Legislator Case Law & Legislation
989/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of explicit authorization for court session.

Case Number 989/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against a labor dispute judgment. The appellants argued for a retrial based on insufficient reasoning and contradictory evidence evaluation, while the respondent company contended the lower court's findings were sound. The court ruled that the appeal was inadmissible for three appellants due to a lack of explicit authorization for the hearing and rejected the second ground of appeal as it did not apply to the specific procedural history.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, and 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the defendant fails to appear or participate in the hearing without explicit authorization, and the ground of appeal regarding contradictory reasoning does not apply when the lower court dismissed the claim as vague rather than forming a factual finding.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of authorization contradictory reasoning Code of Civil Procedure labor dispute appeal dismissal procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 989 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 989/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β., 2) Γ. Χ., 3) Α. Β., 4) Ι. Κ. και 5) Κ. Κ., όλων κατοίκων ... Οι 1ος και 4ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος, 3ος και 5ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5606/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011), η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου (576 ΚΠολΔ) με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, η διάταξη του οποίου, κατά το άρθρο 98 του αυτού νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι, στην περίπτωση που η επίσπευση της συζητήσεως είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από εκείνον (απολειπόμενο) προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 26/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση από 25-9-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς προσδιορίστηκε κατά τη δικάσιμο της 16-11-2010, κατά την οποία και ματαιώθηκε, λόγω της διενέργειας των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών. Με την από 21-1-2011 κλήση των αναιρεσειόντων (και των πέντε), την οποία υπογράφει ως πληρεξούσιός τους ο δικηγόρος Πειραιώς Θεόδωρος Σαρρής, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 15-11-2011, κατά την οποία η συζήτηση της αναιρέσεως, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2012, οπότε, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε και πάλι η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (22-1-2013).

Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, εκ των καλούντων - αναιρεσείοντων, μόνο ο Σ. Β. (1ος) και ο Ι. Κ. (4ος) από τον παραπάνω δικηγόρο Θεόδωρο Σαρρή, με δήλωση κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον οποίο (δικηγόρο) είχαν εξουσιοδοτήσει προς τούτο οι αναιρεσείοντες αυτοί (1ος και 4ος), όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από 30-10-2012 "Ιδιωτικά Έγγραφα Χορήγησης Πληρεξουσιότητας" αυτών προς τον εν λόγω δικηγόρο (επί των οποίων εγγράφων υπάρχει Βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των παρεχόντων την πληρεξουσιότητα αναιρεσειόντων από τον αρμόδιο υπάλληλο του ΚΕΠ 252 Δήμου Νίκαιας - Αγ.

Ι. Ρέντη). Οι λοιποί καλούντες - αναιρεσείοντες, ήτοι ο Γ. Χ. (2ος), ο Α. Β. (3ος) και ο Κ. Κ. (5ος) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρά το γεγονός, όμως, ότι τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως φέρονται ότι επέσπευσαν όλοι οι αναιρεσείοντες, με την από 21-1-2011 κλήση τους, επιδοθείσα στην παριστάμενη αναιρεσίβλητη, δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο υπογράφων την κλήση αυτή, ως πληρεξούσιός τους, δικηγόρος Πειραιώς Θεόδωρος Σαρρής ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος και των απολειπομένων αναιρεσειόντων Γ.

Χ., Α. Β. και Κ. Κ., που και για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση της αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε ότι αυτοί κλητεύθηκαν από κάποιον από τους νομίμως παριστάμενους ομοδίκους τους, ούτε από τη νομίμως παριστάμενη αναιρεσίβλητη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς (2ο, 3ο καο 5ο) και να προχωρήσει η συζήτησή της ως προς τους αναιρεσείοντες Σ.

Β. και Ι. Κ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, και απέδωσε σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο της ουσίας θα πρέπει να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο πρώτος ενάγων - αναιρεσείων Σ. Β. δεν ήχθη στην περί υπογραφής της επίδικης ατομικής συμβάσεως εργασίας δήλωση βουλήσεως, συνεπεία απειλής που μετήλθαν σε βάρος αυτού διευθυντικά στελέχη της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εταιρείας, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων (μεγάλου αριθμού) που εξετάσθηκαν και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και η από 11-4-2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (με αριθμ.

καταθ. 3274/2005), καθώς και η από 11-4-2005 αγωγή (με αριθμ. καταθ. 2787/2005), χωρίς να στηρίξει στα έγγραφα αυτά αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας ως άνω πόρισμά του.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερόμενων δύο εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ως προς τον παραπάνω πρώτο αναιρεσείοντα, αλλά και ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα Ι. Κ., καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 5606/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τον τέταρτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα ως αόριστη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, δεν συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αντιφατικότητα αιτιολογίας, αναφερόμενη στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα των από 18-5-2005 και 31-5-2005 επιστολών της αναιρεσίβλητης εταιρείας (εργοδότριας), που, σημειωτέον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αφορούν τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, αλλά άλλους εργαζόμενους στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης (που δεν υπέγραψαν την ατομική σύμβαση εργασίας), δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή των αποδείξεων είναι πλήρες και σαφές.

Κατά ταύτα, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου δε, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα, αφού ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη για τον τέταρτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσείοντες Σ. Β. και Ι. Κ. Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των αναιρεσειόντων αυτών, διότι η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-9-2009 αιτήσεως των Σ. Β., Γ. Χ., Α. Β., Ι. Κ. και Κ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Χ., Α. Β. και Κ. Κ. Και

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους αναιρεσείοντες Σ. Β. και Ι. Κ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ