Legislator Case Law & Legislation
987/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of lack of legal basis and improper burden of proof allocation.

Case Number 987/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in applying evidence rules and misallocated the burden of proof regarding marital property contribution. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning legally sound and the burden of proof correctly assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 338 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The cassation remedy is admissible only upon violation of substantive law rules or lack of legal basis in the decision, and the burden of proof must be correctly distributed between parties.

Keywords

AI generated
cassation appeal burden of proof substantive law violation legal basis marital property evidence rules court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 338 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 1400 no. 1 no. b of the Civil Code
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Cassation 7/2006
General Cassation 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 987 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 987/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. χας Σ. Δ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τουμασάτο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Δ. του Σ. και 2. Μ. Δ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4041/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4357/2006 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 771/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (4357/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3090/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί εκ νέου η αναιρεσείουσα με την 23 Μαρτίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Η ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1954 και ο εναγόμενος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1930 συνήψαν στις 6-1-1991 στον Ταύρο Αττικής νόμιμο γάμο δεύτερο και για τους δύο, από τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά. Ο εναγόμενος από τον προηγούμενο γάμο του είχε δύο ενήλικα ήδη, παιδιά τον Ε., ηλικίας τότε 25 ετών και τη Μ., ηλικίας τότε 29 ετών.

Η ενάγουσα και ο αρχικώς εναγόμενος μετά τη τέλεση τον γάμου τους εγκαταστάθηκαν στην ..., όπου συνέζησαν μέχρι 24-12-1996, οπότε διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους. Η ενάγουσα με την από 15-12-1997 αγωγή της και ο ενάγων με την από 25-...-1998 αντίθετη αγωγή του, ζήτησαν τη λύση τον μεταξύ τους γάμου, ο καθένας για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του άλλου.

Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8782/2001 οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και κήρυξε τη λύση του γάμου των διαδίκων για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της εναγομένης, ασκηθείσης δε εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6147/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Στη συνέχεια, μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, (στις 3-3-2003), ο εναγόμενος απεβίωσε στις 25-5-2003 και άφησε ως μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους του, όπως προκύπτει από την από 18-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 165/2004 πρακτικό του Μον/λούς Πρωτ/κείου Λασιθίου και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 40/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, τα τέκνα του Ε.

Δ. και Μ. Δ. (ήδη εφεσίβλητοι) κατά το ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, στον καθένα, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ο εναγόμενος Σ. Δ. κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του με την ενάγουσα ήταν κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα 190 στρεμμάτων περίπου, σύμφωνα με την αναλυτική περιγραφή τους στην ένδικη αγωγή, τα οποία βρίσκονταν σε διάφορες τουριστικές περιοχές της Κρήτης.

Επίσης αυτός κατείχε κατά ποσοστό 52% τον συνόλου των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "IERAPETRA BEACE Α.Ε." η οποία ασκεί, κατά το καταστατικό της, ξενοδοχειακή επιχείρηση στο ευρισκόμενο στην ... ξενοδοχειακό συγκρότημα 700 κλινών με τον διακριτικό τίτλο "PETRA MARE", ενώ παράλληλα παρείχε τις υπηρεσίες του στην ως άνω εταιρία ως διευθύνων σύμβουλος.

Ο εναγόμενος κατείχε την ως άνω ιδιότητα (μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου) στην εταιρία ήδη από της ιδρύσεώς της το έτος 1980, με τα εισοδήματα του δε από τη συμμετοχή του στην εταιρία είχε αποκτήσει μέχρι το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων (6-1-1991) μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου συνολικής αξίας το έτος 1996 (χρόνος εξαγοράς τους) 2.196.027 δρχ., καθώς και τίτλους του Δημοσίου (REPOS) οι οποίοι ρευστοποιήθηκαν κατά τα έτη 1994-1995 αντί του συνολικού ποσού των 6.502.453 δραχμών.

Επίσης ο εναγόμενος κατά τον άνω χρόνο τελέσεως του γάμου τηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς και συγκεκριμένα: 1) στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ λογαριασμός ο οποίος είχε εμφανίσει το έτος 1990 πιστωτικό κατάλοιπο 85.998.339 δρχ. και απέφερε από 1-1-1986 έως 31-12-1986 τόκους συνολικού ποσού 6.762.396 δρχ. και λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος απέφερε τόκους συνολικού ποσού 6.575.270 δρχ.

από 1-1-1991 έως 31-12-1996, 2) στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και στην ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ λογαριασμούς, οι οποίοι απέφεραν τόκους, αντίστοιχα, δρχ. 1.028.827 κατά τα έτη 1989-1995, δρχ. 550.387 κατά τα έτη 1991-1993 και δρχ. 3.820.711 κατά τα έτη 1989-1996, 3) λογαριασμούς στην "ΗΥΡΟ ΒΑΝΚ" και στην "DEUTSCE ΒΑΝΚ" οι οποίοι είχαν εμφανίσει, αντίστοιχα, πιστωτικά υπόλοιπα 78.893.563 δρχ.

στις 31-10-1990 και 11.000.000 δρχ. στις 23-1-1991. Στη συνέχεια το έτος 1997 ο εναγόμενος απόκτησε την ιδιότητα τοy μετόχου στην εταιρία με την επωνυμία "ΕΑΚΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" καθώς και στην εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΟΝΙ ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", καθεμιά των οποίων είχε μετοχικό κεφάλαιο προκύψαν από εισφορές συνολικής αξίας 38.151 ΕΥΡΩ ή 13.000.000 δραχμές, κατείχε δε αυτός από το σύνολο των μετοχών των ως άνω εταιριών ποσοστό 60% και 52% αντίστοιχα.

Ο εναγόμενος είχε συμμετοχή σε κάθε εταιρία κατά τον επίδικο χρόνο 22.890,68 ΕΥΡΩ και 19.838,59 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα. Στη συνέχεια η εταιρία "ΙΝΟΝΙ ΑΕ" απέκτησε κατά κυριότητα: 1) το έτος 1997 από την "ΕΤΒΑ" ένα ακίνητο εκτάσεως 17.618,97 τ.μ. μετά του υπάρχοντος ημιτελούς ξενοδοχειακού συγκροτήματος στη Θέση "ΝΗΣΙΔΑ" Αγίας Μαρίνας (πρώην Κοινότητα Μεσαγρού) τον Δήμου Αίγινας, αντί συνομολογηθέντος τιμήματος 154.500.000 δραχμών έναντι του οποίου ο εναγόμενος είχε προκαταβάλει το έτος 1996 το ποσό των 61.800.000 δραχμών και 2) το έτος 2000 ένα όμορο και εφαπτόμενο προς το άνω ακίνητο, αγροτεμάχιο επιφανείας 22.250 τ.μ.

αξίας 210.000.000 δραχμών. Επίσης ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα λόγω αγοράς των ακόλουθων μετοχών: 1) της εταιρίας με την επωνυμία "SOUTH TRAVEL ΑΕ" συνολικής αξίας 20.000.000 δραχμών και 2) της εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΙΟΣ ΖΕΥΣ ΑΕ" συνολικής αξίας 26.000.000 δραχμών, ως προς τις οποίες εταιρίες δεν προσδιορίζονται στην ένδικη αγωγή οι μετοχικοί τίτλοι κάθε μιας, δεν γίνεται αναφορά ως προς τον αριθμό τους ή ακόμη στη τελική αξία κάθε τίτλου, οπότε και ορθά απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως αόριστη ως προς την αξίωση της ενάγουσας της συμβολής της στην κτήση τους.

Από το ίδιο ως άνω, αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα έγινε κύριος: 1) λόγω αγοράς του 1/2 εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκει στην ενάγουσα) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-12-1994 συμβολαίου της συμβ/φου Αγίου Νικολάου Κρήτης Αικατ.

Κοζύρη - Περάκη, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.016,07 τ.μ. στη θέση "Μεσοράχη" Ξηροκάμπου Μιραμβέλλου Αγίου Νικολάου Κρήτης αντί τιμήματος 30.000.000 δραχμών και 2) λόγω αγοράς δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-10-1994 συμβολαίου της συμβ/φου Αγίου Νικολάου Κρήτης Ανβούλας Χουρδάκη - Λουκάκη, ενός αγρού εκτάσεως 3.497,51 τ.μ., στη Κοινότητα Κριτσά Μιραμβέλλου Αγίου Νικολάου Κρήτης αντί τιμήματος 3.000.000 δραχμών.

Εξάλλου, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, προέκυψε ότι η ενάγουσα κατά τη τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο διατηρούσε επιχείρηση με εργαστήριο παραγωγής (βιοτεχνία) γυναικείων ενδυμάτων στη περιοχή της Νίκαιας Πειραιώς με δύο καταστήματα πωλήσεως των ενδυμάτων στη περιοχή του Αιγάλεω Αττικής. Όμως, λόγω της ζημιογόνου λειτουργίας τους (βλ.

νομίμως προσκ. διαταγές πληρωμής 8464/1991, 7924/1991, 7667/1991, 5221/1991, 7165/1991, 2445/1991 και 2792/1991 τον Ειρηνοδικείου Αθηνών) αυτή αμέσως μετά τη τέλεση του γάμου της, διέκοψε τη λειτουργία τους και εγκαταστάθηκε στην ... . Στη νέα της εγκατάσταση άρχισε να λειτουργεί και πάλι όμοια επιχείρηση (κατάστημα πωλήσεως ετοίμων γυναικείων ενδυμάτων) πλην όμως, λόγω ελλείψεως κέρδους έπαυσε τη λειτουργία της στο πρώτο τετράμηνο.

Στη συνέχεα ανέλαβε τη λειτουργία καταστήματος πωλήσεως τουριστικών και συναφών ειδών εντός του χώρου του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος "ΡΕΤRΑ ΜΑRΕ", αλλά και πάλι έπαυσε τη λειτουργία του, λόγω συσσωρεύσεως χρεών ποσού 3.000.000 δραχμών μετά από τρίμηνη λειτουργία του (βλ. και σαφή κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως και εργαζόμενου εντός τον ξενοδοχείου).

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η από 21-1-1994 κατάσταση αφορά αγορές για το κατάστημα Ιεράπετρας έτους 1994 και όχι κέρδη της επιχειρήσεως. Επίσης, η ενάγουσα, όπως προκύπτει από τις νομίμως προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 1994, 1995 και 1996 (οικονομικής χρήσης 1993, 1994 και 1995), εισέπραξε από την εκμίσθωση καταστήματος (αποθήκης) συνιδιοκτησίας της (ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου) στο Αιγάλεω Αττικής τα ποσά των 1.418.995 δρχ., 1.216.722 δρχ.

και 1.466.563 δρχ. αντίστοιχα, ποσά όμως, που ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα διέθεσε εν όλω ή εν μέρει για την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε κάθε επιχειρηματική της δραστηριότητα δημιουργούσε μόνο χρέη που εξοφλούσε ο εναγόμενος με τη διάθεση των δικών του εισοδημάτων.

Επίσης, ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-1991 μέχρι 3-12-1996 κατέβαλε προς εξόφληση των χρεών της ενάγουσας, που προήρχοντο από την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, είτε με απ' ευθείας καταθέσεις σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε αυτή με τον πατέρα της, είτε μέσω δικηγόρου, το συνολικό ποσό των 16.830.354 δραχμών, καθώς επίσης αυτός κατέβαλε ικανά χρηματικά ποσά για νοσήλια για χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα τα έτη 1993 και 1995.

Τέλος, κατέβαλε αυτός το ποσό των 118.000 δραχμών για τη μεταφορά εξοπλισμού της συζυγικής κατοικίας τους από την ... στην πατρική οικία της ενάγουσας τον Οκτώβριο μήνα του έτους 1996. Όσον αφορά τις προσωπικές υπηρεσίες της ενάγουσας, τόσο προς το πρόσωπο του εναγομένου, όσο και για τη συντήρηση της συζυγικής τους κατοικίας στην ...

αποδείχθηκε, ότι από τη σύναψη του γάμου τους και μέχρι το έτος 1994 κατοικούσαν συνεχώς σε πλήρως εξοπλισμένο διαμέρισμα εντός του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος "ΡΕΤRΑ ΜΑRΕ", δεχόμενοι τις περιποιήσεις του υπαλληλικού προσωπικού του και έτσι η ενάγουσα δεν εβαρύνετο με προσωπική εργασία και απασχόληση για καθαριότητα, παρασκευή φαγητού και λοιπές οικιακές εργασίες.

Στη συνέχεια κατά τα έτη 1995 και 1996 οι διάδικοι από το μήνα Μάιο μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου κάθε έτους διέμεναν στο ξενοδοχείο, ενώ κατά το υπόλοιπο διάστημα σε μισθωμένο διαμέρισμα στην ....

Συνεπώς η ενάγουσα προσέφερε τις φροντίδες της στον εναγόμενο και απασχολήθηκε με τη περιποίηση της οικίας τους για χρονικό διάστημα μόνο 10 μηνών συνολικά σε όλη τη διάρκεια του γάμου τους και μέσα στα μέτρα της υποχρεώσεως αυτής για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας τους, σύμφωνα με το άρθρο 1389 ΑΚ. Επιπλέον, οι διάδικοι σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους πραγματοποιούσαν συχνά ταξίδια όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό (όπως Λας Βέγκας, Μαϊάμι, Χαβάι, Ν.Υόρκη, Λος Άντζελες, Αυστρία κ.α.) διαμένοντας σε πολυτελή ξενοδοχεία και δεχόμενοι τις υπηρεσίες του προσωπικού των ξενοδοχείων.

Συνεπώς, από όλα όσα εξετέθησαν, αποδείχθηκε ότι, η μετά τη τέλεση του γάμου της ενάγουσας με τον εναγόμενο, αύξηση της περιουσίας του τελευταίου, προήλθε χωρίς καμία συμβολή της ενάγουσας, αφού ουδεμία οικονομική παροχή εκ μέρους της προς τον εναγόμενο αποδείχθηκε, ούτε επίσης, η προσφορά της με την απασχόλησή της για τη φροντίδα και περιποίηση της οικίας τους και των εν γένει αναγκών της οικογενείας τους, υπερέβαινε το μέτρο της νομικής υποχρέωσής της για συμμετοχή στις οικογενειακές ανάγκες, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση με την υπ. αριθ. 771/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου ύστερα από την αναίρεση της προηγούμενης υπ.

αριθ. 4357/2006 απόφασής του με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της ενάγουσας για αποκτήματα κατά παραδοχή του λόγου της αναίρεσης από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απόφασης, απέριψε την έφεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ. που εφάρμοσε, ούτε και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες.

Συνεπώς ο έβδομος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό τους μέρος από τους αριθ. αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρου 559 με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Κατ' ακολουθίαν ο προβαλλόμενος υπό στοιχείο Ε λόγος της αναίρεσης υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, διότι και πάλι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα εκείνα για τη μη λήψη υπόψη των οποίων είχε αναιρεθεί η προηγούμενη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος (κατά το σχετικό του μέρος), τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την κατάθεση της μάρτυρας απόδειξης καθώς και όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στους ανωτέρω λόγους, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη (ορισμένα από αυτά μνημονεύονται και ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π. 478/2009, 212/2006). Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα όπως είχε δικαίωμα, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά) που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, εκ των οποίων κανένα δεν παρέχει κατά νόμο πλήρη απόδειξη σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συμβολής ή μη της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 338 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως σε βάρος της ενάγουσας σχετικά με το ζήτημα της τεκμαιρόμενης συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το 1/3 (άρθρο 1400 παρ. 1 εδ.

β' Α.Κ. (άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β' Α.Κ.) είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή κατά τη σχετική βάση όχι για το λόγο, ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, αλλά διότι αυτός απέδειξε την ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής ένστασής του.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2011 αίτηση της Μ. χήρας Σ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3090/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ