Legislator Case Law & Legislation
986/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on agent exceeding authority and bad faith abuse of power claims.

Case Number 986/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Second Instance Court of Patras. The appellants argued that the respondent agent exceeded her authority and acted in bad faith, violating the Civil Code. The court found no evidence supporting these claims and rejected the arguments as inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 160, 211, 216, 217, 229, 200, 281 of the Civil Code: An agent's act exceeding authority is void and does not bind the principal; however, an appeal based on bad faith abuse of power is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and complete.

Keywords

AI generated
agent exceeding authority bad faith abuse of power Civil Code provisions inadmissible appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 160, 211, 216, 217 and 229 of the Civil Code
Articles 200 and 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 986 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 986/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Δ. συζ. Κ. Ζ. ή D. Z., το γένος Α. Γ., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Ι. Ε. ή M. E., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Τσάση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, 2. Μ. Δ. (M. D.) Κ. (K.) του Φ. (F.), κατοίκου ..., 3. Ν. Κ. (N. C.) συζ. Μ. Δ. (M. D.) Κ. (K.), το γένος Χ. (H.), και 4. Α.-Ι. συζ. Γ. Δ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 28/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10 Μαΐου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211,216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος.

Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής:" Οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες κατέστησαν συγκυρίες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κάθε μία, πραγματικό γεγονός που δεν αμφισβητείται, δύο οικοπέδων κειμένων στην Θέση "ΓΑΡΔΕΛΑΚΙ" εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως της Ιθάκης και συγκεκριμένα:

α) ενός οικοπέδου εκτάσεως 511,80 τ.μ. άρτιου και οικοδομήσιμου , πού απεικονίζεται υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Α στο από 9.10.2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Δ. και συνορεύεται βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Μ., δυτικά με δημοτικό δρόμο , νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. και Ν. Λ. και ανατολικά με κοινή δίοδο και β) ενός οικοπέδου εκτάσεως 317,30 τ.μ.

που απεικονίζεται υπό στοιχεία Ξ-Ο-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύεται βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Μ., δυτικά με κοινή δίοδο, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Μ. και ανατολικά εν μέρει με ακίνητο Π. Μ. και εν μέρει με ακίνητο Γ. Ρ.. Από το δεύτερο οικόπεδο ρυμοτομείται από το σχέδιο πόλεως της Ιθάκης τμήμα εκτάσεως 67,90 τ.μ.

και τα εναπομένοντα μετά την ρυμοτόμηση του δύο εδαφικά τμήματα του εκτάσεως 223,50 και 25,90 τ.μ. καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα. Των ανωτέρω ακινήτων κατέστησαν συγκύριες κατά παράγωγο τρόπο (εν μέρει με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή και εν μέρει με αγορά) αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γεγονός που συνομολογείται εμμέσως πλην σαφώς από τους εκκαλούντες.

Κατά το θέρος του έτους 1979 οι εφεσίβλητες, που κατοικούσαν μονίμως στις Η.Π.Α όπως και οι αδελφοί τους Γ. Γ. (J. G. ) και Α. Κ. (A. K.), επισκέφθηκαν το δικηγορικό γραφείο του πρώτου εκκαλούντος στην Αθήνα και του ανέθεσαν την νομική τακτοποίηση της οικογενειακής τους ακίνητης περιουσίας στην νήσο Ιθάκη. Εν συνεχεία οι εφεσίβλητες χορήγησαν σ' αυτόν:

α) με το υπ' αριθμ. .../25.8.1981 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αλκήστιδος Χριστοδούλου -Ανδρικοπούλου την εντολή να πωλεί προς οποιονδήποτε αντί οιουδήποτε τιμήματος τα ακίνητα τους στην Ελλάδα και να τις εκπροσωπεί στην αρμόδια Οικονομική Εφορία και ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου Επικρατείας και β) με το υπ' αριθ. .../5.8.1982 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Αριστειδούλας Χατζάκη - Μεταξά την εντολή να αγοράζει για λογαριασμό τους οποιοδήποτε ακίνητο.

Στα πλαίσια της γενικής εντολής τακτοποιήσεως της οικογενειακής περιουσίας των εφεσίβλητων και των προαναφερόμενων αδελφών τους ο πρώτος εκκαλών προέβη σε διάφορες εξωδικαστικές, αλλά και δικαστικές ενέργειες, κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του 1979 έως και το έτος 1997, τόσο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας (έγερση της από 8.6.1982 διεκδικητικής αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 156/1984 οριστική του απόφαση), όσο και ενώπιον του Μονομελούς και του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση προσφυγής κατά πράξεως προσδιορισμού φόρου κληρονομιάς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Α' Κεφαλαίου Αθηνών και εφέσεως κατά της εκδοθείσης αποφάσεως (αποφάσεις 3776/1994 και 2300/1995 Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και 2911/1997 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών). Οι εφεσίβλητες ισχυρίσθηκαν με την ένδικη αγωγή τους ότι κατά το έτος 1985 διέκοψαν την συνεργασία τους με τον πρώτο εκκαλούντα, δικηγόρο τους, και του ανακοίνωσαν οι ίδιες προφορικά, ότι ανακαλούν τις εντολές που του χορήγησαν με τα προεκτεθέντα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια και ότι εφεξής πληρεξούσιος θα ήταν ο γαμβρός της πρώτης εξ αυτών Α.

Β., έκτοτε δε ουδεμία σχέση ή επαφή είχαν με αυτόν. Ως προς τον ισχυρισμό τους αυτόν πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν, ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι ανακάλεσαν την δοθείσα σ' αυτόν συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα πωλήσεως των ακινήτων τους, η τέτοια ανάκληση γενομένη προφορικώς είναι άκυρη και ουδεμία έννομη συνέπεια επέφερε, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη της αποφάσεως.

Εν σχέσει όμως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) Με το υπ' αριθμ. .../11.10.1985 πληρεξούσιο του συμβολαιογραφούντος γραμματέως του Προξενείου της Ελλάδος στην Ατλάντα Η. Π. Α Σπυρίδωνος Βασιλικού, η πρώτη εφεσίβλητη και ο αδελφός της Γ. Γ. κατέστησαν γενικό και ειδικό τους πληρεξούσιο τον γαμβρό της πρώτης Α.

Β. (μάρτυρα αποδείξεως), στον οποίο χορήγησαν την εντολή να πωλεί προς οιονδήποτε αντί οιουδήποτε τιμήματος την κινητή και ακίνητη περιουσία τους στην Ελλάδα, β) Με το υπ' αριθμ. .../29.7.1988 πληρεξούσιο του δημοσίου συμβολαιογράφου Μαϊάμι της πολιτείας Florida των Η.Π.Α. Γεωργίου Κουκιού, η δεύτερη εφεσίβλητη διόρισε γενικό πληρεξούσιο της τον ανωτέρω Α.

Β., στον οποίο χορήγησε την πληρεξουσιότητα να πωλεί κατ' απόλυτη κρίση του την ακίνητη περιουσία της στην Ελλάδα. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1985 o Α. Β. , μόνιμος κάτοικος Η.Π.Α., ενεργών ως πληρεξούσιος της πρώτης εφεσίβλητης και του αδελφού της Γ. Γ. επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του πρώτου εκκαλούντος στην Αθήνα και του ζήτησε να του παραδώσει όλα τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά) τα αφορώντα τα ευρισκόμενα στην Ιθάκη ακίνητα των ως άνω εντολέων του.

Προς τούτο μάλιστα υπέγραψε και την από 1.11.1985 έγγραφη δήλωση με σχετικό περιεχόμενο, στην οποία γίνεται μνεία ότι ο ως άνω εκκαλών υποσχέθηκε να παραδώσει όλα τα έγγραφα εντός προθεσμίας 45 ημερών είτε στον ίδιο προσωπικά είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του στην Αθήνα Γ. Κ.. Από τα προδιαληφθέντα έγγραφα, αλλά και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Α.

Β. αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον η πρώτη των εφεσίβλητων Δ. Ζ. είχε γνωστοποιήσει προφορικώς από το έτος 1985 στον πρώτο εκκαλούντα την βούληση της να μην ασχολείται πλέον αυτός με την διαχείριση και την πώληση της ευρισκόμενης στην Ελλάδα ακίνητης περιουσίας της, καθόσον είχε αναθέσει την σχετική εντολή στον γαμβρό της.

Μάλιστα στην σχετική δήλωση τον Α. Β. η οποία είχε παραδοθεί και στον πρώτο εκκαλούντα (βλ. το προσκομιζόμενο από τον τελευταίο επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο από το ευρισκόμενο στα χέρια του επικυρωμένο τέτοιο) γίνεται σαφής μνεία του ανωτέρω .../11.10.1985 πληρεξουσίου Σπυρίδωνος Βασιλικού, το οποίο και είχε επισυναφθεί στην δήλωση και ως εκ τούτου ο πρώτος εκκαλών εγνώριζε, ότι είχε χορηγηθεί από 11.10.1985 η πληρεξουσιότητα στον Α.

Β. από την πρώτη εφεσίβλητη να πωλεί την ακίνητη περιουσία της στην Ελλάδα. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εφεσίβλητη, Μ. σύζυγος Ι. Ε., είχε ανακαλέσει προφορικώς από το έτος 1985 την πληρεξουσιότητα πωλήσεως των ακινήτων της στην Ελλάδα που είχε χορηγήσει με το προμνημονευόμενο πληρεξούσιο στον πρώτο εκκαλούντα, διότι είναι προφανές ότι αν είχε λάβει χώρα τέτοια προφορική, ανάκληση τούτο θα μνημονευόταν στην προειρημμένη έγγραφη δήλωση του Α.

Β.. Αλλά ούτε και μετά την 29η Ιουλίου 1988 που χορήγησε την σχετική πληρεξουσιότητα στον Α. Β., αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εφεσίβλητη ενημέρωσε προφορικώς τον πρώτο εκκαλούντα, ότι ανακαλεί τη δοθείσα σε αυτόν πληρεξουσιότητα πωλήσεως της ακίνητης περιουσίας της στην Ελλάδα. Μέχρι το έτος 1985 οι εφεσίβλητες και ο πρώτος εκκαλών είχαν συχνή επικοινωνία, τηλεφωνική ή έγγραφη, για την διαχείριση των υποθέσεων των εφεσίβλητων στην Ελλάδα από τον πρώτο εκκαλούντα, ο οποίος και τις ενημέρωνε για τις ενέργειες του και την πορεία των υποθέσεών τους, ενώ προσκομίζονται και παραστατικά πληρωμών των εφεσίβλητων προς αυτόν για τις ανωτέρω ενέργειες του.

Μετά, όμως, την προφορική ανάκληση της πληρεξουσιότητας πωλήσεως των ακινήτων της από την πρώτη εφεσίβλητη δεν προσκομίζεται από οποιαδήποτε πλευρά κάποιο έγγραφο στοιχείο που να αποδεικνύει επικοινωνία μεταξύ τους, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι σχέσεις των ανωτέρω δεν εξακολούθησαν να είναι εκείνες, που ήταν πριν την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, αλλά είχαν διαταραχθεί.

Οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, κατά τα ανωτέρω ότι από το έτος 1985 ουδεμία επαφή ή σχέση είχαν με τον πρώτο εκκαλούντα. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός αντικρούεται από το γεγονός της ανωτέρω εκπροσωπήσεως τους κατά τα έτη 1994, 1995 και 1997 από αυτόν (πρώτο εκκαλούντα) και την συνεργάτιδα του Ε. Κ., δικηγόρο Αθηνών (ενόρκως βεβαιούσα)) ενώπιον του Μονομελούς και Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση διοικητικής προσφυγής και εφέσεως τους, καθόσον στην περίπτωση που είχαν διακοπεί πλήρως οι σχέσεις τους είναι προφανές ότι οι εφεσίβλητες θα είχαν αναθέσει σε άλλον δικηγόρο τον χειρισμό των υποθέσεων τους στα δικαστήρια των Αθηνών.

Ενδεικτικό μάλιστα του ότι η ανάκληση της χορηγηθείσης πληρεξουσιότητας από την πρώτη εφεσίβλητη και τον αδελφό της Γ. Γ. δεν επέφερε πλήρη διακοπή των σχέσεων τους είναι και το γεγονός ότι κατά την διαδικασία εκδικάσεως της προσφυγής τους ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις 1.2.1994 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, πρώτο εκκαλούντα, και ο αδελφός των εφεσίβλητων Γ.

Γ. (βλ. την 3776/1994 απόφαση τον ως άνω Δικαστηρίου). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εκκαλούντων, υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Η.Π.Α., οι οποίοι είχαν επισκεφθεί κατά το παρελθόν την Ιθάκη και ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα οικόπεδο για να ανεγείρουν σ' αυτό εξοχική κατοικία, είχαν χορηγήσει στην τέταρτη εκκαλούσα) αρχιτέκτονα μηχανικό και κάτοικο Ιθάκης, πληρεξουσιότητα με το υπ' αριθμ. .../7.8.2001 συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνος Μπουά για την αγορά οικοπέδου επ' ονόματι τους.

Ο πρώτος εκκαλών, ο οποίος κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε συνεργασθεί με τον σύζυγο της Γ. Δ., αρχιτέκτονα μηχανικό, στον οποίο είχε αναθέσει επ' αμοιβή το έργο της τοπογραφήσεως των επιδίκων ακινήτων, ενημερώθηκε για το ανωτέρω περιστατικό από τον τελευταίο, ο οποίος εγνώριζε από τότε ότι έχει πληρεξουσιότητα για την πώληση τους σε τρίτον και ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την τετάρτη εκκαλούσα για την πώληση των ανωτέρω δύο ακινήτων των εφεσίβλητων.

Αφού συμφώνησαν στο ύψος του τιμήματος, ο πρώτος εκκαλών, ενεργών ως πληρεξούσιος των εφεσίβλητων δυνάμει του προεκτεθέντος .../ 25.8.1981 πληρεξουσίου της συμ/φου Περιστερίου Αλκ.Χριστοδούλου -Ανδρικοπούλου, συνήψε σύμβαση πωλήσεως με την τετάρτη εκκαλούσα, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του δευτέρου και της τρίτης των εκκαλούντων, και μεταβίβασε σ' αυτούς με το υπ' αριθμ. .../23.10.2002 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων.

Τα τίμημα της πωλήσεως καθορίσθηκε στο συνολικό ποσό των 29.514 ευρώ, δηλαδή σε 22.530 ευρώ για το πρώτο ακίνητο των 511,80 τ.μ και σε 6.984 ευρώ για το δεύτερο ακίνητο των 249,40 τ.μ, όσο και η προσωρινή αντικειμενική αξία των ακινήτων που είχε τεθεί από την Δ.Ο.Υ Ιθάκης για το έτος 2002. Κατά την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως ο πρώτος εκκαλών δήλωσε ότι το προαναφερόμενο πληρεξούσιο των εφεσίβλητων, το οποίο επισυνάφθηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο, δεν είχε ανακληθεί ούτε είχε χάσει την ισχύ του με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τον ως άνω χρόνο.

Πριν όμως καταρτίσει την σύμβαση πωλήσεως δεν ενημέρωσε τις εφεσίβλητες για την πρόθεση του αυτή ούτε έλαβε την συναίνεση τους για την πώληση των επιδίκων, παρότι γνώριζε ότι τουλάχιστον η πρώτη από αυτές είχε ανακαλέσει από το έτος 1985 προφορικώς την σχετική πληρεξουσιότητα που του είχε χορηγήσει για την πώληση τους και ότι τουλάχιστον από το έτος 1997 που είχε χειρισθεί για τελευταία φορά υπόθεση τους (στο Διοικητικό Πρωτοδικείο) δεν είχε κάνει οποιαδήποτε συζήτηση μαζί τους για την τύχη των εν λόγω ακινήτων.

Εξάλλου αν οι εφεσίβλητες είχαν ενημερωθεί για την πρόθεση του να πωλήσει τα ένδικα ακίνητα τους είναι βέβαιο ότι θα είχαν αντιδράσει, καθόσον τόσο η πρώτη από το έτος 1985 όσο και η δεύτερη από το έτος 1988 είχαν αναθέσει με σχετικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια την διαχείριση και πώληση της ακίνητης περιουσίας τους στην Ελλάδα στον γαμβρό της πρώτης εξ αυτών Α Β., πράγμα το οποίο δεν θα έκαναν, αν ήθελαν να διατηρήσει την σχετική αντιπροσωπευτική εξουσία ο πρώτος εκκαλών.

Σημειωτέον ότι ο τελευταίος ούτε για την πώληση των ακινήτων τους τις ενημέρωσε, (αυτές πληροφορήθηκαν την πώληση ένα περίπου έτος μετά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως), αλλά ούτε και το τίμημα της πωλήσεως τους απέστειλε, αλλά αντιθέτως το παρακράτησε ισχυριζόμενος στην παρούσα δίκη ότι αποτελεί μέρος της αμοιβής του για την διαχείριση των υποθέσεων των εφεσίβλητων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1979 έως και το έτος 1997 πού περατώθηκαν οι διοικητικές (φορολογικές) δίκες αυτών και των ανωτέρω αδελφών τους.

Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές ότι ο πρώτος εκκαλών, από την στιγμή που ή ανάκληση της πληρεξουσιότητας του από την πρώτη εφεσίβλητη έγινε προφορικώς και συνεπώς ήταν άκυρη και παρέμενε σε ισχύ η χορηγηθείσα πληρεξουσιότητα, με το να πωλήσει τα επίδικα ακίνητα τους ενήργησε εντός των ορίων της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως πού του είχε χορηγηθεί.

Η εξουσία όμως αντιπροσωπεύσεως τους στην προκειμένη περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν κατά τρόπο πού, σύμφωνα και με τις επιταγές της καλής πίστεως και των (χρηστών) συναλλακτικών ηθών, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των αντιπροσωπευομένων εφεσίβλητων, καθόσον η εκφρασθείσα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, βούληση αυτών ήταν να μην πωληθούν τα επίδικα ακίνητα τους αλλά να παραμείνουν στην συγκυριότητα τους.

Άλλωστε αν ήθελαν να πωληθούν αυτά είναι βέβαιον ότι θα τα είχε πωλήσει τουλάχιστον από το έτος 1988 ο συγγενής τους Α. Β., στον οποίο είχαν χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα .Επομένως υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση κατάχρηση της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως των εφεσίβλητων από τον αντιπρόσωπο τους, πρώτο εκκαλούντα, η οποία (κατάχρηση) παράγει κατ' αρχήν ενοχικές συνέπειες (ενδεχομένως και αποζημιώσεως των αντιπροσωπευο μένων εκ μέρους του αντιπροσώπου).

Ερευνητέον όμως είναι εν προκειμένω αν η τέτοια κατάχρηση επέφερε και "εμπράγματη" συνέπεια με την έννοια της ακυρότητας της δικαιοπραξίας που επιχείρησε ο πληρεξούσιος, πρώτος εκκαλών, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η τετάρτη εκκαλούσα πού ενήργησε κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας ως αντιπρόσωπος του δευτέρου και τρίτης των εκκαλούντων (οι οποίοι ως αλλοδαποί υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού σε ουδεμία επαφή ήλθαν είτε με τον πρώτο εκκαλούντα είτε με τις εφεσίβλητες) παρέβη υπαίτια την επιβαλλόμενη σ' αυτήν υποχρέωση (ΑΚ 197) της τηρήσεως έναντι των αντισυμβαλλομένων της, που ουσιαστικά ήσαν οι αντιπροσωπευόμενες εφεσίβλητες, της υπαγορευόμενης από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς (συναλλακτική ευθύτητα).

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε: α) ότι η. τετάρτη εκκαλούσα ενήργησε σε συνεννόηση με τον αντιπρόσωπο, πρώτο εκκαλούντα, και με την πρόθεση να βλάψουν αμφότεροι τις αντιπροσωπευόμενες, γεγονός που ούτε και οι ίδιες οι εφεσίβλητες επικαλούνται στην κρινόμενη αγωγή τους β) ότι αυτή γνώριζε, κατά την κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας με τον άνω αντιπρόσωπο των εφεσιβλήτων, ότι αυτός καταχράται της πληρεξουσιότητας και γ) ότι όφειλε να γνωρίζει ότι ο αντιπρόσωπος καταχράται της πληρεξουσιότητας επιδεικνύοντας την συνηθισμένη επιμέλεια.

Ειδικότερα όσον αφορά στο τίμημα της πωλήσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το δεύτερο από τα επίδικα οικόπεδα, που δεν είναι ενιαίο με το πρώτο, αλλά χωρίζεται από αυτό με δημοτική οδό, συνεπεία της προεκτεθείσας ρυμοτομήσεως τμήματος αυτού, ήταν μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο με αποτέλεσμα την μεγάλη πτώση της αγοραίας αξίας του.

Εξάλλου, το πρώτο οικόπεδο, εκτάσεως 511,80 τ.μ., ήταν ιδιαίτερα επικλινές με κλίση σχεδόν 45 μοιρών, βρισκόταν 10 μέτρα κάτω από το επίπεδο της δημοτικής οδού και είχε σαθρό υπέδαφος (βλ. κατάθεση αρχιτέκτονας Γ. Δ. που εκπόνησε την μελέτη και επέβλεψε τις εργασίες ανεγέρσεως διώροφης οικοδομής), με αποτέλεσμα να υποβληθούν οι αγοραστές του (2ος και 3η των εκκαλούντων) σε μεγάλες δαπάνες για την εκσκαφή των θεμελίων και την στατική ενίσχυση της οικοδομής ενόψει και της μεγάλης σεισμικότητας που παρατηρείται στην περιοχή των Επτανήσων, οι οποίες αύξησαν το κόστος κατασκευής της οικοδομής κατά ποσοστό 30% περίπου (βλ.

κατάθεση παραπάνω μάρτυρος). Η μορφολογική αυτή ιδιαιτερότητα του οικοπέδου και η σαθρότητα του υπεδάφους του, που απαιτούσαν μεγάλες δαπάνες για την ανοικοδόμησή του, απέτρεπαν πολλούς από τους επισκέπτες της Ιθάκης να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την αγορά του και το γεγονός τούτο προκαλούσε οπωσδήποτε πτώση της αγοραίας αξίας του.

Εξάλλου, στην περιοχή όπου κείται αυτό δεν είχαν γίνει αγοραπωλησίες ακινήτων κατά τα τελευταία προ της πωλήσεως του έτη, αλλά ούτε και προσκομίζονται συγκριτικά στοιχεία από τους διαδίκους και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι η αγοραία αξία τον ανερχόταν στο ποσόν των 115.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται υπερβολικό ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η αγοραία αξία του δεν υπερέβαινε εκείνη που καθορίσθηκε με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δηλαδή το συνολικό ποσόν των 29.514 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσόν των 22.530 ευρώ για το πρώτο και το ποσόν των 6.984 ευρώ για το δεύτερο. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους εκκαλούντες το πρώτον ενώπιον τον Δικαστηρίου τούτου υπ' αριθμ.

πρωτ. 1544/22.9.2008 βεβαίωση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ιθάκης, σύμφωνα με την οποία η τιμή των οικοπέδων στην περιοχή "ΓΑΡΔΕΛΑΚΙ", όπου βρίσκονται τα επίδικα (και η οποία δεν είχε ενταχθεί στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού), ανερχόταν κατά το έτος 2002 σε 30 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο βάσει συγκριτικών στοιχείων, ήταν δηλαδή κατώτερη τον τιμήματος με το οποίο πωλήθηκε το πρώτο οικόπεδο (44 ευρώ το τετρ.

μέτρο) και ελαφρώς ανώτερη του τιμήματος με το οποίο πωλήθηκε το στερούμενο οικοπεδικής αξίας δεύτερο ακίνητο (28 ευρώ το τετρ. μέτρο). Εκτός του ανωτέρω τιμήματος όμως οι αγοραστές βαρύνθηκαν και με τα συμβολαιογραφικά έξοδα, τους φόρους, αλλά και με την αμοιβή του παραστάντος κατά την σύνταξη τον συμβολαίου δικηγόρου των πωλητριών.

Συνεπώς, το τίμημα της πωλήσεως των ανωτέρω ακινήτων δεν αφίστατο της αγοραίας αξίας αυτών και μάλιστα σε τέτοιο ποσόν, ώστε να προκληθούν υπόνοιες στην τετάρτη εκκαλούσα, αντιπρόσωπο των αγοραστών, για την αληθή βούληση των αντιπροσωπευθεισών πωλητριών. Αλλά ούτε και η παλαιότητα της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε υπόνοια σ' αυτήν για την πραγματική βούληση των πωλητριών ενόψει του ότι :

α) ο αντιπρόσωπος τους που είχε και την ιδιότητα του δικηγόρου, διαβεβαίωσε αυτήν, κατά τα ανωτέρω, ότι η πληρεξουσιότητα που του είχε χορηγηθεί από τις εφεσίβλητες δεν είχε ανακληθεί, ούτε είχε χάσει την ισχύ της με οποιονδήποτε τρόπο (βλ. 2η σελίδα πωλητηρίου συμβολαίου), β) από την συνεργασία που είχε ο σύζυγος της κατά το παρελθόν με τον πρώτο εκκαλούντα γνώριζε, ότι αυτός διαχειριζόταν την ακίνητη περιουσία των εφεσίβλητων στην Ιθάκη και ήταν ο μόνος που επισκεπτόταν το νησί και επόπτευε τα επίδικα ακίνητα τους και μάλιστα είχε καταβάλει και χρήματα κατά το έτος 2000 για την πληρωμή συνεργείου που προέβη στον καθαρισμό των επιδίκων, ενώ είχε εκφράσει επανειλημμένως την βούληση του για ανεύρεση αγοραστών των επιδίκων, και γ) οι εφεσίβλητες ήσαν άγνωστες στην αντιπρόσωπο, διέμεναν μονίμως στο εξωτερικό και δεν είχε την δυνατότητα να επικοινωνήσει με αυτές (είτε τηλεφωνικώς είτε κατ' άλλον τρόπο), ώστε να τις ρωτήσει για την αληθή τους βούληση.

Αλλά ούτε και οι αντιπροσωπευόμενοι από αυτήν αγοραστές) οι οποίοι ανήγειραν διώροφη οικοδομή με υπόγειο στο πρώτο οικόπεδο, είχαν την δυνατότητα να επικοινωνήσουν με τις άγνωστες σ' αυτούς πωλήτριες και να ενημερωθούν για την αληθή τους βούληση.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση η ανωτέρω αντιπρόσωπος δεν είχε λόγους να αμφιβάλλει ότι ο πρώτος εκκαλών συμβαλλόμενος με αυτήν στην επίδικη σύμβαση, ως αντιπρόσωπος των πωλητριών, δεν εξέφραζε την βούληση τους προς πώληση των ακινήτων, αλλά ότι ενεργούσε κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας, που του είχε χορηγηθεί και για τούτο αυτή (αντιπρόσωπος) δεν ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα (χρηστά) συναλλακτικά ήθη ώστε να τίθεται ζήτημα ακυρότητας της επίδικης δικαιοπραξίας σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

Επομένως, η επικουρική βάση της αγωγής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Εξάλλου, η κυρία βάση της αγωγής περί ακυρότητας της συμβάσεως συνεπεία απάτης κατ' άρθρα 147 και 149 Α.Κ. είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προφορική ανάκληση της πληρεξουσιότητας του πρώτου εκκαλουντος δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα καθόσον δεν έγινε συμβολαιογραφικώς και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα απάτης στην προκειμένη περίπτωση, διότι ο πρώτος εκκαλών εξακολουθούσε να έχει έγκυρη πληρεξουσιότητα για την πώληση των υπό κρίση ακινήτων κατά τον χρόνο καταρτίσεως της υπό κρίση δικαιοπραξίας.

Ενόψει των ανωτέρω η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής και δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρική της βάση περί καταχρήσεως της πληρεξουσιότητας αναγνωρίζοντας εξ αυτού του λόγου την ακυρότητα της επίδικης δικαιοπραξίας, εσφαλμένως εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε πλημμελώς τις προσαχθείσες αποδείξεις και για τούτο πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη και, αφού κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή (άρθρο 535§1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα της δικαιοπραξίας και ότι οι ενάγουσες είναι συγκυρίες των ως άνω ακινήτων, εξαφάνισε την απόφαση αυτή δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. δια της μη εφαρμογής της ούτε και άλλη διάταξη, αλλά ούτε και στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Ειδικότερα, με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια και πληρότητα ως άνω πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις εναγόμενες αγοράστριες και την εναγόμενη αντιπρόσωπο τους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. και ακυρότητας της ένδικης δικαιοπραξίας.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης αϊτό τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και σε ελλείψεις αιτιολογιών που αφορούν τις αποδείξεις και τη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (εκτός από εκείνα που ρητά αναφέρονται σ' αυτή), που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι ενάγοντες ήτοι: 1) τις από 20-8-1982 και 27-5-1984 επιστολές του πρώτου εκκαλούντος προς τις εφεσίβλητες, 2) την από 14-1-2004 εξώδικη δήλωση, των εναγουσών προς τον Γ.

Δ., 3) την από 25-2-2004 εξώδικη απάντηση του Γ. Δ., και 4) αντίγραφο της από 25-10-2004 μηνύσεως των εναγουσών εναντίον του πρώτου εναγομένου.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2009 αίτηση των:1) Δ. συζ. Κ. Ζ. ή D. Z., το γένος Α. και Α. Γ. και 2) Μ. συζύγου Ι. Ε. ή M. E. το γένος Α. και Α. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 28/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των Α) δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και β) των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ για τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ