Supreme Court dismisses appeal against municipal land expropriation, upholding lower court's rejection of claim based on abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Western Macedonia Court of Appeal's decision rejecting the appellants' claim for co-ownership of municipal land. The appellants argued the municipality abused its right by refusing to return the property, while the municipality contended that the land's use served the public interest and the appellants had already benefited from the urban planning revision. The court ruled that the lower court's decision was legally sound because it properly assessed the appellants' acceptance of the land's status as a public space and their financial benefits from the revised plan, thereby rejecting the abuse of right claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 178, 179, 180 of the Civil Code; An act is voidable as an act of gross unfairness only if there is a manifest disproportion between consideration and counter-performance, a need, weakness, or fear of one party, and the exploitation of that need or weakness by the other party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 985 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 985/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Ζ. του Α., 2. Σ. συζ. Ε. Ζ., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μπιλίση.
Του αναιρεσίβλητου: νπδδ με την επωνυμία "Δήμος Καστοριάς" που εδρεύει στην Καστοριά στο Σκαπέρδιο δημοτικό κέντρο και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Εμμανουήλ Κοπακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 κύρια αγωγή και την από 14-11-2005 επικουρική του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 13/2012 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-6-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 24-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 13/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 178, 179 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι, για τον χαρακτηρισμό μιας δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς - καταπλεονεκτικής και, συνακολούθως ακύρου λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των παρακάτω προϋποθέσεων και ειδικότερα α) της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) της ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) της εκμετάλλευσης από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σ' αυτόν ως άνω ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας.
Τα στοιχεία της ανάγκης, κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός απ' αυτά . Αν λείπει κάποια από τις παραπάνω, υπό στοιχεία α-γ προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς . Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρ. 179 ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προσδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του 178 ΑΚ.
Η δημιουργία όμως αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών εκείνων του άρθρ. 179 ΑΚ των οποίων έγινε επίκληση και κρίθηκαν αβάσιμα κατ' ουσία, αφού η τελευταία αυτή διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 ΑΚ , ενώ μόνη η τυχόν συνδρομή δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί, χωρίς άλλο, να προσδώσει στη σύμβαση το χαρακτήρα της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθ. 178 του ΑΚ [ολΑΠ 981/2006].
Κατά το άρθρο 214 ΑΚ, σε δήλωση βούλησης, που γίνεται από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου), τα ελαττώματα της βούλησης ή η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδραση αυτών στη δικαιοπραξία, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, κατά δε το άρθρο 215 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί άλλων περιπτώσεων και δη, όταν τούτο επιβάλλεται από την αρχή ότι ο αντιπρόσωπος συμπράττει με την δική του βούληση στην δικαιοπραξία. Επομένως, επί επαχθούς συμβάσεως που καταρτίσθηκε ως προς κάποιο από τους συμβαλλομένους με αντιπρόσωπο, η ύπαρξη απειρίας η κουφότητας, με την εκμετάλλευση της οποίας, ο άλλος των συμβαλλομένων συνομολόγησε ή έλαβε υπέρ αυτού ή τρίτου περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία κατά τις περιστάσεις τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή του (άρθρο 179 ΑΚ) θα κριθεί από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν αυτός ενήργησε σύμφωνα προς ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ.1, 507 και 509 εδάφ. α' του ΑΚ προκύπτει σε περίπτωση δωρεάς υπό τρόπο, ο δωρητής έχει το δικαίωμα, αν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του που πηγάζει από τη δωρεά, να απαιτήσει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση του τρόπου, ότι ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκπληρώσει τον τρόπο, υπό τον οποίο έγινε η δωρεά και ότι η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με δήλωση προς το δωρεοδόχο , η οποία επιφέρει τα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο και με την προϋπόθεση ότι ο λόγος ανάκλησης είναι αληθινός και μπορεί να δικαιολογήσει την ανάκληση .
Επίσης, δικαιούται να ανακαλέσει τη δωρεά , αν ο δωρεοδόχος φάνηκε αχάριστος απέναντι στο δωρεοδόχο. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή το σύζυγο ή το στενό συγγενή του αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής ευπρέπειας.
Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος κατά τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του και αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η αντικειμενική συμπεριφορά μπορεί να είναι και συνδυασμός περισσοτέρων πράξεων ή παραλείψεων έστω και αν καθεμία χωριστά δεν συνιστά βαρύ παράπτωμα . Ακόμη, από την διάταξη του άρθρ. 904 εδ.α' ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 974 του ίδιου Κώδικα από την οποία συνάγεται ότι η νομή είναι περιουσιακό στοιχείο, το οποίο προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον αποκτώντα αυτήν, προκύπτει ότι ο νομέας του οποίου αφαιρέθηκε η νομή από τρίτο χωρίς νόμιμη αιτία μπορεί να ζητήσει με αγωγή, από αυτόν που την αφαίρεσε την απόδοση της ωφέλειας, που συνίσταται στην αυτούσια απόδοση της νομής, δηλαδή του πράγματος επί του οποίου υφίσταται αυτή ή της αξίας αυτής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της διατάξεως αυτής (904 ΑΚ), ήτοι αφαίρεση της νομής του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία από τον εναγόμενο, ο οποίος έγινε έτσι πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία αυτού και απώλεια της περί προστασίας της νομής αγωγής π.χ.
λόγω παραγραφής αυτής. Ακόμη, από το άρθρο 904 ΑΚ , προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), της απόρριψης της κυρίας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία .
Από δε τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔικ, κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του" συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει, δηλαδή, συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου δια της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ΟλΑΠ 9/2013, ολΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (ΚΠολΔικ 561 παρ.2 ) το Εφετείο ως προς τη νομική βασιμότητα της από 1-10-2005 κύριας αγωγής και 10-10-2005 επικουρικής [αγωγής] των αναιρεσειόντων δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν οι υπ' αριθ.
καταθ, …/13-10-2005 και …/14-11-2005, κύρια και επικουρική, αντιστοίχως, αγωγές των (ιδίων) εναγόντων. Με το δικόγραφο της πρώτης (υπ' αριθμ., καταθ. .../2005), οι τελευταίοι ιστορούσαν ότι, το Φθινόπωρο του έτους 1997, συμφώνησαν με τους εκκαθαριστές του, βρισκόμενου από το έτος 1993 στο στάδιο της εκκαθαρίσεως, νομικού προσώπου με την επωνυμία "...", να αγοράσουν ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, το οποίο, μετά την υπ' αριθμ.
…/79 πράξη τακτοποίησης, αποτελείτο από δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, εκ των οποίων το πρώτο, με έκταση 4.173 τ.μ., βρίσκετο στο υπ' αριθμ. … Ο.Τ. και το δεύτερο, με έκταση 1.312,85 τ.μ., βρίσκετο στο υπ' αριθμ. … Ο.Τ. του Δήμου Καστοριάς, όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς, κατά θέση, έκταση και όρια. Ότι, συμφώνησαν επίσης να τους μεταβιβασθεί η αξίωση αποζημίωσης του … κατά του εναγομένου Δήμου, λόγω της απαλλοτρίωσης έκτασης 786 τ.μ., από το αρχικό οικόπεδο, ότι χορηγήθηκε στον πρώτο ενάγοντα ειδική πληρεξουσιότητα για να χειρίζεται κάθε υπόθεση σχετιζόμενη με τα εν λόγω ακίνητα και την αξιοποίησή τους, δεδομένου ότι ο εναγόμενος είχε υποβάλει πρόταση για αλλαγή χρήσης των δύο παραπάνω οικοπέδων, που κινδύνευαν να καταστούν αμφότερα μη οικοδομήσιμα και ότι προκειμένου να είναι δυνατή η μεταβίβαση των ακινήτων στους ενάγοντες, συμφωνήθηκε η μεταβίβαση διαιρετών, άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων του συνεταιρισμού στα μέλη του.
Επίσης, ότι στα τέλη του έτους 1996 ο εναγόμενος Δήμος καταπάτησε την έκταση των 1.312,85 τ.μ. (στο 0:Τ. ...), την οποία άρχισε να χρησιμοποιεί ως χώρο λαϊκής αγοράς, καθώς και έκταση 500 τ.μ. από το οικόπεδο του συνεταιρισμού που βρίσκετο το υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., με τη διαπλάτυνση της …. Επίσης, ότι, προκειμένου ο Δήμος να μην προχωρήσει σε εκτέλεση πρότασης του δημοτικού του συμβουλίου για αλλαγή χρήσης του υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. και να δοθεί η δυνατότητα στους ενάγοντες να οικοδομήσουν επ' αυτού, ο πρώτος ενάγων, με την από 16-10- 1997 αίτησή του, ζήτησε την ανταλλαγή του οικοπέδου των 1.312,85 τ.μ., καθώς και του δικαιώματος αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης των 786 τ.μ., με άλλο ακίνητο του Δήμου, αφού ο τελευταίος απαιτούσε να γίνει μεταβίβαση με δωρεά, του ακινήτου των 1.312,85 τ.μ.
προς το Δήμο και επιπλέον να παραιτηθούν οι ενάγοντες του δικαιώματος αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης για τα 786 τ.μ. του οικοπέδου, σε διαφορετική περίπτωση θα προχωρούσε σε χαρακτηρισμό του πρώτου οικοπέδου ως δημοτικό εμπορικό κέντρο και του δευτέρου ως χώρο πρασίνου και εκκλησίας, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό αδύνατη την επιχειρηματική αξιοποίηση των παραπάνω οικοπέδων που οι ενάγοντες είχαν προσυμφωνήσει να αγοράσουν από τα μέλη του συνεταιρισμού, έχοντας μάλιστα καταβάλει και το συμφωνηθέν τίμημα.
Ότι τελικώς ο εναγόμενος, με την υπ' αριθμ. …/1998 απόφασή του, δέχθηκε την από 17-3-1998 σχετική ένσταση που υπέβαλαν οι ενάγοντες και απορρίφθηκε πρόταση του δημοτικού συμβουλίου για αλλαγή χρήσης του υπ' αριθμ. ... Ο .Τ. από οικοδομήσιμο χώρο σε δημοτικό εμπορικό κέντρο, με την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες ιδιοκτήτες θα δωρίσουν σε αυτόν συμβολαιογραφικώς την έκταση που βρίσκετο στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., ως και τις υποχρεώσεις του Δήμου για τα ρυμοτομούμενα οικοπεδικά τμήματα, αλλιώς δε θα ίσχυε ο αποχαρακτηρισμός. Εκτός τούτων ότι, προς εκτέλεση της συμφωνίας των εναγόντων με το συνεταιρισμό, συντάχθηκαν αναφερόμενα στην αγωγή α) δώδεκα (12) συμβόλαια μεταβίβασης προς τα μέλη του εννέα άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, που βρίσκοντο στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., ως και τριών αρτίων και οικοδομήσιμων οικοπέδων που βρίσκοντο στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., β) τέσσερα (4) προσύμφωνα πώλησης των ανωτέρω ακινήτων και των δύο Ο.Τ. από τα μέλη του συνεταιρισμού προς τους ενάγοντες, που αναφέρονται στην αγωγή και γ) τρία (3) πληρεξούσια προς τον πρώτο ενάγοντα, στα οποία περιλαμβανόταν ρητή εντολή για δωρεά των ακινήτων τους προς τον εναγόμενο και παραίτηση και έτσι ο πρώτος ενάγων συνέπραξε, ως άμεσος αντιπρόσωπος των τελευταίων, στην κατάρτιση ι) του υπ' αριθμ. .../1999 συμβολαίου δωρεάς, του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ.
Κ., που μεταγράφηκε νομίμως, δυνάμει του οποίου τα τρία οικόπεδα του υπ' αριθ. ... Ο.Τ., συνολικής έκτασης 1.312,85 τ.μ. δωρίθηκαν στον εναγόμενο, και ιι) ακολούθως του υπ' αριθμ. .../1999 συμβολαίου, του ιδίου συμβολαιογράφου, που επιγράφεται "δήλωση Κατάληψης σε κοινή χρήση τμημάτων οικοπέδου και παραίτηση από δικαίωμα - αξίωση αποζημίωσης", με το οποίο παραιτήθηκε, για λογαριασμό του … - αιτία δωρεάς - από την απαίτηση για είσπραξη της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση των 786 τ.μ. .
Τέλος, ότι σε εκτέλεση των ως άνω προσυμφώνων οι ενάγοντες αγόρασαν από τα μέλη του συνεταιρισμού τα οικόπεδα που βρίσκοντο στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. Ότι αν και στα παραπάνω συμβόλαια ως δωρητές φέρονται μέλη του συνεταιρισμού, ως και ο ίδιος ο συνεταιρισμός, εκπροσωπούμενοι για την κατάρτιση των συμβολαίων από τον πρώτο ενάγοντα, εν τούτοις πραγματικοί δωρητές είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες, αφού η δική τους περιουσία ήταν αυτή που μειώθηκε και όχι των φερομένων ως δωρητών στα εν λόγω συμβόλαια, διότι αυτοί είχαν πληρώσει τόσο τα μέλη του συνεταιρισμού όσο και ,το συνεταιρισμό, ίσο με την αξία των περιουσιακών στοιχείων χρηματικό αντάλλαγμα, ως εκ τούτου είχαν δικαίωμα να τα διαθέσουν όπως αυτοί ήθελαν, και ότι συνεπώς, έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναγνώριση της ακυρότητας των εν λόγω δικαιοπραξιών, αφού η φαινομενική εγκυρότητα και η μεταγραφή στο όνομα του εναγομένου των ως άνω συμβολαίων, τους προκαλεί βλάβη.
Εντεύθεν, ότι οι εν λόγω δικαιοπραξίες είναι άκυρες, αντικείμενες στα χρηστά ήθη, καθώς δεν ήσαν προϊόν ελεύθερης βούλησης, αλλά εκβιασμού εκ μέρους του εναγομένου, που ευδοκίμησε λόγω της επιτακτικής και ανεπίδεκτης αναβολής ανάγκης τους να οικοδομήσουν τουλάχιστον το οικόπεδο ταυ υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., προκειμένου να πωλήσουν αμέσως για να εξυπηρετήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις και τις άλλες επαγγελματικές τους ανάγκες.
Περαιτέρω, με τη σωρευόμενη αγωγή τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι η εδαφική έκταση των 1.325,85 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., κατελήφθη αυθαίρετα από τον εναγόμενο, το έτος 1996 και έκτοτε χρησιμοποιείται ως χώρος λαϊκής αγοράς, οι δε ενάγοντες ως δικαιούχοι νομής, βάσει των ως άνω προσυμφώνων αγοραπωλησίας και εξαιτίας της ακυρότητας της χαριστικής δικαιοπραξίας (δωρεάς), που έγινε από τον πρώτο ενάγοντα, ως ειδικό πληρεξούσιο των τριών μελών του συνεταιρισμού, προς τον εναγόμενο - ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη - ζημιώνονται, καθώς ο τελευταίος, ως επιλήψιμος νομέας, πλουτίζει, με τη χρήση και την κατοχή του ακινήτου, αδικαιολογήτως, σε βάρος τους.
Τέλος, με τη σωρευόμενη επικουρική αγωγή τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, δυνάμει των ως άνω προσυμφώνων, αυτοί είναι δανειστές των μελών του συνεταιρισμού, οι οποίοι δώρισαν στον εναγόμενο, με το παραπάνω συμβόλαιο, την έκταση των 1.312,85 τ.μ., επίσης, ότι λόγω της ακυρότητας της δωρεάς αυτής, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, αυτοί εξακολουθούν να είναι ιδιοκτήτες της έκτασης αυτής, πλην όμως οι τελευταίοι αδρανούν να ασκήσουν τα δικαιώματα και συνεπώς αυτοί (ενάγοντες) δικαιούνται να ασκήσουν, πλαγιαστικώς τα δικαιώματα των προαναφερομένων δωρητών.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, α) με την πρώτη αγωγή, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω δικαιοπραξιών, που καταρτίστηκαν αφενός με το ως άνω συμβόλαιο δωρεάς και αφετέρου με το συμβόλαιο παραίτησης από την αξίωση αποζημίωσης, του παραπάνω συμβολαιογράφου, ως αντικειμένων στα χρηστά ήθη, β) με τη δεύτερη, λόγω της ακυρότητας της πρώτης δικαιοπραξίας, που καταρτίστηκε με το ως άνω συμβόλαιο δωρεάς, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και όποιος έλκει από αυτόν δικαιώματα, να τους αποδώσει τη νομή της έκτασης των 1.312,85 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, άλλως, με την επικουρική αγωγή, να αναγνωρισθεί η κυριότητα των ιδιοκτητών της έκτασης αυτής και συγκεκριμένα ι) της Ε. Α. Σ., επί ενός οικοπέδου εμβαδού 437,37 τ.μ., ιι) Π. Α. Θ., επί ενός. οικοπέδου εμβαδού 437,58 τ.μ, και ιιι) Θ. ή Ν. Α. Φ., επί ενός οικοπέδου εμβαδού 437,90 τ.μ.
και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει σε αυτούς της κατοχή τους. Επίσης, στο δικόγραφο της πρώτης αγωγής, εκτός από τις ως άνω αγωγές που αφορούν το ακίνητο των 1.312.85 τ.μ., ως και την αξίωση αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση των 786 τ.μ., οι ενάγοντες σώρευσαν και άλλη αγωγή, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, επικαλούμενοι ότι ο εναγόμενος καταπάτησε έκταση εμβαδού 500 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση και καταβολή αποζημίωσης στους ιδιοκτήτες της, η οποία (έκταση) ανήκε στο συνεταιρισμό και ήδη σε αυτούς, οι οποίοι στερούνται της νομής της, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα τους επ' αυτής, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να την αποδώσει σε αυτούς.
Περαιτέρω, με τη δεύτερη επικουρική αγωγή τους (υπ' αριθμ. καταθ. .../2005), οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι, σε περίπτωση που κριθεί από το δικαστήριο ότι ήσαν έγκυρες οι αναφερόμενες στην κύρια αγωγή δύο χαριστικές δικαιοπραξίες, που καταρτίστηκαν με τα υπ' αριθμ. ... και .../1999 συμβόλαια, του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ.
Κ., τότε πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει σε αυτούς τον εξ αυτών πλουτισμό τους, αφού έληξε η αιτία του, λόγω ανακλήσεως τούτων. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι έχει επέλθει ανάκληση λόγω αχαριστίας της δωρεάς της έκτασης των 1.3125,85 τ.μ., που καταρτίστηκε με το πρώτο συμβόλαιο, μέσω των οφειλετών τους, που εμφανίζονται σε αυτό ως δωρητές και ότι με την αγωγή ανακαλούν και τη δεύτερη δωρεά, που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο και αφορά το δικαίωμα αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης της έκτασης των 786 τ.μ.
μέσω του συνεταιρισμού , που εμφανίζεται ως δωρητής. Ότι, προχώρησαν οι ίδιοι στην ανάκληση των δωρεών, διότι αυτοί ήσαν οι πραγματικοί δωρητές, δεδομένου ότι α) αυτοί ήταν κατά τον χρόνο των δωρεών δικαιούχοι διαθέσεως των δωρηθέντων, β) η δική τους περιουσία ήταν αυτή που μειώθηκε και όχι των φερομένων ως δωρητών στα εν λόγω συμβόλαια, διότι αυτοί είχαν πληρώσει προς εκείνους το συμφωνημένο αντάλλαγμα και γ) αυτούς αναγνωρίζει ο εναγόμενος ως δωρητές του.
Τέλος, ότι ο εναγόμενος υπήρξε αχάριστος απέναντι τους, διότι, παρόλο που υποσχέθηκε να επιτρέψει σε αυτούς την απρόσκοπτη ανοικοδόμηση οικοπέδου τους των 4.173 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., που περιελήφθη και στα σχετικά συμβόλαια δωρεάς, εν τούτοις: Α) Αρνήθηκε παρανόμως διά του αρμοδίου υπαλλήλου του Α.
Μ., να αναθεωρήσει την υπ' αριθμ. …/2000 άδεια ανοικοδόμησης, που εκδόθηκε στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας, προκειμένου να κατασκευαστεί στο οικόπεδο των εναγόντων βιοκλιματικό κτήριο, χωρίς αύξηση του συντελεστή δόμησης, το οπoίο όμως θα είχε μεγαλύτερο όγκο από τον προβλεπόμενο στην αρχική άδεια. Β) Έφθασε στο σημείο να αποπειραθεί να αφαιρέσει τμήμα 500 τ.μ.
από το ευρισκόμενο στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. οικόπεδο τους, συνολικής έκτασης 4.173 τ.μ., το οποίο είχε προηγουμένως καταπατήσει αυθαιρέτως με τη διάνοιξη της …. Γ) Αρνήθηκε παρανόμως δια του Α. Μ., την αναθεώρηση της ως άνω άδειας, σύμφωνα με το ΓΟΚ του 1985, την οποία ζήτησαν οι ενάγοντες με νέα αίτησή τους, χωρίς αύξηση του συντελεστή δόμησης και του όγκου του κτιρίου.
Δ) Τελικώς, ο εναγόμενος, με απόφαση του Α. Μ., αναθεώρησε την άδεια 24 ολόκληρους μήνες μετά την αίτησή τους για την πρώτη αναθεώρηση, αφού προηγουμένως ανάγκασε τους ενάγοντες να καθαιρέσουν καταστήματα στο εσωτερικό τμήμα του ισογείου, συνολικού όγκου 300 τ.μ., και να περιορίσουν τον όγκο του κτηρίου. Και Ε) ο εναγόμενος αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται αδικαιολογήτως να χορηγήσει στην εταιρία συμφερόντων των εναγόντων με την επωνυμία "...
ΟΕ", άδεια λειτουργίας των κινηματογράφων τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω ανάκλησης των δωρεών από λόγους αχαριστίας, να αναγνωρισθεί ως έγκυρη και ισχυρή η ανάκληση των ως άνω δωρεών και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μεταβιβάσει σε αυτούς ισομερώς τα οικόπεδα που αποτελούν την έκταση των 1.312,85 τ.μ., καθώς και το δικαίωμα είσπραξης της αποζημίωσης των 786 τ.μ..
Περαιτέρω, επικουρικώς, ασκώντας πλαγιαστική αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, για τους ίδιους ως άνω λόγους, να αναμεταβιβάσει τα οικόπεδα που αποτελούν την έκταση των 1.312,85 τ.μ. στα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και στο δωρητή συνεταιρισμό το δικαίωμα της αποζημίωσης για την έκταση των 786 τ.μ., για το λόγο ότι οι ενάγοντες, εξαιτίας των προσυμφώνων έχουν καταστεί δανειστές των προαναφερομένων δωρητών, οι οποίοι διατηρούν ενοχική απαίτηση εναντίον του εναγομένου, αδρανούν όμως να ασκήσουν, τα δικαιώματά τους......Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η πρώτη αγωγή, που σωρεύεται στο πρώτο δικόγραφο και αφορά στην αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω χαριστικών δικαιοπραξιών, αντικειμένων στα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 178 ΑΚ, είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα.
Τούτο διότι, όπως ιστορείται σ' αυτήν, κατά την κατάρτιση των ενδίκων δικαιοπραξιών, ο πρώτος ενάγων ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος των δωρητών, στην πρώτη περίπτωση (της δωρεάς της έκτασης των 1.312,85 τ.μ.), των τριών μελών του συνεταιρισμού και στη δεύτερη (της απαίτησης αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης των 786 τ.μ.), του συνεταιρισμού, οι οποίοι έδωσαν σε αυτόν ρητή εντολή για δωρεά των ακινήτων τους προς τον εναγόμενο και παραίτηση από την απαίτηση για είσπραξη της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση και έτσι αυτός συνέπραξε στην κατάρτιση τούτων.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω (υπό στοιχ. I I I), το δικαίωμα προσβολής των δικαιοπραξιών αυτών ανήκει στους αντιπροσωπευόμενους, ήτοι τους δωρητές, διότι οι συνέπειες των δικαιοπραξιών αφορούν αυτούς και όχι στον πρώτο ενάγοντα, αντιπρόσωπο τους και γι' αυτό οι ενάγοντες δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Ωστόσο, εφόσον ο πρώτος ενάγων συνέπραξε στην κατάρτιση των εν λόγω δικαιοπραξιών, μετά από ρητή εντολή των τελευταίων, να.
προβεί στις δωρεές των περιουσιακών τους στοιχείων προς τον εναγόμενο, ούτε αυτοί (δωρητές) μπορούν να επικαλεσθούν ότι αυτές δεν ήσαν προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά εκβιασμού, που ασκήθηκε από τον εναγόμενο σε βάρος του πρώτου ενάγοντος (όπως αναφέρεται στην αγωγή). Εκτός τούτων, πρέπει να τονισθεί ακόμη ότι, μετά την κατάρτιση των ως άνω προσυμφώνων αγοράς των επιδίκων ακινήτων, μεταξύ των μελών του συνεταιρισμού και των εναγόντων, και μέχρι τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, οι υπόχρεοι από αυτά προς περιουσιακή απόδοση με την οριστική σύμβαση (μέλη τού συνεταιρισμού), διατηρούν πλήρη την εξουσία νομικής και πραγματικής διάθεσης του αντικειμένου της οριστικής σύμβασης (άρθρ. 166 ΑΚ).
Επομένως, οποιοδήποτε δικαίωμα των εναγόντων βάσει των προσυμφώνων επί των δωρηθέντων, δεν μπορεί να καταστήσει νόμιμη την αγωγή τους. Σε κάθε περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον για την αναγνώριση τυχόν, ακυρότητας των ως άνω χαριστικών δικαιοπραξιών, οι αναφερόμενοι στην αγωγή ως αντίθετοι στα χρηστά ήθη λόγοι ακυρότητας, αφορούν στο πρόσωπο των ιδίων (εναγόντων) και όχι στο πρόσωπο των δωρητών.
Τέλος, στην περίπτωση αυτή, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εκκαλούντων, που περιέχονται στη έφεσή τους, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 417 ΑΚ, που ορίζει ότι "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή", καθόσον η καταβολή χρέους δεν αποτελεί δικαιοπραξία, αλλά απλή εξοφλητική (υλική) πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός . .......Περαιτέρω, η δεύτερη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω (υπό στοιχ.
I I I), μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα για το λόγο ότι στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η πρώτη αγωγή από σύμβαση. Επίσης, μη νόμιμη και απορριπτέα είναι και η επικουρική πλαγιαστική αγωγή (που περιέχεται στο ίδιο δικόγραφο). Αναφορικά με την αγωγή αυτή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι τα παραπάνω μέλη του συνεταιρισμού δώρισαν στον εναγόμενο τα βρισκόμενα στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. οικόπεδα, μολονότι είχαν προσυμφωνήσει να τα πωλήσουν σε αυτούς και ότι, λόγω της ακυρότητας της δωρεάς, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, οι δωρίσαντες εξακολουθούν να είναι κύριοι των ακινήτων και οφειλέτες των εναγόντων, υποχρεούμενοι να τους τα μεταβιβάσουν, έχουν αγώγιμη αξίωση κατά του εναγομένου, την οποία αυτοί ασκούν πλαγιαστικώς.
Ωστόσο, όπως ιστορείται στην αγωγή, κατά την κατάρτιση της εν λόγω δικαιοπραξίας, ο πρώτος ενάγων ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος των δωρητών, οι οποίοι παρείχαν σε αυτόν τη ρητή εντολή να δωρίσει στον εναγόμενο τα εν λόγω οικόπεδα, κάτι το οποίο έπραξε αυτός μέσα στα πλαίσια της εντολής του.
Συνεπώς, οι αντιπροσωπευόμενοι δωρητές δεν μπορούν να επικαλεσθούν ότι η δωρεά δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά εκβιασμού, που ασκήθηκε από τον εναγόμενο σε βάρος του πρώτου ενάγοντος. Δηλαδή, δεν έχουν δικαίωμα να προσβάλουν τη δικαιοπραξία αυτή, για τον προαναφερόμενο λόγο. Έτσι, εφόσον δεν υφίσταται στο πρόσωπό τους το δικαίωμα αυτό, δεν μπορεί να γίνει λόγος και για αδράνειά τους, συνισταμένη στην παράλειψη αυτών να προχωρήσουν στην καταδίωξη του εναγομένου, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον των εναγόντων προς άσκηση της αγωγής αυτής. ..................Περαιτέρω, με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η σωρευόμενη στο δεύτερο δικόγραφο πρώτη επικουρική αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, για αιτία που έληξε, λόγω ανάκλησης των δωρεών από λόγους αχαριστίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης.
Όπως αναφέρεται στην αγωγή, δωρητές του εναγομένου είναι, στην πρώτη περίπτωση (της δωρεάς των τριών οικοπέδων), τα από αυτόν εκπροσωπηθέντα μέλη του συνεταιρισμού, Ε. Σ., Π. Θ. και Θ. ή Ν. Φ.και στη δεύτερη (της παραίτησης από την απαίτηση για είσπραξη της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης των 786 τ.μ.), το υπ' αυτού εκπροσωπηθέν νομικό πρόσωπο του συνεταιρισμού.
Το δικαίωμα δε των προαναφερομένων, ως δωρητών είναι προσωποπαγές και συνεπώς δεν μπορεί να ασκηθεί μέσω τρίτου προσώπου. Μόνοι δικαιούχοι ανάκλησης των δωρεών είναι, στην πρώτη περίπτωση, τα ανωτέρω μέλη του συνεταιρισμού και στη δεύτερη, το νομικό πρόσωπο του συνεταιρισμού. Εξάλλου, οποιοδήποτε δικαίωμα των εναγόντων βάσει των προσυμφώνων επί των δωρηθέντων, δεν μπορεί να καταστήσει νόμιμη την αγωγή τους, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μετά την κατάρτιση των ως άνω προσυμφώνων αγοράς των επιδίκων ακινήτων, μεταξύ των μελών του συνεταιρισμού και των εναγόντων, και μέχρι τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, οι υπόχρεοι από αυτά προς περιουσιακή απόδοση με την οριστική σύμβαση (μέλη του συνεταιρισμού), διατηρούν πλήρη την εξουσία νομικής και πραγματικής διάθεσης του αντικειμένου της οριστικής σύμβασης.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον ανάκληση των ως άνω δωρεών για λόγους αχαριστίας, οι αναφερόμενοι στην αγωγή λόγοι, αφορούν στο πρόσωπο των ιδίων (εναγόντων) και όχι στο πρόσωπο των δωρητών. ...............Τέλος, η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρική πλαγιαστική αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, για αιτία που έληξε, λόγω ανάκλησης των δωρεών από λόγους αχαριστίας, είναι μη νόμιμη και' ως εκ τούτου απορριπτέα.
Τούτο γιατί, οι αναφερόμενοι στην αγωγή ως λόγοι αχαριστίας, βάσει των οποίων έγινε ανάκληση των ένδικων δωρεών, αφορούν αποκλειστικώς στο πρόσωπο των εναγόντων και όχι των δωρητών.
Συνεπώς, εφόσον οι ενάγοντες δεν επικαλούνται λόγους αχαριστίας που αφορούν και στο πρόσωπο των δωρητών, οι οποίοι λόγοι θα δικαιολογούσαν την από μέρους τους ανάκληση των δωρεών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδράνεια τους, συνισταμένη στην παράλειψη αυτών να προχωρήσουν στην καταδίωξη του εναγομένου, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον των εναγόντων προς άσκηση της αγωγής αυτής>>.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια με , κατά ένα μέρος, διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔικ, παραδεκτώς αντικαταστάθηκαν. Υπό τις παραδοχές αυτές του Εφετείου και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 178,179, 213-215, 503, 505,507,509, 904 επ., 974 ΑΚ, 70 και 72 ΚΠολΔικ Α) ως προς την κύρια αγωγή α) αναγνώρισης της ακυρότητας, ως αντικείμενων στα χρηστά ήθη, των ...
και .../1999 συμβολαίων δωρεάς του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ. Γ. του αναφερόμενου ακινήτου και της κατάληψης σε κοινή χρήση του αναφερόμενου στην κύρια και επικουρική αγωγή ακινήτου , της αναγνώρισης των αναιρεσειόντων κυρίων των ακινήτων που περιγράφονται στις αγωγές αυτές και της απόδοσης αυτών , αλλιώς του τμήματος που περιγράφεται, β) της απόδοσης της ωφέλειας που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αυθαίρετη κατάληψη και χρήση εδαφικής έκτασης της κυριότητάς τους εμβαδού 1.325,85 τμ με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904επ.
ΑΚ και γ) της άσκησης, επικουρικά, πλαγιαστικής αγωγής από τους αναιρεσείοντες κατά του αναιρεσειβλήτου , ως δανειστών των αναφερόμενων μελών του συνεταιρισμού, εξαιτίας της αδράνειας των τελευταίων να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και Β) ως προς την επικουρική αγωγή της αναγνώρισης της ακυρότητας των δωρεών προς τον αναιρεσίβλητο λόγω αχαριστίας και της υποχρέωσης αυτού [αναιρεσίβλητου] να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που περιγράφονται , αλλιώς της υποχρέωσης αναμεταβίβασης αυτών στα αναφερόμενα πρόσωπα και του δικαιώματος είσπραξης της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης για το περιγραφόμενο ακίνητο εμβαδού 786 τμ.
Κατά συνέπεια το Εφετείο, που απέρριψε τις αγωγές ως μη νόμιμες, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές με τη μη εφαρμογή τους και, συνακόλουθα, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του [ ολΑΠ 7/2002, ολΑΠ 8/2001, ολΑΠ 7/1991].
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013 ολΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, σχετικά με την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : <<Με το υπ' αριθμ.
…/1965 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, που μεταγράφηκε νομίμως την 9-3-1966, το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "...", απέκτησε στην κυριότητα του ένα ανταλλάξιμο ακίνητο, εκτάσεως 7.750 τ.μ., κείμενο στη θέση "…" του Δήμου Καστοριάς. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. …/1979 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Καστοριάς, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. .../4-2-1980 απόφαση του Νομάρχη Καστοριάς, η ανωτέρω έκταση κατατμήθηκε και δημιουργήθηκαν για λογαριασμό του ως άνω συνεταιρισμού δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και συγκεκριμένα:
α) Οικόπεδο έκτασης, κατά τον τίτλο κτήσης, 4.156,80 τ.μ., και κατά την επιτόπια καταμέτρηση 4.173 τ.μ., βρισκόμενο στη συμβολή των οδών … με ..., στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. και β) οικόπεδο έκτασης 1.312,85 τ.μ., βρισκόμενο στη συμβολή των οδών … και …, στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. Η υπόλοιπη έκταση ιδιοκτησίας του συνεταιρισμού, πέραν των αμοιβαίων ανταλλαγών, είτε προσκυρώθηκαν σε παρακείμενες ιδιοκτησίες, είτε ρυμοτομήθηκαν σε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Καστοριάς, προς διάνοιξη των οδών … - … και ….
Μεταξύ των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν λόγω ρυμοτομίας περιλαμβάνονται και οικοπεδικά τμήματα συνολικού εμβαδού 786 τ.μ., με δικαιούχο αποζημίωσης το συνεταιρισμό και υπόχρεο τον εναγόμενο, Δήμο Καστοριάς. Επίσης, στο πλαίσιο της εφαρμογής της ως άνω πράξης τακτοποίησης, προσκυρώθηκε στο πρώτο και βρισκόμενο στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. οικόπεδο, ιδιοκτησίας του παραπάνω συνεταιρισμού, έκταση 500 τ.μ. Η έκταση αυτή των 500 τ.μ. αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Σ., αρχιτέκτονα μηχανικού, με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρω της σε πλευρά ... με δημοτικό οικόπεδο, σε πλευρά ... με τη … και σε πλευρά ... με υπόλοιπο ιδίου οικοπέδου.
Ενώ το ως άνω οικόπεδο, συνολικής έκτασης 4.173 τ.μ., αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία …, συνορευόμενο γύρω του σε πλευρά … 61,50 μ. με την οδό …, σε πλευρά … 50,22 μ. με δημοτικό οικόπεδο, σε πλευρά ... 76,50 μ. με τη …, σε πλευρά … 27,60 μ. με την οδό …, πλευρά … 16,12 μ. με οικόπεδο α/φων Κ. και σε πλευρά … 30μ.
με το ίδιο οικόπεδο. Η παραπάνω περιοχή είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης με το Π.Δ. …-8-1976 (ΦΕΚ …-8-1976), σύμφωνα με το οποίο το υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. χαρακτηρίζετο ως "κόκκινο" με χρήση οικοδομική και το υπ' αριθμ.... Ο.Τ. ως "πράσινο" με χρήση κοινωφελή, χαρακτηρισμένο ως "λαϊκή αγορά". Το Δημοτικό Συμβούλιο Καστοριάς, με την υπ' αριθμ.
…/1979 απόφαση του, αποφάσισε να εγκρίνει την επιλογή οικοπεδικού χώρου, ως χώρου για την εγκατάσταση μόνιμης λαϊκής αγοράς του Δήμου, το χώρο εντός του αριθμ. ... Ο.Τ. Στη συνέχεια, στα πλαίσια αναθεώρησης του σχεδίου πόλης Καστοριάς, μετά από εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής, προτάθηκε με υπ' αριθμ. …/1991 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, μεταξύ άλλων, η αλλαγή χρήσης του υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. από οικοδομήσιμο χώρο σε χώρο εκκλησίας και πρασίνου και οι χώροι στάθμευσης διοικητηρίου και λαϊκής αγοράς να χαρακτηρισθούν και χώροι πρασίνου. Το έτος 1997, στα πλαίσια της δεύτερης φάσης της ως άνω αναθεώρησης, προτάθηκε με την υπ' αριθμ. …/1997 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Καστοριάς, η αλλαγή χρήσης του υπ' αριθ. ...
Ο.Τ. από χώρο εκκλησίας και πρασίνου δε δημοτικό εμπορικό κέντρο και χώρος εκκλησίας και του υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. από χώρο λαϊκής αγοράς σε χώρο πρασίνου και άλλων κοινωφελών χρήσεων. Ο παραπάνω συνεταιρισμός, προκειμένου να διατηρηθεί ο οικοδομικός χαρακτήρας του υπ' αριθ. ... Ο.Τ. και να μην απαλλοτριωθεί για άλλες χρήσεις με το από 12-5-1997 υπόμνημα του, υπέβαλε δια του νομίμου εκπροσώπου του διάφορες προτάσεις προς το Δήμο, σχετικά με τις εκ μέρους του παροχές προς αυτόν.
Στο μεταξύ, το Φθινόπωρο του έτους 1997, ο πρώτος ενάγων, ενεργώντας και για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, συμφώνησε με τους εκκαθαριστές του ως άνω συνεταιρισμού, που τελούσε τότε υπό εκκαθάριση να αγοράσει το ως άνω ακίνητο του συνεταιρισμού, το οποίο με την ως άνω πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού κατατμήθηκε και δημιουργήθηκαν για λογαριασμό του συνεταιρισμού τα προαναφερθέντα δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα.
Επίσης, στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης, συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στους ίδιους και η αξίωση του συνεταιρισμού για αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας της έκτασης των 786 τ.μ. Ο συνεταιρισμός, δια του νομίμου εκπροσώπου του, χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα το υπ' αριθμ. .../15-10-1997 ειδικό πληρεξούσιο "...
ώστε να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του συνεταιρισμού, δηλαδή σαν αγοραστής πλέον των δύο ιδιόκτητων οικοπέδων του συνεταιρισμού που βρίσκονται στο χώρο της λαϊκής αγοράς στην Καστοριά και να αντιπροσωπεύει αυτόν (συνεταιρισμό) πλήρως ενώπιον κάθε δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ...
ενώπιον του Δήμου Καστοριάς και σε κάθε αρμόδια υπηρεσία του και ενεργεί κάθε υπόθεση που έχει σχέση με τα εν λόγω οικόπεδα και επιλύει κατά την απόλυτο κρίση του κάθε θέμα και διαφορά που έχει προκύψει ή θα. προκύψει ... υπογράφοντας και υποβάλλοντας κάθε σχετικό έγγραφο και αιτούμενος και παραλαμβάνοντας τέτοια ...".
Μετά από αυτό, ο πρώτος ενάγων, με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/16-10-1997 αίτησή του, προς τον εναγόμενο, ζήτησε την ανταλλαγή του .οικοπέδου των 1.312 τ.μ. και του δικαιώματος αποζημίωσης των 786 τ.μ., που θα αποκτούσαν από το συνεταιρισμό, με δημοτικό οικόπεδο, έκτασης 2.256 τ.μ., βρισκόμενου στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ. Κατόπιν, με την υπ' αριθμ.
πρωτ. …/17-3-1998 ένστασή του, προς τον εναγόμενο, ζήτησε να απορριφθεί η πρόταση για αλλαγή χρήσης του υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., ώστε να μην εμποδισθεί η ανοικοδόμησή του. Η ένσταση του παραπέμφθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο και επειδή καθυστερούσε η εκδίκασή της, ο πρώτος ενάγων, με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/14.-7-1998 αίτησή του, προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου, ζήτησε να επισπευστεί η συζήτησή της, κάτι τo οποίο ζήτησαν και επτά δημοτικοί σύμβουλοι, με την από 17-7-1998 αίτησή τους, προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου.
Μετά από νέα εξώδικο διαμαρτυρία του πρώτου ενάγοντος, την οποία επέδωσε προς τον εναγόμενο στις 10-9-1998, το Δημοτικό Συμβούλιο Καστοριάς, με την υπ' αριθμ. …/1998 απόφαση του, συγκρότησε γνωμοδοτική επιτροπή, για την εξέταση ορισμένων θεμάτων, που κατά την κρίση του Συμβουλίου ήσαν απαραίτητα, για αν αποφανθεί επί της ενστάσεως (του πρώτου ενάγοντος).
Στη συνέχεια, εισήχθη εκ νέου η ως άνω ένσταση προς λήψη απόφασης στο Δημοτικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 28- 12-1998, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/1998 απόφαση, σύμφωνα με την οποία "Γίνεται δεκτή η ένσταση με την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου θα δωρίσουν συμβολαιογραφικά το χώρο της λαϊκής αγοράς και τις υποχρεώσεις του Δήμου για τα ρυμοτομούμενα 1.300 τ.μ. + 674,55 τ.μ. = 1.974,55 τ.μ.
και με την υποχρέωση ο Δήμος να ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης αν ισχύει, αλλιώς δεν ισχύει ο αποχαρακτηρισμός". Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης του. Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου, και προς εκτέλεση των συμφωνιών των εναγόντων με το συνεταιρισμό, υπογράφηκαν: α) ,τα υπ' αριθμ. …, …, …, …, …, …, …, …και …/31-12-1998 συμβόλαια, του συμβολαιογράφου Καστοριάς Κ.
Γ., που μεταγράφηκαν νομίμως, με τα οποία ο συνεταιρισμός μεταβίβασε σε μέλη του εννέα άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, βρισκόμενα στο υπ' αριθμ. ... Ο.Τ., β) τα υπ' αριθμ. …, …και …/31 -12-1998 συμβόλαια, του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νομίμως, με τα οποία ο συνεταιρισμός μεταβίβασε σε τρία άλλα μέλη του, τα τρία άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, βρισκόμενα στο υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., συνολικής έκτασης 1.312,85 τ.μ., γ) τα υπ' αριθμ. …/8- 2-2009 . και …/23-2-2009 προσύμφωνα πώλησης, του ιδίου συμβολαιογράφου, με τα οποία οι ενάγοντες απέκτησαν το δικαίωμα να μεταβιβασθεί σε αυτούς ισομερώς η κυριότητα των τριών οικοπέδων του υπ' αριθμ. ... ΟΤ. και δ) τα υπ' αριθ. …/18-2-1999 και …/23-2-1999 προσύμφωνα πώλησης, του ιδίου συμβολαιογράφου, με τα οποία οι ενάγοντες απέκτησαν το δικαίωμα να μεταβιβασθεί σε αυτούς ισομερώς η κυριότητα των εννέα οικοπέδων του υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ. Τονίζεται ότι τα ως άνω οικόπεδα του συνεταιρισμού [αφού το πρώτο κατατμήθηκε σε εννέα (9) άρτια και οικοδομήσιμα] διανεμήθηκαν στα μέλη του με κλήρωση, μετά από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του, στα πλαίσια της εκκαθάρισης αυτού. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. …/6-4-1999 συμβόλαιο, του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, τα μέλη του συνεταιρισμού, εκπροσωπούμενα από τους ενάγοντες, σε εκτέλεση των ως άνω προσυμφώνων, πώλησαν σε αυτούς (ενάγοντες) τα ανωτέρω οικόπεδα, εντός του υπ' αριθμ. ...
Ο.Τ., στα οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση των 500 τ.μ. Μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης, κατέστη δυνατή και η οικοδόμηση του εν λόγω οικοπέδου των εναγόντων, δυνάμει υπ' αριθμ. …/2000 οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε στο όνομα της δεύτερης ενάγουσας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία του εναγομένου Δήμου.
Η πολυώροφη οικοδομή αυτή έχει ολοκληρωθεί κατασκευαστικά, ενώ στο συντελεστή κάλυψης, δόμησης και όγκου αυτής συνυπολογίστηκε και επίδικη έκταση των 500 τ.μ., με την πολεοδομική εκμετάλλευσή της. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/12-3-2001 έγγραφο του τμήματος πολεοδομίας του Δήμου Καστοριάς, διακόπηκαν οι πολεοδομικές εργασίες στην ως άνω οικοδομή, εξαιτίας σειράς πολεοδομικών παραβάσεων.
Κατόπιν, η δεύτερη ενάγουσα, με} την υπ' αριθμ. πρωτ. …/21-2-2002 αίτησή της, προς το τμήμα πολεοδομίας του Δήμου Καστοριάς, ζήτησε να ενημερωθεί εάν ο συνυπολογισμός της επίδικης έκτασης στο συντελεστή κάλυψης, δόμησης και όγκου ήταν επιτρεπτός. Η υπηρεσία αυτή απάντησε ότι δεν έπρεπε να συνυπολογίσει στην εκμετάλλευση του οικοπέδου το επίδικο τμήμα, λόγω της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης στην επίδικη εδαφική έκταση, ως κοινόχρηστο πεζοδρόμιο - δρόμος.
Η πολεοδομική όμως εκμετάλλευση της επίδικης εδαφικής έκτασης, η οποία είχε ήδη λάβει χώρα κατά την ανέγερση της οικοδομής, παρέμεινε και μετά την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, την 4-4-2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Με την πρόταση αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης της Καστοριάς, προβλέφθηκε μεταξύ άλλων και η διάνοιξη της Λεωφόρου Κύκνων.
Προς το σκοπό αυτό, η επίδικη έκταση των 500 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως ρυμοτομούμενη και έτσι το έτος 1996 άρχισε η διάνοιξη της εν λόγω Λεωφόρου, η οποία και ολοκληρώθηκε κατά τα έτη 2000 με 2001, με την κατασκευή ασφάλτου, κρασπέδων και πεζοδρομίων. Έτσι, με την κατασκευή και των έργων υποδομής η επίδικη έκταση κατέστη κοινόχρηστος χώρος, ήτοι πεζοδρόμιο και δρόμος.
Τονίζεται ιδιαιτέρως ότι στην εκτέλεση των έργων τούτων και ειδικότερα στη διάνοιξη της … με τη χρήση της επίδικης έκτασης, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν τόσο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων οικοδομικός συνεταιρισμός, όσο και οι ενάγοντες. Οι τελευταίοι μάλιστα ενώ προσέβαλαν την πρόταση αναθεώρησης, με την ως άνω υπ' αριθμ.
πρωτ. …/17-3-1998 ένστασή τους, σε άλλα σημεία της, εν τούτοις δεν εναντιώθηκαν στη ρυμοτόμηση της επίδικης έκτασης, παραχωρώντας ουσιαστικά αυτήν στην κοινή χρήση, η οποία άλλωστε ευνοούσε και αυτούς τους ίδιους και εξυπηρετούσε απολύτως τα οικονομικά συμφέροντά τους, αυξάνοντας την αξία της ανεγερθείσας οικοδομής τους και κυρίως των καταστημάτων της που έχουν πρόσοψη στην οδό.
Εκτός τούτων, οι ενάγοντες συνέπραξαν με δικές τους δαπάνες στην πλακόστρωση του πεζοδρομίου και την επ' αυτού φύτευση δενδροστοιχίας, που καταλαμβάνει την επίδικη έκταση. Τούτο δε το έπραξαν μετά την από 11-4-2001 αίτησή τους, προς το τμήμα πολεοδομίας του εναγομένου Δήμου, με την οποία ζητούσαν να τους χορηγηθεί σχετική άδεια προς τούτο.
Ωστόσο, παρά τη διάνοιξη της ως άνω …, ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε χώρα έγκριση της πρότασης για αναθεώρηση του σχεδίου πόλης, με συνέπεια η επίδικη εδαφική έκταση να μη δύναται να χαρακτηριστεί ως δημόσιος κοινόχρηστος χώρος, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, το οποίο ορίζει "Ιδιωτικοί δρόμοι , πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κείμενων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις", λόγω ακριβώς της έλλειψης της σχετικής εγκριτικής πράξης της διοίκησης.
Συνεπώς, από πολεοδομική άποψη η επίδικη έκταση δεν είναι ρυμοτομούμενη, ενώ ιδιοκτησιακά ανήκει στους ενάγοντες, στους οποίους περιήλθε , σύμφωνα με τα παραπάνω, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ως άνω άρθρου. Παρόλα αυτά, τα παραπάνω, ήτοι το γεγονός ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, με την ως άνω συμπεριφορά τους, αποδέχθηκαν να καταστεί η έκταση αυτή κοινόχρηστος χώρος, χρησιμοποιούμενος ως οδός και πεζοδρόμιο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον από το έτος 1996, συμπράττοντας μάλιστα οι ίδιοι με δικά τους έξοδα στη διαμόρφωση των πεζοδρομίων, ως και την πλακόστρωση και δενδροφύτευσή τους, ότι εκ των πραγμάτων κατέστη η έκταση αυτή κοινόχρηστη, ότι αυτή αποτελεί τμήμα της μοναδικής οδού και διεξόδου για τις παρακείμενες ιδιοκτησίες, με ευρύτατα μάλιστα κυκλοφορία και συνεπώς η διεκδίκησή του από τους ενάγοντες συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τους περιοίκους αλλά και για τους λοιπούς κάτοικους και επισκέπτες της πόλης, ότι οι ενάγοντες δεν εναντιώθηκαν ή αντέδρασαν στην προβλεφθείσα και από ετών λειτουργούσα χρήση αυτής ως κοινόχρηστου χώρου, σύμφωνα με την πρόταση αναθεώρησης του σχεδίου πόλης Καστοριάς, ότι οι ίδιοι εκμεταλλεύθηκαν πολεοδομικά την επίδικη έκταση, συνυπολογίζοντας αυτήν στο συντελεστή κάλυψης, δόμησης και όγκου της ανεγερθείσας πολυώροφος οικοδομής τους, ότι η χρήση του επιδίκου τμήματος εξυπηρετεί απολύτως και τα οικονομικά συμφέροντα των εναγόντων, ως παρόδιων ιδιοκτητών, και τέλος, ότι με την οριστικοποίηση της βρισκόμενης σε εξέλιξη διαδικασίας αναθεώρησης του, ρυμοτομικού σχεδίου, με την έκδοση της σχετικής πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, οι ενάγοντες, μπορούν να αξιώσουν τα όποια δικαιώματα τους για καταβολή αποζημίωσης, για την επίδικη έκταση, από τους υπόχρεους προς τούτο, καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης της έκτασης αυτής καταχρηστική>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης, που πρόβαλε ο εναγόμενος και κατά παραδοχή αυτής απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων , επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας .
Ειδικότερα, αναφέρει τις επαχθείς για τον υπόχρεο αναιρεσίβλητο [εναγόμενο] Δήμο και τους δημότες αυτού συνέπειες, που συνίστανται, σε περίπτωση απόδοσης του ακινήτου στους αναιρεσείοντες [ενάγοντες], στην κατάργηση της οδού, που ήδη δημιουργήθηκε, με μεγάλη κυκλοφορία και των πεζοδρομίων στον επίδικο χώρο, μολονότι οι ενάγοντες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αναφερόμενη συμπεριφορά τους αποδέχθηκαν να καταστεί η έκταση αυτή κοινόχρηστος χώρος, συνυπολόγισαν αυτή στο συντελεστή κάλυψης, δόμησης και όγκου της λοιπής ιδιοκτησίας τους και η χρήση της εξυπηρετεί και τα οικονομικά τους συμφέροντα ως παρόδιων ιδιοκτητών.
Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, είναι αβάσιμος .
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης , να διαταχθεί , κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2], μειωμένα, όμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-6-2012 αίτηση αναίρεσης της 13/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ