Legislator Case Law & Legislation
987/2011 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal regarding employee promotion, ruling administrative discretion non-reviewable.

Case Number 987/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court decision denying the promotion of an employee to the rank of Deputy Director. The bank argued that the promotion was arbitrary and caused financial loss, but the court held that the administrative council's evaluation of qualifications constitutes a substantive decision immune from judicial review. Consequently, the court rejected the claims of arbitrary omission and conflicting dates, ordering the bank to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(4), 9(1), 14(1), 10(1), 5 of the Organization of the National Bank of Greece; The administrative council's evaluation of employee qualifications for promotion is a substantive decision not subject to judicial review, unless there is a manifestly abusive omission.

Keywords

AI generated
administrative discretion judicial review employee promotion arbitrary omission substantive decision civil procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 1(4), 9, 3(1), 14, 9(1), 2, 10(1), 5 of the Organization of the National Bank of Greece
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 987 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 987/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Φ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλη Λιάπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1790/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6537/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 21-03-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 9, 3 παρ. 1 και 14, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/ 29-9-1953, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 267 της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου, η προαγωγή στις οργανικές θέσεις, από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και πάνω γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, με πρόταση του διοικητή, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας σε καθένα από τους προηγούμενους βαθμούς.

Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στη περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώρισή της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των δια φορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 §1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, άπαξ τελεσθείσα, γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από αυτές που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών και κατά τους κοινούς κανόνες να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά - ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, τελούν δε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του υπόχρεου, με την έννοια ότι το επιζήμιο γεγονός κατά τον χρόνο και τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τις μεταγενέστερες αυτές επιζήμιες συνέπειες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση τους νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειας τους με την αδικοπραξία.

Από τη γνώση αυτή της ζημίας, η απαίτηση του δικαιούχου είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, εκτός αν αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής, λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ένσταση, που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο.

Ακόμη, από το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 προκύπτει ότι με τη τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο βαθμό, η προαγωγή του λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει ο υπάλληλος όλα τα δικαιώματα που θα είχε αν είχε προαχθεί κανονικά στο βαθμό αυτό, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο τούτου βαθμό, μετά την συμπλήρωση του τυχόν απαιτούμενου χρόνου παραμονής του στο βαθμό που προήχθη δικαστικώς.

Το γεγονός ότι κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του άνω υπαλλήλου στον προηγούμενο βαθμό και δεν περιλαμβανόταν έτσι μεταξύ των κρινόμενων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη για προαγωγή στον επόμενο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με τη δικαστική απόφαση δεν δημιουργείται, αλλά αναγνωρίζεται το ήδη υπάρχον δικαίωμα προαγωγής και μπορεί γι' αυτό να αναγνωριστεί από το δικαστήριο ότι, ο πιο πάνω υπάλληλος είχε δικαίωμα προ αγωγής και στον επόμενο βαθμό, από τότε που συνέτρεξαν οι απαιτούμενες γι'αυτό τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, αφού και η προαγωγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της καταχρηστικής παραλείψεως των οργάνων του εργοδότη να τον προαγάγουν στον προηγούμενο βαθμό.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν δια πιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου εφόσον εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 2868/1922 και εγκρίθηκε με την ΥΑ 42461/27-6-1932,ορίζεται ότι "πας ησφαλισμένος ή δικαιοδόχος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούμενος συν τάξεως εκ του Ταμείου τούτου ή αυξήσεως ή αναθεωρήσεως αυτής ή παροχής οικονομικής ή οιουδήποτε επιδόματος του άρθρου 12 του παρόντος, υποχρεούται να υποβάλη, επί ποινή εκπτώσεως από του δικαιώματος, εντός πενταετίας, αφ'ης το δικαίωμα εγεννήθη, αίτησιν προς το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου, ήτις καταχωρείται εις το υπό της υπηρεσίας τηρούμενον πρωτόκολλον.

Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως συνεπάγεται την έκπτωση από του δικαιώματος. Επί της αιτήσεως αποφαίνεται το Διοικητικόν Συμβούλιον δι' αποφάσεώς του. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθ'ον υπεβλήθη η αίτησις του ενδιαφερομένου...".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη στις 21-10-1964 από την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο με το βαθμό του δοκίμου, υπηρέτησε δε σ'αυτή συνεχώς από την πρόσληψή του μέχρι 3-2-2000, οπότε αποχώρησε εθελουσίως στα πλαίσια ειδικού προγράμματος εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της το οποίο είχε θεσπισθεί με την από 15-12-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου υπαλλήλων ΕΤΕ, και κατ' εφαρμογή της υπ'αριθμ. 292/β'/17-12-1999 εγκυκλίου αυτής, με το βαθμό του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή, στον οποίο είχε προαχθεί κατ' απόλυτη εκλογή από 1-7-1991.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να τον προάγει στο βαθμό αυτό, με αποτέλεσμα να ασκήσει αγωγή, μετά την αποχώρησή του από την πρώτη επί της οποίας εκδόθηκε η 1696/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και αναγνωρίστηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-7-1995,η απόφαση δε αυτή έγινε τελεσίδικη με τη 8098/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και αμετάκλητη με την 600/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου...Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών (30-9-2002) ο ενάγων υπέβαλε στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της ΕΤΕ τη με αριθμό πρωτοκόλλου 9563/4-11-2002 αίτησή του με την οποία ζητούσε την αναπροσαρμογή της σύνταξής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και να του καταβληθούν οι συνταξιοδοτικές διαφορές που προέκυπταν μετά την έκδοση της άνω απόφασης μεταξύ της σύνταξης του Υποδιευθυντή που έπρεπε να του καταβάλλεται και εκείνης του Συπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι του καταβαλόταν, καθώς επίσης και οι διαφορές της επικουρικής σύνταξης από το Ταμείο Αυτασφάλειας.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του παραπάνω Ταμείου Συντάξεων αποφάσισε την αναπροσαρμογή της σύνταξης του ενάγοντος σύμφωνα με το βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή σ'αυτόν των συνταξιοδοτικών διαφορών ενός έτους πριν από την υποβολή της ως άνω αίτησης, ήτοι από 4-11-2001 έως 4-11-2002, ενώ απέρριψε το αίτημα του για καταβολή των συνταξιοδοτικών διαφορών πέραν του έτους, ήτοι του χρονικού διαστήματος από 2-2-2000 έως 3-11-2001, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.1 εδ.τελευταίο του Κανονισμού του Ταμείου, το οποίο ορίζει ότι "....Εις ουδεμίαν ανεξαιρέτως περίπτωσιν αναγνωρίζονται αναδρομικώς εις βάρος του Ταμείου συντάξεις ή αυξήσεις ή περιοδικαί παροχαί ή οικονομικά αποτελέσματα δια χρονικόν διάστημα πέραν του έτους από της πρώτης του μηνός, καθ'ον υπεβλήθη η αίτησις του ενδιαφερομένου".Το ίδιο φυσικά συνέβη και με την επικουρική σύνταξη η οποία ακολουθεί πάντοτε την κυρία.

Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της ΕΤΕ, συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ.ΑΚ, και παρέχει στον παραλειφθέντα ενάγοντα το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψη του, υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και της παραπάνω έμμεσης ζημίας του, ήτοι της στέρησης της διαφοράς σύνταξης και επικούρησης που θα ελάμβανε εάν είχε εξέλθει της υπηρεσίας με το βαθμό του Υποδιεθυντή, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-2-2000 έως 4-11-2001...

Επομένως, το πρώτο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση στον ενάγοντα της διαφοράς των μηνιαίων συντάξεων, κύριας και επικουρικής, που απώλεσε από 2-2-2000 έως 4-11-2001, μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή που έπρεπε να κατέχει και της αντίστοιχης σύνταξης που έπρεπε να λαμβάνει και του Συπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι κατείχε και της σύνταξης του βαθμού αυτού που πράγματι ελάμβανε, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει δεκτό και ως βάσιμο κατ'ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 10287,46 ευρώ....Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων από δικό του πταίσμα (αμέλεια) παρέλειψε να αποτρέψει το μέγεθός της ζημίας του και συγκεκριμένα ότι παρέλειψε να ασκήσει την σχετική αγωγή για όσο διάστημα ήταν εν ενεργεία υπάλληλος (περί που 3 χρόνια)και ότι παρέλειψε να ενημερώσει το Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού της, τόσο κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του για χορήγηση σύνταξης, όσο και μεταγενέστερα ότι αμφισβητεί ουσιαστικά το μισθολόγιο βάσει του οποίου υπολογίστηκε το ύψος της δικαιουμένης απ' αυτόν σύνταξης και επικούρησης, ο οποίος συνιστά ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 παρ.1 ΑΚ), και την οποία επαναφέρει νόμιμα και στη παρούσα δίκη με τις προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο ο αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι ουδέν πταίσμα βαρύνει τον ενάγοντα, δεδομένου ότι αυτός άσκησε την περί προαγωγής αγωγή του, μέσα στο χρόνο της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ, ενώ αμέσως μετά τη δημοσίευση της 8098/ 30-9-2002 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και εντός ευλόγου χρόνου και συγκεκριμένα στις 4-11-2002 με την υπ'αριθμ.9463/4-11-2002 αίτηση του, υπέβαλε στους ασφαλιστικούς Οργανισμούς το αίτημα του.

Σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν μπορούσε να ενημερώσει ενωρίτερα εγκύρως τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, αφού δεν κατείχε τελεσίδικη απόφαση προς εκτέλεση. Αλλά και να το έπραττε ουδεμία έννομη συνέπεια θα είχε αφού δεν είχε γεγεννημένη κατά των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Επίσης ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η παραπάνω αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, διότι αυτός έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος, ήτοι της παράλειψης της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή στις 18-2-1997,οπότε ανακοινώθηκαν στο προσωπικό της οι γενόμενες προαγωγές με την εγκύκλιο της διοίκησης 3/18-2-1997,και η πενταετής παραγραφή της παραπάνω απαίτησης του ενάγοντος η οποία άρχισε την άνω ημερομηνία (18-2-1997), συμπληρώθηκε στις 18-2-2002, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής (14-1-2005), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση ναι μεν ο ενάγων, όπως συνομολογεί με την έφεσή του, έλαβε γνώση της παραλείψεώς του και της προαγωγής των προς σύγκριση συναδέλφων του, στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, στις 18-2-1997, με τη πιο πάνω 3/18-2-1997 εγκύκλιο της εναγομένης, πλην όμως, όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή στις 18-2-2002 δηλαδή πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής τη 14-1-2005 καθόσον η επίδικη αξίωσή του γεννήθηκε και έγινε δικαστικά επιδιώξιμη, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, με την υποβολή σχετικού αιτήματος στο Ταμείο Συντάξεων του Προσωπικού ΕΤΕ, μετά τη συνταξιοδότησή του (3-2-2000) και από τότε που αναγνωρίστηκε τελεσίδικα με την 8098/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δημοσιεύθηκε στις 30-9-2002, ότι πρέπει να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή και συνεπώς η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου δεν υπέκυψε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ.".

Με τις παραδοχές του αυτές, με τις οποίες το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως προς μεν την κύρια βάση της, από την παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη, κατά δε την επικουρική βάση της από αδικοπραξία, κατ'ουσίαν και ως παραγεγραμμένη, και απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, ακολούθως εξαφάνισε την άνω πρωτόδικη απόφαση και διακρατήσαν την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω επικουρική βάση της και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, μεταξύ των άλλων, ως αποζημίωση και το ποσό των 10287,46 ευρώ που αφορά τη διαφορά των μηνιαίων συντάξεων (κύριας και επικουρικής) που απώλεσε από 2-2-2000 έως 4-11-2001, μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή που έπρεπε να κατέχει και του βαθμού του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή που πράγματι κατείχε, απορρίψαν τις σχετικές ενστάσεις παραγραφής της ανωτέρω αξίωσης του αναιρεσιβλήτου και του συντρέχοντος πταίσματος αυτού στη ζημία που υπέστη, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού (Εφετείου), διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα, της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κριθείσας παράνομης, ως καταχρηστικής, παράλειψης της προαγωγής, από τα αρμόδιο όργανα της αναιρεσείουσας, του αναιρεσιβλήτου στο βαθμό του Διευθυντή και της ανωτέρω ζημίας του, από την στέρηση της διαφοράς σύνταξης που θα ελάμβανε, αν είχε εξέλθει της Υπηρεσίας με τον βαθμό του Υποδιευθυντή για το επίδικο χρονικό διάστημα, της μη παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, καθώς και της μη συνδρομής συντρέχοντος πταίσματος του τελευταίου ως προς το μέγεθος της ανωτέρω ζημίας του, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300 και 937 ΑΚ και 21 παρ.1 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων του Προσωπικού της ΕΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν.2868/1922 και εγκρίθηκε με την ΥΑ 42461/27-6-1932, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, ως προς την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, η παραδοχή του Εφετείου, ότι, ναι μεν ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της παράλειψης του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και συνακόλουθα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσείουσας στις 18-2-1997 με την 3/18-2-1997 εγκύκλιό της, με την οποία ανακοινώθηκαν στο προσωπικό της οι γενόμενες προαγωγές, πλην όμως δεν μπορούσε να προβλέψει τις αναφερθείσες στη προηγούμενη σκέψη, ζημιογόνες συνέπειες εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, ούτε μπορούσε να επιδιώξει την αξίωσή του αυτή πριν τη συνταξιοδότησή του, είναι πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις, στηρίζει δε το απορριπτικό της ένστασης αυτής διατακτικό της αποφάσεώς του.

Και αυτό γιατί όταν ο αναιρεσίβλητος στις 18.2.1997 πληροφορήθηκε την παράλειψή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή ήταν ακόμη εν ενεργεία υπάλληλος, δεν ήταν δε δυνατό κατά την αντίληψη των συναλλαγών, τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τους κοινούς κανόνες να προβλέψει ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1999 (15-12-1999) θα εδημιουργείτο από την αναιρεσείουσα πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου με βάση το οποίο θα είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει πρόωρα από την υπηρεσία της, ώστε να προνοήσει να επιδιώξει την αξίωσή του από τη ζημία που υπέστη, λόγω μειωμένης καταβολής της κυρίας και επικουρικής σύνταξης, οφειλομένης στη παράλειψη της προαγωγής του στο ως άνω βαθμό, την οποία επίσης, ούτε θα μπορούσε να ασκήσει πριν από την αποχώρησή (συνταξιοδότηση) του, την οποία τελικώς πληροφορήθηκε μόλις αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας στις 3-2-2000, όταν δε άσκησε την ένδικη αγωγή στις 14-1-2005, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή ως προς την αξίωσή του αυτή.

Η περαιτέρω επάλληλη παραδοχή του Εφετείου, η οποία στηρίζει το αυτό ως άνω απορριπτικό διατακτικό της ένστασης αυτής παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την οποία οι ένδικες αυτές αξιώσεις δεν υπέπεσαν σε παραγραφή γιατί ναι μεν γεννήθηκε στις 18.2.1997, η δικαστική όμως επιδίωξή τους ήταν δυνατή (εκτός του χρόνου που στην προηγούμενη σκέψη αναφέρεται, ήτοι από 3.2.2000) "και από τότε που αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα με την 8098/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 30.9.2002, ότι πρέπει να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή.....εφόσον δε η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 14.1.2005 δεν υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ....", ναι μεν είναι εσφαλμένη, καθόσον με την ως άνω 8092/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.7.1995 δεν γεννήθηκε το ήδη υπάρχον δικαίωμα του εν λόγω διαδίκου προαγωγής του στον ως άνω βαθμό, αλλά αναγνωρίσθηκε ότι αυτό προϋπήρχε, προσβλήθηκε δε με την καταχρηστική παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό αυτό, πλην ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για αντιφατικότητα στις ημερομηνίες που δέχθηκε το Εφετείο ως χρόνο έναρξης της παραγραφής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η παραδοχή του Εφετείου που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη και η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεση, στηρίζει το απορριπτικό της ως άνω ένστασης διατακτικό της απόφασης.

Ως προς την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, το Εφετείο έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε, απορρίπτοντάς την, σε ορθό διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η ένσταση αυτή ήταν μη νόμιμη, καθόσον αφενός η μη έγκαιρη αμφισβήτηση της παράλειψης της προαγωγής του από τον αναιρεσίβλητο, δεν ασκεί κα μία επιρροή ως προς την άρση ή τη μείωση της εκτεθείσας ζημίας του και αφετέρου η εκ μέρους του παράλειψη ενημέρωσης του Ταμείου Συντάξεων ότι αμφισβητεί το μισθολόγιο με βάση το οποίο υπολογίστηκε το ύψος της δικαιουμένης απ' αυτόν κύριας και επικουρικής σύνταξης, δεν συνιστά επίσης λόγο άρσης ή μείωσης της ως άνω ζημίας του, δεν διαλαμβάνονται δε στο αναιρετήριο ότι προτάθηκαν και άλλά τυχόν συντρέχοντα περιστατικά, άγοντα εκ της καθυστερήσεως ασκήσεως της αξιώσεως, σε επαύξηση της ζημίας αυτής του αναιρεσιβλήτου.

Ο ως άνω φορέας δεν ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει αυξημένη σύνταξη κύρια και επικουρική και λοιπές παροχές, αντίστοιχες του μεγαλύτερου βαθμού, στον οποίο δεν προήχθη ο αναιρεσίβλητος κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, πριν από την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του και της καταβολής στο ως άνω Ταμείο της αντίστοιχης διαφοράς των σχετικών εισφορών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι. Εξάλλου, δεν υπάρχει καμία αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να αποζημιώσει τον αναιρεσίβλητο εξαιτίας της παράλειψής της να τον προάγει στο βαθμό του Υποδιεθυντή και ότι υπόχρεοι για κάλυψη της διαφοράς της κυρίας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούνταν εκείνος κατά το διάστημα από 2-2-2000 έως 4-11-2001, είναι οι ασφαλιστικοί οργανισμοί του προσωπικού της (αναιρεσείουσας).

Και αυτό γιατί με την πρώτη παραδοχή υπονοείται ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να αποζημιώσει τον αναιρεσίβλητο, λόγω της αδικοπραξίας της, ενώ με τη δεύτερη ότι υπόχρεος να καλύψει τις διαφορές στη κύρια και την επικουρική σύνταξη αυτού είναι ο ασφαλιστικός φορέας στον οποίο είχε ασφαλισθεί ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος).

Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά το αντίστοιχο μέρος, με το οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 6537/ 2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ