Legislator Case Law & Legislation
989/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to untimely service of supplementary grounds and rejection of common sense argument.

Case Number 989/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a commercial partnership dispute. The appellant failed to prove timely service of supplementary grounds of appeal, rendering them inadmissible under procedural law. Additionally, the court rejected the argument that the lower court erred in applying common sense to the facts, finding the appellate court's reasoning sufficient and consistent.

Legislator headnote

AI generated

Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 1 item b of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal are inadmissible if not served on the respondent within thirty days prior to the hearing, and the lower court's application of common sense principles is not subject to appellate review if its reasoning is adequate.

Keywords

AI generated
supplementary grounds of appeal timely service requirement inadmissibility of appeal common sense principle commercial partnership dispute procedural deadline appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 item b of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 989 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 989/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Γεώργιο Χλαμπουτάκη Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Εταιρείας με την επωνυμία "SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ",που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης:......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1820/2000 μη οριστική,1204/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7604/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2005 αίτησή της και τους από 2-1-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του προσθέτου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό των πρόσθετων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικά ορισθεί στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαραδέκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 2-1-2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αυτό κατατέθηκε μεν εμπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-2-2006, ήτοι πλέον των 30 ημερών πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση συνεζητήθη. Δεν προκύπτει όμως επίδοση του σχετικού δικογράφου στην αναιρεσίβλητη, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Ως αγωγή η επίδοση της οποίας συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής δικονομικών τόκων κατ' άρθρ. 346 ΑΚ νοείται μόνον η καταψηφιστική, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της οποίας σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις σύμφωνα με τα άρθρα 221 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔικ, συνιστά μερική ανάκληση της αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται κατά το καταψηφιστικό της αίτημα σαν να μην έχει ασκηθεί (Ολ.

ΑΠ 7/2000). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, ο νομοθέτης επιβεβαιώνει ότι σκοπός για τον οποίο απαιτείται κατά κανόνα όχληση, είναι η δημιουργία βεβαιότητας στον οφειλέτη για το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής.

Ο σκοπός δε αυτός ικανοποιείται και η όχληση είναι περιττή, όταν τα μέρη έχουν συμφωνήσει ορισμένη ημέρα για την εκπλήρωση της παροχής, ρητά ή σιωπηρά. Ήτοι αρκεί από το περιεχόμενο της συμφωνίας τους να προκύπτει με βεβαιότητα ακριβώς προσδιορισμένος χρόνος παροχής. Κρίσιμο δηλαδή τελικά είναι να συνάγεται κατά τρόπο αναμφίβολο για τον οφειλέτη πότε πρέπει να εκπληρωθεί η οφειλή.

Στην προκειμένη περίπτωση , προκύπτει από την επισκόπηση α) της ένδικης αγωγής ότι με αυτή ζητήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη σε καταβολή δραχ. 10.000.000 νομιμοτόκως από 16.1.1995, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως β) των προτάσεων της ενάγουσας, της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζήτησης ότι με αυτές περιορίσθηκε το παραπάνω αίτημα, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, δηλαδή ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο αγωγικό ποσό και γ) της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι στη συναφθείσα μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας πετρελαιοειδών, με την επωνυμία "SHELL COMPANY (HELLAS) LIMITED", σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, στις 18-7-1994, με βάση την οποία η δεύτερη των ανωτέρω, εταιρία, θα προμήθευε υγρά καύσιμα και λιπαντικά, κατ' αποκλειστικότητα στην πρώτη τούτων, η οποία θα τα διέθετε στο πρατήριό της, που βρισκόταν στην ......, συνομολογήθηκε και ότι, το ποσό των 10.000.000 δραχμών, που κατεβλήθηκε απ' την πρατηριούχο αυτήν (αναιρεσίβλητο), ως εγγυοδοσία, για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης των υποχρεώσεών της, θα της επιστρεφόταν ατόκως, οποτεδήποτε έληγε ή λυνόταν η τοιαύτη σύμβαση.

Στις 17-11-1995, μεταξύ των διαδίκων υπογράφηκε από την ως άνω πρατηριούχο (αναιρεσίβλητη), άλλη έγγραφη συμφωνία, την οποία αντιστοίχως προσυπέγραψε και η ανωτέρω πετρελαϊκή εταιρία, στις 30-11-1995- με βάση την οποία, αμφότερα τα εδώ διάδικα μέρη συμφώνησαν, από κοινού ότι, λύουν από τις 20-11-1995 και εφεξής την υφιστάμενη μεταξύ τους, ως άνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ωσαύτως δε και "εκμισθώσεως κινητών....".

Με τον με αριθμό 4, όρο της τελευταίας αυτής συμφωνίας (της λύσεως, της τοιαύτης εμπορικής συνεργασίας) συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αυτών ότι, το ποσό των 10.000.000 δραχμών, που ως εγγυοδοσία της καλής εκτελέσεως της μεταξύ τους αρχικής συμβάσεως, είχε ήδη καταβάλει η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα εταιρία, ανελάμβανε η τελευταία αυτή (πετρελαϊκή εταιρία) την υποχρέωση, να το επιστρέψει ατόκως, στην αναιρεσίβλητη πρατηριούχο.

Παρά δε ταύτα η τελευταία αυτή, πετρελαϊκή εταιρία, αρνείται την επιστροφή του επίδικου αυτού ποσού των 10.000.000 δραχμών στην αναιρεσίβλητη, που ως δανείστρια του, το δικαιούται. Με τις παραδοχές αυτές το αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων από 16-11-1995 μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι δηλαδή οφείλονταν νόμιμοι τόκοι από 16-11-1995.

Δεν έγινε δε παραίτηση του αιτήματος αυτού της αγωγής, για τους οφειλόμενους τόκους από 16-11-1995 μέχρι την επίδοση της αγωγής, με την αναφορά στο ιστορικό της από 6-9-2004 έφεσης της αναιρεσίβλητης, ότι με την ένδικη αγωγή της ζητούσε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το αναφερόμενο σε αυτή (αγωγή) πόσο, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, εν όψει μάλιστα της γενόμενης στην αναφορά αυτή παραπομπής για το πλήρες νόημα της στην ειδικώτερη ανάλυση του περί τόκων αιτήματός της που γίνεται στο δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο κύριο αίτημα είναι η καταβολή νόμιμων τόκων από την 16-11-1995.

Επομένως το Εφετείο που αναγνώρισε οφειλή νόμιμων τόκων της αναιρεσείουσας από 5-12-1995, δεν παραβίασε τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ, ούτε επιδίκασε τόκους πλέον των ζητηθέντων και οι προβαλλόμενες με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 9 ΚΠολΔικ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων επιδίκασε τόκους που δεν ζητήθηκαν, διότι το αίτημα της αγωγής μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και περιορίσθηκε ακόμα περισσότερο με το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσίβλητης σε αναγνώριση νόμιμων τόκων μόνο από την επίδοση της αγωγής, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔικ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε η αναιρεσείουσα ότι η επί τρία συναπτά έτη και πλέον έλλειψη όχλησης της για επιστροφή του επίδικου ποσού των 10.000.000 δραχμών στην αναιρεσίβλητη συνιστά σιωπηρή έγκριση της τελευταίας για μεταφορά του ποσού αυτού η εγγύηση καλής εκτέλεσης της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και των .... (συζύγου της αναιρεσίβλητης) και ......., για παροχή από την πρώτη (αναιρεσείουσα) στους δεύτερους πρατηρίου πώλησης πετρελαιοειδών στη .......

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ειδικότερα ότι "δεν αποδείχθηκε, από κανένα αποδεικτικό μέσο (ή στοιχείοα), για το ότι, η εκκαλούσα, (και ήδη αναιρεσίβλητη), είτε πριν, είτε και μετά ακόμη την λύση της δικής της εμπορικής συνεργασίας, που είχε με την εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσείουσα) αναφορικά με το πρατήριό της, στην ...., συμφώνησε ή συναίνεσε και δη, ούτε με γραπτή, ούτε και με προφορική, προς τούτο, συμφωνία, ούτε δε ακόμη και σιωπηρώς έστω, στην μεταφορά του επίδικου ποσού, των 10.000.000 δρχ., προς την ανωτέρω ομόρρυθμη εμπορική εταιρία, που συνέστησαν, οι μη εδώ διάδικοι, .....

των υστέρων, αυτήν (την μεταφορά) του ποσού αυτού, ως πίστωση, υπέρ της εν λόγω ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, στην οποία άλλωστε δεν συμμετείχε καθόλου η ίδια (εκκαλούσα), για την κάλυψη της εγγυήσεως, που η Ο.Ε.Ε. συμφώνησε να καταβάλει στην εφεσίβλητη εταιρία την εγγυοδοσία (ιδική της), για την καλή εκτέλεση και εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, που απέρρεαν από την από 15-11-1995 (και 24-11-1995 αντίστοιχα) ιδική της, αποκλειστικά, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, που συνήψε με την εφεσίβλητη, για το πρατήριό της, που βρισκόταν στη ...".

Ακόμη έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης στο κρίσιμο αυτό ζήτημα της απόρριψης του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινόμενων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου. Τέτοιο δίδαγμα κοινής πείρας δεν αποτελεί η προαναφερόμενη επί τριετία απραξία της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει το επίδικο ποσό, η εμφάνιση του ποσού αυτού ως καταβληθέντος στην εταιρία που συμμετείχε ο σύζυγος της και η ιδιότητα του συζύγου της αυτού ως διαχειριστή του πρατηρίου ... της αναιρεσίβλητης, ούτε σε κάθε περίπτωση μπορούσε να χρησιμεύσει στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, στην έννοια της έγκρισης. Επομένως η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το παραπάνω δίδαγμα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών αυτών γεγονότων στην έννοια της έγκρισης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-12-2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 7604/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και το από 2-1-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ