Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly considered and rejected all arguments presented by the parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding property ownership disputes. The appellants argued that the lower court erred by considering unproposed claims or failing to address specific arguments, but the court found these assertions baseless. The court determined that the lower court had properly evaluated the evidence and explicitly rejected the appellants' claims, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 1033 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court considering unproposed facts or ignoring proposed facts is inadmissible if the court actually considered the arguments and rejected them for substantive or formal reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 98 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2. Μ. συζ. Α. Λ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Μ. Ξ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., 4. Ε. συζ. Π. Β., το γένος Α. Λ., κατοίκου ... και 5. Α. συζ. Ι. Π., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: Ι. Α. του Γ., 2. Μ. συζ. Ε. Λ., το γένος Γ. Α., 3. Ε. Α. του Κ., 4. Γ. Α. του Κ., 5. Ν. Α. του Κ. και 6. Ε. Α. του Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1986 αγωγή των Ε., Ι., Χ. και Μ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/1987 μη οριστική, 122/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 402/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2009 αίτησή τους και με τους από 29-7-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο μεταβιβαστικό τίτλο. Κατά δε το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο Γ. Α., σύζυγος και πατέρας των (αρχικώς) εναγόντων (Ε. Α., Ι.
Α., Χ. Α. και Μ. Λ.) απεβίωσε στις 26-12-1955, και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ως άνω αναιρεσιβλήτους και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από αυτούς, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την σ' αυτούς επαχθείσα κληρονομιά του πιο πάνω κληρονομουμένου, με την .../1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίας Πενταράκη - Καρατζά, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Σημειώνεται, ότι από τους προαναφερθέντες αρχικούς ενάγοντες απεβίωσαν μετά την έκδοση της 129/1987 πράξης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η Ε. Α. και η Χ. Α., στη δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν οι κληρονόμοι τους, συνεχίσαντες τη δίκη, και ως εκ τούτου ενάγοντες πλέον είναι οι Ι. Α., Μ. Λ., Ε. Α., Γ. Α., Ν. Α. και Ε.
Α., αναιρεσίβλητοι, και κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων είναι και το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ..., έκτασης 2100 τ.μ. περίπου, το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο των κληρονόμων του Δ. Λ., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας του Γ.
Μ. και δυτικά με ακίνητο των κληρονόμων του Κ. Α.. Ειδικότερα, στον ως άνω δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων (Γ. Α.) το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει, δυνάμει του .../1914 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευστρατίου Βουρδουμπάκη, νόμιμα μεταγραφέντος, και έκτοτε αυτός και μέχρι το χρόνο του θανάτου του, το 1955, το νεμόταν συνέχεια, ο ίδιος ή με αντιπροσώπους του, σπέρνοντάς το με κριθάρι και άλλα δημητριακά.
Μετά δε το 1955 (οι αρχικοί) ενάγοντες (κληρονόμοι του) συνέχισαν να νέμονται το επίδικο είτε σπέρνοντας δημητριακά, μέσω τρίτων προσώπων, είτε εκμισθώνοντας τη χορτονομή του σε κτηνοτρόφους. Οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, προβάλλοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας, ισχυρίζονται, ότι αυτοί είναι οι κύριοι του επιδίκου, καθόσον ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς (Γ.
Μ.) έγινε κύριος αυτού, δυνάμει του .../3-1-1967 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Διγενόπουλου, νόμιμα μεταγραφέντος. Στο δικαιοπάροχό του - πωλητή Ε. Μ. (θείο του), είχε περιέλθει η κυριότητα αυτού με το .../1939 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Κοζέρη, νόμιμα μεταγραφέντος, με το οποίο διανεμήθηκε η περιουσία του Ν.
Μ. (πατέρα του Ε.) ενώ, στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος το πώλησε με το .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λ. Χερσονήτου Γεωργίου Σαββάκη στις λοιπές εναγόμενες-αναιρεσείουσες (αδελφή και ανήψια του). Επίσης, ισχυρίζονται, ότι το επίδικο ακίνητο το εκμεταλλεύοντο, με διάνοια κυρίου, οι δικαιοπάροχοί τους από το 1939, ενώ ο πρώτος εναγόμενος από το 1967 και στη συνέχεια μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου αυτοί απέκτησαν την κυριότητα επί αυτού (ακινήτου) και με τα προσόντα της έκτακτης και τακτικής χρησικτησίας.
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι το ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στους τίτλους ιδιοκτησίας αυτών, αφορά άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση πάνω από 350 μέτρα από το τελευταίο, δεδομένου ότι αφενός μεν δεν διαπιστώθηκε η διανομή που αναφέρεται στο ως άνω .../1939 διανεμητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου το στο συμβόλαιο αυτό αναφερόμενο ακίνητο κατατμήθηκε σε δύο τμήματα και το μεν βόρειο μέρος έλαβε ο Ε.
Μ. (δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου), το δε νότιο ο Ι. Μ., και αφετέρου η φύση του εδάφους του ως άνω αναφερομένου ακινήτου είναι αγροτική με χαρουπόδενδρα, ενώ το επίδικο ήταν αγριάδα. Εξάλλου, το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους των εναγομένων-αναιρεσειόντων βρίσκεται στη θέση "...", περιοχή που βρίσκεται 350-500 μέτρα περίπου νοτιότερα του επιδίκου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ήδη ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου καθένας απ'αυτούς τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και, ότι οι εναγόμενοι, καθώς και ο απώτερος δικαιοπάροχος τους, ουδέποτε άσκησαν νομή στο επίδικο.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε την διεκδικητική αγωγή των ήδη εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι στον δικαιοπάροχο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το επίδικο είχε περιέλθει από αγορά το 1914, ότι αυτός έκτοτε και μέχρι το θάνατο του το 1955 το νεμόταν συνέχεια, ενώ μετά το θάνατό του συνέχισαν να το νέμονται οι αρχικοί ενάγοντες κληρονόμοι του, ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες και ο απώτερος δικαιοπάροχός τους ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού, το δε ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, αφορά άλλο ακίνητο και όχι το επίδικο, και τέλος ότι το αναφερόμενο στο επικαλούμενο από τους τελευταίους διανεμητήριο συμβόλαιο ακίνητο βρίσκεται σε άλλη περιοχή και σε απόσταση 350 μέτρων από το επίδικο, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της κύριας αναίρεσης και μοναδικός (συναφείς) πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες εγγράφου, ήτοι του .../1939 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Θεόφραστου Κοζύρη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι το ακίνητο που περιγράφεται στο επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες ως αρχικός τίτλος ιδιοκτησίας τους διανεμητήριο συμβόλαιο, δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, αλλά άλλο ακίνητο, που βρίσκεται σε άλλη θέση και σε απόσταση 350 μέτρων από το επίδικο, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, που συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στο προαναφερθέν .../1939 διανεμητήριο συμβόλαιο, που είχαν προσκομίσει προς απόδειξη της ένστασής τους περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το ανωτέρω συμβόλαιο αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, συνιστά όμως πλήρη απόδειξη .μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτό συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει, ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.
Έτσι, για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, πρέπει να έχει προταθεί αυτή από τον αντίδικο εκείνου, που ομολόγησε ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση της προτάσεως αυτής στο αναιρετήριο.
Διαδικαστικά δε έγγραφα, στα οποία μπορεί να περιέχεται η δικαστική ομολογία, είναι η αγωγή, οι προτάσεις κ.λ.π. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτο λόγους της αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο το ακόλουθο αποδεικτικό μέσο, το οποίο προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη της ένστασης τους περί ιδίας κυριότητας, με επίκληση με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη την 142/1986 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χερσονήσου, η οποία εκδόθηκε επί σχετικής αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων περί νομής και με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εκείνη.
Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και το έγγραφο αυτό, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ιδιαίτερη μνεία αυτού.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη 1) την ένδικη αγωγή, 2) τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, 3) την από τους τελευταίους ασκηθείσα αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων περί νομής και 4) τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων επί της αιτήσεως αυτής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χερσονήσου, από τα οποία διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ομολογία των αναιρεσιβλήτων περί της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου με τη συνεχόμενη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων και ότι και τα δύο ακίνητα βρίσκονται στην ίδια θέση και είναι εφαπτόμενα, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν προτάθηκε στο Εφετείο η επίμαχη ομολογία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση, ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε, κατ' ανάγκη, αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και δη την από 14-7-2006 έφεση και τις από 24-1-2008 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των ήδη αναιρεσειόντων, αυτοί πρόβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενοι, ότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη, που είναι η έκδοση της 992/1991 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία αντικαταστάθηκε ο αρχικώς διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας, και μέχρι τη κατάθεση της από το νέο πραγματογνώμονα σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης στις 2-12-2004, παρήλθε χρονικό διάστημα 14 ετών περίπου, κατά το οποίο οι ενάγοντες αδράνησαν και έτσι δημιουργήθηκε σ' αυτούς η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, ενώ κατά το χρονικό αυτό διάστημα αυτοί (εναγόμενοι-αναιρεσείοντες), προέβησαν στην κατασκευή συγκροτήματος ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων.
Η εν λόγω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού υπό τα άνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνεται η ένσταση αυτή, με δεδομένο ότι μόνη η μακρά αδράνεια δεν αρκεί, για τη θεμελίωσή της αφού δεν γίνεται επίκληση και άλλων περιστατικών.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ως μη νόμιμη και απορριπτέα την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος "εν όψει και του, ότι ναι μεν η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, δεν περατώθηκε αμέσως, πλην όμως και οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να ζητήσουν την αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, ώστε να διευκρινιστεί το σχετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, οπότε στη συνέχεια θα μπορούσαν τυχόν να προβούν στη κατασκευή της οικοδομής τους", δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και συνεπώς οι συναφείς πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης και πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο άνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη,, απαράδεκτη ή μη νόμιμη. Επομένως, οι συναφείς πέμπτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης και πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ως μη νόμιμη την προβληθείσα από αυτούς ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο μέρος του, από τον αριθμό 8 περ.
α' (και όχι περ. β' που αναφέρεται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων), προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη κυριότητα του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού οι τελευταίοι δεν είχαν προτείνει τέτοιο αγωγικό ισχυρισμό.
Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι οι ενάγοντες-αναρεσίβλητοι είχαν ισχυριστεί, ότι τόσο ο δικαιοπάροχός τους όσο και οι ίδιοι, μετά το θάνατό του το 1955 ως κληρονόμοι του, ασκούσαν συνεχώς πράξεις νομείς στο επίδικο πέραν της εικοσαετίας. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ρητά ως νόμω αβάσιμο.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2009 αίτηση και τους από 28-7-2010 πρόσθετους λόγους των 1) Γ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της 402/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ