Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court order due to non-existence of appeal right for future cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court order regarding a bankruptcy liquidation. The appellant challenged a decision that rejected their objection to a creditor list and excluded them from the liquidation plan. The court ruled that the specific bankruptcy law provision prohibiting appeals against First Instance Court decisions in such matters applies to all future cases, not just those pending at the time the law took effect. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because the statutory right to appeal had never existed for this type of decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 46a(1) & (2) of Law 1892/1990; Appeals against First Instance Court decisions in bankruptcy liquidations are inadmissible for all future cases, as the prohibition applies generally to the procedure rather than retroactively to past decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 987 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 987/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σιούφα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΕΤΕ)ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της ατομικά, και ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε σ'αυτήν και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις ανακοπές από α.17-4-2000 της ήδη αναιρεσίβλητης, β.18-4-2000 του ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), γ. 19-4-2000 του ..... και δ. 9-5-2000 του ..... που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 5336/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-5-2002 αίτησή του και τους από 8-12-2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 23-12-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Στέφανου Γαβρά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 46α παρ. 1 του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% του συνόλου των απαιτήσεων κατά των προσδιοριζομένων στην παρ. 1 του άρθρου 46 του ίδιου νόμου προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, το εφετείο της έδρας της επιχείρησης διατάσσει την ειδική εκκαθάριση αυτής και διορίζει εκκαθαριστή, με απόφασή του που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1386/1993 δηλαδή με απόφαση που πρέπει να εκδοθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη συζήτηση της αιτήσεως για το διορισμό εκκαθαριστή και δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου 46α ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στην λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου και κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου το προϊόν της εκκαθάρισης επέχει θέση πλειστηριάσματος των άρθρων 1004 επ.
ΚΠολΔ ενώ κατά την παρ. 10 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ. 3 του ν. 2224/1994 ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τα άρθρα 975 έως 979 και 1007 του ΚΠολΔ, εντός δεκαπέντε, (15), ημερών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας των απαιτήσεων των δανειστών. Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2702/1999 προστέθηκε στην ανωτέρω παρ. 10 του άρθρου 46α εδάφιο, που ορίζει, μεταξύ άλλων ότι "αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπών κατά του πίνακα κατάταξης είναι το εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο εκκαθαριστής.
Στη δίκη ενώπιον του εφετείου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ. Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται και στους πίνακες κατατάξεως που συντάσσονται από τους εκκαθαριστές των επιχειρήσεων, των οποίων το καθεστώς εκκαθάρισης διέπεται από τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 1386/1983.
Αποφάσεις επί ανακοπών κατά πινάκων κατάταξης που έχουν εκδοθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (2702/1999), καθίστανται αμετάκλητες, εφόσον έχουν εκδοθεί αποφάσεις του εφετείου επ' αυτών και δεν έχει συζητηθεί η τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών". Από τη διατύπωση των άνω διατάξεων του ν. 2702/1999 προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατ' αρχήν ρυθμίζει για το μέλλον - κατά τη γενικότερη αρχή του άρθρου 2 του ΑΚ - την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή κατά του πίνακα (Εφετείο), την τηρητέα ενώπιον αυτού διαδικασία, καθώς και την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και επί των ανακοπών κατά πινάκων που συντάσσονται για την εκκαθάριση των επιχειρήσεων κατά τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 1386/1983.
Εξάλλου στην Εισηγητική Έκθεση του πιο πάνω νόμου αναφέρεται ότι με την παρ. 3 του άρθρου 2 του νόμου αυτού προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 10 του άρθρου 46Α΄ του Ν. 1892/1990, με σκοπό την επιτάχυνση της εκκαθάρισης, στο οποίο ορίζεται ότι οι ανακοπές εκδικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Εφετείο. Επισημαίνεται δε στην Εισηγητική Έκθεση ότι οι πιστωτές μέχρι σήμερα ασκούν πολλές φορές αβάσιμες ανακοπές κατά του πίνακα, με αποτέλεσμα και η εκκαθάριση να διαιωνίζεται και να επιβαρύνεται με έξοδα και οι πιστωτές να μη μπορούν να εισπράξουν τα ποσά για τα οποία έχουν καταταγεί και ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση εκτιμάται ότι οι σχετικές δικαστικές διενέξεις θα τελεσιδικούν μέσα σε διάστημα 6-8 μηνών, αντί του απαιτουμένου μέχρι σήμερα 3-5 ετών.
Ενόψει της ως άνω για το μέλλον ρυθμίσεως της αρμοδιότητας του Εφετείου και της τηρητέας ενώπιον αυτού διαδικασίας, σε συνδυασμό και προς το άνω περιεχόμενο της Εισηγητικής Εκθέσεως, συνάγεται ότι σκοπός των προαναφερόμενων ρυθμίσεων είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισεως και της ικανοποιήσεως των δανειστών που κατατάσσονται στον πίνακα κατατάξεως, όχι μόνο δια της εισαγωγής αρμοδιότητας του Εφετείου κατά παράλειψη του Πρωτοδικείου αλλά και δια του αποκλεισμού της αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτού.
Καθ' ον δε λόγον η απευθείας αρμοδιότητα του Εφετείου εισάγεται για το μέλλον, για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο αποκλεισμός της αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του, που στον ίδιο σκοπό κατατείνει, ηθελήθη από το νομοθέτη και για το μέλλον.
Συνεπώς η, κατά το γράμμα, προβλέπουσα την απαγόρευση της αναιρέσεως για το παρελθόν διάταξη του τελευταίου εδαφίου στο προστεθέν εδάφιο, ("αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου (2702/1999) καθίστανται αμετάκλητες, εφόσον έχουν εκδοθεί αποφάσεις του Εφετείου...."), ερμηνευόμενη τελολογικώς ως μέρος της συνολικώς προστεθείσας διατάξεως και όχι μεμονωμένως, έχει το σαφές αντικειμενικό νόημα ότι δεν επιτρέπεται γενικώς αναίρεση κατ' αποφάσεως του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα στις παραπάνω εκκαθαρίσεις.
Είναι δε αυτονόητη η επικέντρωση της διατυπώσεως του τελευταίου αυτού εδαφίου στην αφορώσα το παρελθόν απαγόρευση της αναιρέσεως, ακριβώς εν όψει της γενικότερης από το άρθρο 2 του Α.Κ. αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου, εάν δεν προβλέπεται σαφώς το αντίθετο. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο, οι εν λόγω διατάξεις, παρότι έχουν ως σκοπό την μελλοντική, (μετά την ισχύ του νόμου 2702/1999), επιτάχυνση της ειδικής εκκαθαρίσεως και της ικανοποιήσεως των πιστωτών, να θεσπίζουν το αμετάκλητο μόνο για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Σημειώνεται, τέλος, ότι η απαγόρευση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, (ΕΣΔΑ), που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εφόσον το ένδικο μέσο δεν είχε ασκηθεί νομότυπα πριν από την απαγόρευση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του διατάξεις (ΑΕΔ 48/1982, Ολ ΑΠ 27/2002, 8/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε κατά της υπ' αριθ. 5336/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που, όπως από την ίδια απόφαση προκύπτει, έκρινε και επί ανακοπής που η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του πίνακα κατάταξης που είχε συνταχθεί από την εκκαθαρίστρια της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ -ΓΕΩΡΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΑΕ - ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" και αφού έκανε δεκτή την ανακοπή αυτή και κατέταξε στον πίνακα την αναιρεσίβλητη απέβαλε απ' αυτόν του αναιρεσείοντα.
Όμως, σύστοιχα με όσα έχουν εκτεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως πρέπει, κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι η υπό κρίση αναίρεση και οι από 8 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετοι λόγοι της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει (α) την ασκηθείσα από τον ..... από 23 Μαΐου 2002 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5336/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και (β) τους από 8 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους της ίδιας αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα, (1170), ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ