Supreme Court allows appeal against second instance court for failure to verify 80-year public use requirement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second instance court's decision regarding a public land dispute. The appellant argued the lower court failed to verify the statutory 80-year continuous public use requirement mandated by the Civil Code. The court ruled that the second instance judgment was substantively flawed for omitting this critical factual verification, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; Article 415 of the Decree-Law 14/7.7.1999: A second instance court must explicitly verify the statutory requirements for public use, such as the 80-year continuity, and a failure to do so constitutes a substantive violation justifying the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 98 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 98/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Κύμης Ευβοίας, που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-8-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας ... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχική δικάσιμο της 3-12-2008, από την οποία αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 18-11-2009), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Δήμο, -κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 88 του ν. 3468/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"-, και συγκεκριμένα στην "εντεταλμένη", όπως αναγράφεται στην πιο πάνω έκθεση, "και επί των βιβλίων υπάλληλο" αυτού ... ο οποίος όμως (Δήμος) δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576§2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22, 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας. Προκειμένου, επομένως, να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή, η οποία θεμελιώνεται στην ιδιότητα του πράγματος ως κοινοχρήστου, πρέπει να καθορίζονται στην απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά νόμο, δηλαδή, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ ΒΡΔ, που προπαρατέθηκαν, για την εφαρμογή του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Έτσι, δεν αρκεί η αναφορά στην απόφαση της ιδιότητας του πράγματος ως κοινοχρήστου και της κτήσης της εν λόγω ιδιότητας με την κοινή χρήση του πράγματος από δύο κατά συνέχεια γενεές (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα), αλλά απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται σ' αυτή, ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946).
Διαφορετικά η απόφαση αρκείται σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις του ΒΡΔ, που προμνημονεύθηκαν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝ Α.Κ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εντός της πόλεως της .., σε εγκεκριμένο σχέδιο, στη θέση ..., βρίσκεται ο επίδικος χώρος, συνολικής εκτάσεως εβδομήντα ενός και 10/100 τετραγωνικών μέτρων (71,10 τ.μ.), ο οποίος εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2004, με τα στοιχεία Α-1-6-7-Α, τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ζ, και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 1-Α μήκους 8,50 μέτρων με δημοτικό δρόμο, δυτικά σε πλευρά 6-7 μήκους 9,50 μέτρων με ιδιοκτησία εκκαλούντος, βόρεια σε πλευρά 6-1 μήκους 7,90 μέτρων με εγκεκριμένο πεζόδρομο σχεδίου πόλεως και νότια σε πλευρά 7-Α μήκους 7,80 μέτρων με ιδιοκτησία ....
Ο χώρος αυτός, ενός του οποίου υπήρχε πηγάδι, είναι άγνωστο πότε διαμορφώθηκε και πότε ανοίχθηκε το πηγάδι αυτό. Αποδείχθηκε, όμως, ότι οι κάτοικοι της περιοχής πάππου προς πάππο, προ αμνημονεύτων χρόνων, τον χρησιμοποιούσαν, διερχόμενοι από αυτόν, προκειμένου να αντλήσουν νερό για τις ανάγκες τους. Η πραγματική αυτή κατάσταση είχε διαμορφωθεί υπό το βλέμμα των απώτερων και άμεσων δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος και του ιδίου, διότι υπήρχε εδραιωμένη σε όλους η πεποίθηση ότι χρησιμοποιούταν κοινόχρηστο νερό από αντλούμενο από κοινόχρηστο χώρο, γι' αυτό άλλωστε η χρήση του χώρου γινόταν ακώλυτα κατά το παρελθόν, δίχως οι κάτοικοι της περιοχής να ενοχληθούν από τον εκκαλούντα ή τους δικαιοπαρόχους του.
Ενισχυτικό δε των ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι ο επίδικος χώρος διακρινόταν σαφώς από τις συνορεύουσες με αυτόν ιδιοκτησίες και ιδιαίτερα από την ιδιοκτησία του εκκαλούντος, η οποία διακρινόταν ακριβώς από αυτόν με ψηλό λιθόκτιστο τοίχο, ο οποίος εκτεινόταν κατά μήκος των συνόρων της με το επίδικο, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνεται σε αυτή ούτε ο ως άνω αμφισβητούμενος χώρος ούτε το πηγάδι, αλλά τόσο ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων όσο και οι δικαιοπάροχοί του να αναγκάζονται να εισέρχονται στο χώρο αυτό ανατολικά, όπου υπήρχε δημοτικός δρόμος, όπως άλλωστε και οι λοιποί κάτοικοι της περιοχής, προκειμένου να αντλήσουν νερό.
Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση μέχρι το έτος 1975, κατά το οποίο η πόλη της ... απέκτησε κεντρικό δίκτυο υδρεύσεως, κατόπιν η ζήτηση ύδατος από την επίδικη περιοχή μειώθηκε μέχρι που έπαυσε ολοκληρωτικά το έτος 1990, κατά το οποίο το πηγάδι καλύφθηκε. Εξάλλου, η κατάσταση αυτή, δηλαδή ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επιδίκου χώρου, προκύπτει από το έτος 1950 σε ένα από τα πρώτα σχέδια της πόλεως της .., στο κτηματολογικό διάγραμμα Δαβάκη, από το οποίο συνάγεται ευχερώς, δίχως να απαιτούνται ειδικές γνώσεις, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του επιδίκου, δεδομένου ότι η περίφραξη της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος δεν περιλαμβάνει τον επίδικο χώρο με το "φρέαρ", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται το πηγάδι στο διάγραμμα αυτό.
Επομένως, ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για την ερμηνεία του σχεδιαγράμματος Δαβάκη 1950 σε συσχετισμό με άλλα σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, που αφορούν στον επίδικο χώρο, ούτε το παρόν δικαστήριο κρίνει σκόπιμη τη διενέργειά της. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το σχεδιάγραμμα Δαβάκη δεν υπάρχει και γι' αυτό κακώς ελήφθη υπ' όψιν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν από το παρόν Δικαστήριο, είναι αντιφατικός και ως εκ τούτου δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στη δίκη, διότι ο ίδιος (ο εκκαλών) στις προτάσεις του το προσκομίζει και το επικαλείται.
Ακολούθως, η ίδια πραγματική κατάσταση και η ίδια περίπου οριοθέτηση, που αποτυπώθηκε στο προαναφερθέν σχεδιάγραμμα, αποτυπώθηκε και στο σχέδιο πόλεως της ... του έτους 1989, επί του οποίου δεν προέκυψε αν ο εκκαλών είχε προβάλει αντιρρήσεις ή ενστάσεις και το οποίο τελικά εγκρίθηκε με το διάταγμα της 30ης Μαΐου 1989.
Με το σχέδιο αυτό παγιώθηκε μία πραγματική κατάσταση, δεδομένου ότι κανείς σήμερα δεν γνωρίζει από ποιούς ανοίχθηκε το πηγάδι, το οποίο βρίσκεται στον επίδικο χώρο, το οποίο είναι γνωστό ως "πηγάδι του Θ" όπως και η ευρύτερη περιοχή, όπου αυτό κείται, ως Θέση "Θ" δίχως ωστόσο από κανένα στοιχείο να προκύπτει αν κάποιος Θ και ποιός ήταν κύριος της περιοχή, ιδιοκτήτης του πηγαδιού και αν και σε ποιους τα μεταβίβασε.
Αντιθέτως, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λαυρίου ... μεταβιβάστηκε η σημερινή ιδιοκτησία του, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, στον απώτερο δικαιοπάροχό του ... ριγράφηκε ανωτέρω και απεικονίζεται στα προαναφερθέντα διαγράμματα. Άλλωστε, ο εκκαλών πέραν του προαναφερθέντος τίτλου, στον οποίο αναγράφεται μεταβιβασθείσα έκταση επιφανείας 200 τ.μ., και του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών, στο οποίο αναγράφεται μεταβιβασθείσα έκταση επιφανείας 500 τ.μ. ..., δεν προσκομίζει ενδιάμεσους τίτλους του διαστήματος από το έτος 1914 μέχρι το έτος 1980, ώστε να διαπιστωθεί ακριβώς η ταυτότητα του ακινήτου που μετεβιβάσθηκε στους δικαιοπαρόχους του. Περαιτέρω, ο εκκαλών το έτος 1990 άρχισε να διεκδικεί το επίδικο.
Το ίδιο έτος, όπως προαναφέρθηκε, κάλυψε το πηγάδι, πράξη για την οποία ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη για φθορά πράγματος, που χρησιμεύει για κοινό όφελος, και παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος. Τελικά για την πράξη αυτή κηρύχθηκε αθώος, με την υπ' αριθμ. 557/1995 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, όχι διότι κρίθηκε ότι ήταν ιδιοκτήτης του πηγαδιού, αλλά ελλείψει δόλου, λόγω της αμφισβητήσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του πηγαδιού και γενικότερα της επιδίκου εκτάσεως.
Αργότερα, το έτος 1995, με αίτησή του προς το Δήμο ... και ήδη αναιρεσίβλητο ζήτησε να αποχαρακτηρισθεί και να του αποδοθεί η επίδικη έκταση. Το δημοτικό συμβούλιο του εν λόγω Δήμου, κρίνοντας επί της αιτήσεως αυτής, αποφάσισε τον αποχαρακτηρισμό της επιδίκου εκτάσεως και την απόδοσή του στον εκκαλούντα. Πλην όμως το τμήμα πολιτικών σχεδίων και κανόνων της Διευθύνσεως ΧΟΠ της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως ...
εισηγήθηκε προς το ΣΧΟΠ την απόρριψη της προτεινομένης τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως της ..., ενώ μεταγενέστερα, το έτος 2002, το τμήμα πολιτικού σχεδιασμού και εφαρμογών της Διευθύνσεως περιβάλλοντος και χωροταξίας Στερεάς Ελλάδος απέκλεισε την αιτούμενη από τον εκκαλούντα τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ..., διότι αφορούσε σε μη νομίμως προτεινόμενη μείωση κοινοχρήστου χώρου.
Παρά ταύτα, ο εκκαλών το έτος 1998 προέβη στην κατάληψη του επιδίκου χώρου, τοποθετώντας περίφραξη από σύρμα και αμέσως μετά κατασκευάζοντας πέτρινο τοίχο στη βόρεια και ανατολική πλευρά του, αν και προ δύο ετών (1996) το τμήμα πολιτικού σχεδιασμού και εφαρμογών της Διευθύνσεως περιβάλλοντος και χωροταξίας Στερεάς Ελλάδος του γνωστοποίησε εγγράφως ότι δεν είναι δυνατή η προώθηση του αιτήματός του.
Τον επίδικο χώρο με πηγάδι, του οποίου η αξία εκτιμάται στα εννιακόσια (900,00 €) ευρώ, εξακολουθεί να το κατέχει ο εκκαλών μέχρι και σήμερα, αρνούμενος έτσι να το αποδώσει στην κοινή χρήση. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, περί του χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως ως κοινόχρηστης, κατατέθηκαν με σαφήνεια και ακρίβεια, όπως προκύπτει και από ιδία κυρίως αντίληψη της μάρτυρος ..., η οποία εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου .....
από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους ως άνω και τα λοιπά δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα απολύτως από αυτά, καθώς και από την με αριθμό 11844/11-01-2005 ένορκη βεβαίωση των ... συζ. ..., το γένος ..., οι οποίοι είναι κάτοικοι της περιοχής, δεν προσδοκούν όφελος από την έκβαση της δίκης και όσα γνωρίζουν τα γνωρίζουν εξ ιδίας αντιλήψεως.
Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, ..., ο οποίος, επίσης, εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τυγχάνει γιος του, δεν δύναται να αναιρέσει την παραπάνω διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση, ούτε η από 02-02-1995 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού ... και η από 24-10-2005 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ..., διότι δεν ανατρέπουν την πραγματική κατάσταση, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο σχεδιάγραμμα Δαβάκη του έτους 1950 και στο από το έτος 1989 σχέδιο πόλεως ..., τα οποία συντάχθηκαν σε προγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ο χαρακτήρας της εν λόγω εκτάσεως δεν είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επίδικου εδαφικού τμήματος και, ακολούθως, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντα Δήμου και ήδη αναιρεσιβλήτου, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση.
Δεν διευκρινίζεται, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη κατά νόμο αμνημονεύτου αρχαιότητα στη χρήση του επίδικου ακινήτου από τους δημότες του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή αν η κοινή χρήση του τελευταίου είχε διαρκέσει δύο συνεχόμενες γενεές επί συνολικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946).
Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις για την παραδοχή της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης, ενόψει και του ότι δεν διευκρινίζεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 415 του π.δ/τος της 14-7/27.7.1999 (άρθρο 28 του ν.1337/1983), η οποία, όμως, προϋποθέτει τη - μη υπάρχουσα στην πιο πάνω απόφαση - παραδοχή, ότι η κοινοχρησία του επίδικου χώρου είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης έμμεσα από ενέργειές του) ή προκύπτει από την πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα.
Ο πρώτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προμνημονεύθηκαν, όπως επιτρεπτά συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Δικαστή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει γι' αυτό να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 26/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ