessment was unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Art. 703 of the Civil Code; A broker is obligated to pay fees only if a contract is concluded as a result of their mediation or introduction, and the court's evaluation of factual circumstances regarding the existence of such a contract is unreviewable on appeal.

Keywords

AI generated
brokerage contract mediation fee appellate review factual assessment Civil Code Art 703 non-performance legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 paras. 19 and 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 703 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 98 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "TERRA ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ - ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "TERRA (ΤΕΡΡΑ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4/6/2006 (2) αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2431/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/12/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28/4/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ . 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 703 του Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον ( μεσίτη ) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι, α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη.

Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβής πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως. Τέλος η διάταξη του άρθρου 705 του Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι, αμοιβή λογίζεται ότι συμφωνήθηκε σιωπηρά, αν η μεσολάβηση ή η υπόδειξη κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις γίνεται μόνο με αμοιβή ή αν ανατέθηκε σε επαγγελματία μεσίτη.

Αν δεν ορίστηκε το ποσό της αμοιβής, οφείλεται η αμοιβή που ισχύει κατά τη διατίμηση και αν δεν υπάρχει διατίμηση η αμοιβή που συνηθίζεται στον τόπο, περιέχει νόμιμο τεκμήριο ως προς την οφειλόμενη στο μεσίτη αμοιβή και προϋποθέτει κατάρτιση συμβάσεως μεσιτείας.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 705 Α.Κ. με το να δεχθεί ότι δεν καταρτίσθηκε προφορική σύμβαση μεσιτείας μεταξύ αυτής και της οικογένειας Κ.

ενώ, "... από την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδείχθηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας τα εξής περιστατικά ..." και στη συνέχεια η αναιρεσείουσα παραθέτει αναλυτικά στο αναιρετήριο τι, κατά την κρίση της, αποδείχθηκε .Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

πλήττεται η ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, με την αναφορά, όχι των παραδοχών της προσβαλλόμενη αποφάσεως, για τις οποίες γίνεται μόνον αποσπασματική μνεία αλλά των κατά την κρίση της αναιρεσείουσας αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών . Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε .

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στη στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης δια- τάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αιτίαση για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνάψεως άτυπης συμβάσεως μεσιτείας μεταξύ των διαδίκων, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι Ι. Κ., Σ. Κ. και Α. Π., ενεργώντας το μεν ατομικά ( ο Σ. Κ. ) το δε για λογαριασμό του Κ. Κ. και Β. Κ., συνήψαν στο τέλος Οκτωβρίου 2005 άτυπη σύμβαση μεσιτείας με την ενάγουσα,βάσει της οποίας ανέθεσαν σ' αυτήν να μεσολαβήσει για την ανεύρεση αγροτεμαχίου επί της λεωφόρου Γεωργικής Σχολής με το ανωτέρω τίμημα από οποιονδήποτε τρίτο ενδιαφερόμενο πωλητή.

Ότι η οικογένεια Κ. ενδιαφερόταν να αγοράσει το όμορο ακίνητο της οικογένειας Ν., πλην όμως δεν επιθυμούσε τη μεσολάβηση μεσίτη και γι' αυτό κανένα μέλος της δεν υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση μεσιτείας, ότι αν είχε δοθεί εντολή από τον Α. Π., ως εκπρόσωπο της οικογένειας Κ., στο γραφείο της ενάγουσας, ασφαλώς και θα είχε ζητήσει η ενάγουσα ή οι συνεργάτες της Γ.

Σ., ο οποίος είχε μεγάλη πείρα στις μεσιτικές εργασίες, και θα είχε λάβει, όπως έκανε και με τον Α. Ν., και από τον Α. Π., ως εκπρόσωπο της οικογένειας Κ., έγγραφη εντολή, δεδομένου ότι τον τελευταίο δεν τον γνώριζε, ενόψει και του ότι επρόκειτο για ένα ακίνητο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με συνέπεια να είναι μεγάλη η μεσιτική αμοιβή και ότι ο Γ.

Σ. προσπάθησε να λάβει τέτοια έγγραφη εντολή και από την οικογένεια Κ., πλην όμως, όταν εμφανίστηκε στην έδρα της εταιρείας ( αναιρεσίβλητης ) και ζήτησε να του αναθέσουν την εντολή μεσιτείας για την αγορά του ακινήτου αποπέμφθηκε από τον Ι. Κ.. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μεσιτικής αμοιβής,από τη συσταθείσα από μέλη της οικογένειας Κ.

και αγοράστρια του επιδίκου ακινήτου εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καλύπτουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για το αν η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία,δια των νομίμων εκπροσώπων της, ανέθεσε στην ενάγουσα τη μεσολάβηση για τη σύναψη της σκοπούμενης αγοραπωλησίας, με τις παραδοχές ότι η οικογένεια Κ.

ενδιαφερόταν να αγοράσει το όμορο ακίνητο της οικογένειας Ν., πλην όμως δεν επιθυμούσε τη μεσολάβηση μεσίτη και γι' αυτό κανένα μέλος της δεν υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση μεσιτείας .Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως μεσιτείας που καταρτίσθηκε μεταξύ των μελών της οικογένειας Ν., που ήταν συνιδιοκτήτρια του προς πώληση ακινήτου, και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, στις 20/10/2005, ο συνεργάτης της τελευταίας Γ.

Σ., " ... γνωρίζοντας ότι η οικογένεια Κ. ενδιαφέρεται να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο, ήρθε σε επαφή με τον Α. Π., γαμπρό του Ι. Κ. και ακολούθως ενημέρωσε και τον Α. Ν. ότι υπάρχει ενδιαφερόμενος αγοραστής, πλην όμως στην αρχή δεν του γνωστοποίησε το όνομά του, γιατί ο Α. Ν. του είχε πει ότι δεν επιθυμεί να αγοράσει το ακίνητό τους η οικογένεια Κ., λόγω της μακροχρόνιας διένεξής τους.

Τελικά του γνωστοποίησε το όνομα του υποψηφίου αγοραστή και ο Α. Ν. αποδέχθηκε να πωληθεί το ακίνητο στην οικογένεια Κ., λόγω του ότι δεν υπήρχε άλλος υποψήφιος αγοραστής ..." δεν είναι αντιφατικές με τις εν συνεχεία παραδοχές ότι η οικογένεια Κ. ενδιαφερόταν να αγοράσεις το όμορο ακίνητο της οικογένειας Ν., πλην όμως δεν επιθυμούσε τη μεσολάβηση μεσίτη, γι' αυτό κανένα μέλος της δεν υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση μεσιτείας, αφού οι πρώτες από τις ως άνω παραδοχές αναφέρονται στις ενέργειες της αναιρεσείουσας μετά τη σύναψη της συμβάσεως μεσιτείας με τους πωλητές και σε εκπλήρωση αυτής, ενώ οι δεύτερες αναφέρονται στη μη σύναψη συμβάσεως μεσιτείας μεταξύ της αγοράστριας εταιρείας και της αναιρεσείουσας μεσίτριας .

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/4/2010 αίτηση για αναίρεση της 110/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ