Supreme Court dismisses appeal against distribution contract termination, upholding lower court's application of consumer protection laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Nestle Hellas against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the termination of an exclusive distribution contract. The appellant argued that the lower court incorrectly applied substantive law and failed to recognize the contract as indefinite-term, but the court found the distribution agreement was properly characterized as exclusive and subject to specific statutory termination rules. Consequently, the court ruled that the lower court's application of the relevant provisions was correct and the appeal lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 9(1a-b) of Decree 219/1991: The Supreme Court holds that an exclusive distribution contract is governed by specific statutory provisions regarding termination, and the lower court's application of these rules constitutes a correct exercise of judicial power, precluding appellate review based on alleged misapplication of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 985 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 985/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (η οποία απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ ΑΕ", πρώην "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4527/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 4527/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, καίτοι, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε αναλογική εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από τον νόμο αναλογική εφαρμογή αυτής, παράλειψη που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή της.
Αντίστροφα, υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου όταν γίνεται από το δικαστήριο της ουσίας αναλογική εφαρμογή αυτού, παρότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την αναλογική εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με εκείνη που ο νόμος ρυθμίζει και ανάγκη αναλογικής προστασίας (ΟλΑΠ 2/2013).
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία απορρέει από την αρχή της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, ιδίως ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου τους, είναι διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι παραγωγός ή χονδρέμπορος, δεσμεύεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, ορισμένο εμπόρευμα για συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, το οποίο ο διανομέας δεσμεύεται να μεταπωλεί σε τρίτους στα όρια της περιοχής αυτής στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφέρει από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου ως εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως σε συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την αγοραπωλησία εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου.
Δηλαδή ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί βοηθητικές διαμεσολαβητικές εργασίες στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό. Ενδιάμεση μορφή διαμεσολαβητικής δραστηριότητας στη λειτουργία του εμπορίου είναι ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, ο οποίος ενεργεί τις προαναφερόμενες πράξεις στο δικό του όνομα (όπως και ο αποκλειστικός διανομέας), αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου (όπως και ο εμπορικός αντιπρόσωπος).
Στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, οι οποίες δεν ρυθμίζονται με ειδικές νομοθετικές διατάξεις, έχουν καταρχήν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 90, 91 ΕμπΝ και 3 ΕισαγΝ ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως συμβαίνει όταν αυτός ακολουθεί τις οδηγίες του προμηθευτή ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, με δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα σήματα του τελευταίου, αλλά και υποχρέωση να τον πληροφορεί για το πελατολόγιό του και για τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, που εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και μάλιστα αυτόν που έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα του.
Αντίθετα, οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσώπευσης ούτε υπό την ισχύ του νόμου 3557/2007. Όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής συναλλακτικής πίστης (άρθρα 4 παρ. 1 Σ. και 288 ΑΚ), οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 έχουν, υπό προϋποθέσεις, ανάλογη εφαρμογή και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, εφόσον η λειτουργία τους προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας και ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, όπως συμβαίνει ιδίως όταν ο αποκλειστικός διανομέας ή ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.
Ειδικότερα, τέτοιες είναι οι υποχρεώσεις α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος του εντολέα τους κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμφωνημένη περιοχή ευθύνης τους και να υπόκεινται στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των σχετικών αγοραπωλησιών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση αυτών των υποχρεώσεων, οι οποίες δεν είναι ανάγκη να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορεί η έλλειψη κάποιας από αυτές να καλύπτεται από την αυξημένη έκταση των λοιπών, καθιστά τους εν λόγω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, παρότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται άμεσα οφέλη και για τον εντολέα τους, ο οποίος δεν αντλεί οικονομικό όφελος μόνο από την εκπλήρωση της κύριας επαγγελματικής υποχρέωσής τους, αλλά και από τις προαναφερόμενες ιδιαίτερες συμβατικές υποχρεώσεις, ακόμη και μετά τη λήξη της σύμβασης από τη χρήση του πελατολογίου τους μέσω άλλων επαγγελματιών.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, έχουν, και για τον χρόνο πριν από τον ν. 3577/2007, αναλογική εφαρμογή, ολική ή μερική, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ή σε άλλες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις, που εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας και επιβάλλει εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτές των σχετικών διατάξεων, η δικαιοδοτική δε λειτουργία αυτή δεν συνιστά ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου (βλ.
ΟλΑΠ 16/2013). Περαιτέρω και εφόσον συντρέχουν οι όροι αναλογικής εφαρμογής, μπορεί να επιδικαστεί και στον αποκλειστικό διανομέα ή στον παραγγελιοδοχικό αντιπρόσωπο η αποζημίωση πελατείας του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, η οποία συνιστά αξίωση εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης και ενέχει στοιχεία αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος και αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Όπως δε προκύπτει από την παρ. 1α του ίδιου άρθρου, για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί με την αγωγή του και να αποδείξει ο αποκλειστικός διανομέας ή ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος. Πιο συγκεκριμένα πρέπει να συντρέχουν:
α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με αυτούς τους πελάτες και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν πριν από αυτόν, ενώ ως σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς. Αντίστοιχα, η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών του αντιπροσωπευόμενου από υποθέσεις με παλαιούς ή νέους πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου μπορεί να προέρχεται τόσο από την επιβίωση διαρκών συμβάσεων που κατάρτισε ο εμπορικός αντιπρόσωπος με τρίτους στην περιοχή ευθύνης του, όσο και από την επικερδή για τον πρώτο εκμετάλλευση του γνωστού σ' αυτόν πελατολογίου του δευτέρου στην ίδια περιοχή, έστω και αν τα πωλούμενα προϊόντα είναι επώνυμα και γνωστά στο καταναλωτικό κοινό λόγω και της διαφημιστικής προβολής τους από τον αντιπροσωπευόμενο.
Τέλος, κριτήρια καθορισμού του ποσού της επιδικαστέας αποζημίωσης πελατείας είναι το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο (παραγωγό ή προμηθευτή) μετά τη λήξη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια αυτού και το εκτιμώμενο κέρδος που θα είχε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της σύμβασης, η δε σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού διαμορφώνεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του σχετικού πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (ευθεία ή εκ πλαγίου).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "η ενάγουσα στην Αθήνα με τη δικαιοπάροχο της πρώτης εναγόμενης, εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που είναι εταιρεία παραγωγής προϊόντων παγωτού, ευρείας κατανάλωσης, είχε συνάψει από το έτος 1982, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, αορίστου χρόνου, με βάση την οποία διακινούσε και μεταπωλούσε σε τρίτους λιανοπωλητές, τα προϊόντα αυτής, στη γεωγραφική περιοχή Κηφισιάς, Κάτω Κηφισιάς, Νέας Κηφισιάς, Χαλανδρίου, Πολύδροσου, Πεντέλης, Αγίας Παρασκευής, Ερυθραίας, Εκάλης, Πολιτείας, Βαρυμπόμπης, Διόνυσου και τμήματος Αμαρουσίου, έναντι αμοιβής, ποσοστού 8% στην αξίας των πωλουμένων προϊόντων.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, έχοντας εκ των προτέρων την απαιτούμενη επαγγελματική υποδομή και κεφάλαια, δηλαδή, δικό της φορτηγό αυτοκίνητο με ψυκτικό θάλαμο, υπαλληλικό προσωπικό, επαγγελματική πείρα και εν γένει, ο,τιδήποτε ήταν απαραίτητο, ανέλαβε να διαθέτει τα προϊόντα της παραπάνω εταιρείας, σε διάφορα σημεία λιανικής πώλησης (περίπτερα, "ψιλικατζίδικα", φούρνους, εστιατόρια, "super markets", κλπ.) που βρίσκονταν στην εδαφική περιοχή των παραπάνω Δήμων.
Η σύμβαση αυτή, αόριστου χρόνου, μετατράπηκε στις 20-2- 1995 σε σύμβαση ορισμένου χρόνου, που ανανεώθηκε, στη συνέχεια, με τις από 30-10-1998 και 5-6-2000, όμοιες, κατά τους όρους τους, έγγραφες συμβάσεις που επιγράφονται ως "Σύμβαση Κύριας Συνεργασίας". Τελευταία, η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε στις 1-11-2003, με χρόνο λήξης την 31-12-2006, που παρατάθηκε επί δύο μήνες, με κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών και έληξε τελικά, στις 31-12-2006.
Η δεύτερη εναγόμενη πολυεθνική εταιρεία, με την επωνυμία "ΝΕSΤLΕ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", αγόρασε το 96,53% του μετοχικού πακέτου της παραπάνω δικαιοπαρόχου της πρώτης εναγόμενης, εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", την οποία μετονόμασε με την επωνυμία της, ήδη, πρώτης εναγόμενης, δηλαδή σε "ΝΕSΤLΕ ΕΛΛΑΣ ΠΑΓΩΤΑ Α.Ε.", η οποία και έγινε έτσι καθολική διάδοχος αυτής και αντισυμβαλλόμενη, πλέον της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της τελευταίας, όπως παραπάνω, μεταξύ τους, σύμβασης συνεργασίας, η οποία λειτούργησε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης με τους ίδιους, ακριβώς, όρους, όπως και με τη δικαιοπάροχο της τελευταίας.
Οι παραπάνω, διαδοχικές και ομοειδείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου διέπονταν από τους ουσιώδεις όρους, που αναφέρονται σ' αυτές, σύμφωνα με τους οποίους η διανομή των παραπάνω προϊόντων γίνονταν με δαπάνες της ενάγουσας και η μεταπώλησή τους, σε τιμή που διαμορφωνόταν από αυτήν, προσαυξημένη κατά το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής της, που καθορίστηκε στο 9,5% στην τιμή, που αυτή τα αγόραζε από την πρώτη εναγόμενη.
Η μεταξύ τους συνεργασία εξελισσόταν ως εξής: Η ενάγουσα παρελάμβανε, κάθε μέρα, το συντηρούμενο με δικές της δαπάνες φορτηγό, ιδιοκτησίας της, από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της πρώτης εναγόμενης, φορτωμένο με την απαιτούμενη ποσότητα παγωτών, με βάση σχετικά δελτία παραγγελίας, κατέβαλλε το τίμημα των εμπορευμάτων, στην πιο πάνω προμηθεύτριά της, μειωμένο όμως, κατά το πιο πάνω ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής της, προς 9,5% στην αξία αυτών και εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια αγοράς, στο όνομά της.
Στη συνέχεια, εκτελούσε το καθημερινό δρομολόγιο της, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου και μεταπουλούσε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, στην αξία που τα είχε αγοράσει με την, επί πλέον, προσαύξηση του παραπάνω ποσοστού της αμοιβής της. Η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη: 1) να φέρει στο φορτηγό της τα χρώματα και σήματα της πρώτης εναγόμενης. 2) να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά και μόνο μέσα στις παραπάνω εδαφικές περιοχές, να τηρεί το καθήκον εχεμύθειας και να μη συνεργάζεται με ανταγωνιστές της πρώτης εναγόμενης, ή να διακινεί δικά τους εμπορεύματα, ακόμη και ένα έτος, μετά την τυχόν λύση της δικής τους σύμβασης. 3) να έχει ως στόχο να διαθέτει τις οριζόμενες, με βάση σχετικές εγκύκλιες της πρώτης εναγόμενης, ποσότητες εμπορευμάτων, τον οποίο στόχο, αν επιτύγχανε θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή ("πριμ"), 4) να έχει τοποθετημένο στο φορτηγό της, φορητό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της, και στο οποίο είχε πρόσβαση η πρώτη εναγόμενη, 5) να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση και κατάστασή τους, την τοποθέτηση του σχετικού διαφημιστικού υλικού και, εν γένει, να προωθεί τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης.
Η σύμβαση αυτή, με βάση τους παραπάνω όρους και συμφωνίες της, αλλά και με βάση τον τρόπο, κατά τον οποίο λειτούργησε στην πράξη, έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής/διανομής, όπως αυτή περιγράφηκε στη μείζονα σκέψη της πρώτης παραγράφου της απόφασης αυτής, και δεν συνιστά μία απλή σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη.
Η ενάγουσα δεν διακινούσε απλά και εναπέθετε τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης στα σημεία λιανικής πώλησης ως απλή μεταφορέας, αλλά: α) ήταν ανεξάρτητη επαγγελματίας με δική της επιχείρηση που συντηρούσε με δικά της κεφάλαια και με ήδη διαμορφωμένη υποδομή, ενταγμένη όμως στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγόμενης, β) συντηρούσε με δικές της δαπάνες τον εξοπλισμό, το φορτηγό και την υπαλληλική, γραμματειακή και εν γένει υποστήριξη της επιχείρησής της, γ) προμηθευόταν, αποκλειστικά από την πρώτη εναγόμενη, τα εμπορεύματά της, αγοράζοντας αυτά σε μειωμένη τιμή, κατά το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής της και τα μεταπωλούσε στους λιανοπωλητές, εκδίδοντας τιμολόγια στο όνομά της, με κέρδος την παραπάνω διαφορά της τιμής αγοράς τους και μεταπώλησής τους, ενώ ο κίνδυνος ανήκε σ' αυτήν, εφόσον είχε ήδη προκαταβάλει και την αξία των εμπορευμάτων της, δ) είχε ποσοτικούς στόχους που τους όριζε η πρώτη εναγόμενη, για την επίτευξη, όσο το δυνατόν περισσότερων πωλήσεων, ε) είχε υποχρέωση μη ανταγωνισμού και εχεμύθειας, ακόμη και για ένα έτος, από τη λύση της σύμβασής της, στ) είχε υποχρέωση χρήσης των χρωμάτων και των διακριτικών σημάτων της πρώτης εναγόμενης, ζ) είχε υποχρέωση να διακινεί τα προϊόντα της, σε γεωγραφικά οριοθετημένες περιοχές, η) είχε υποχρέωση να ανακοινώνει, στην πρώτη εναγόμενη, τυχόν νέα σημεία λιανικής πώλησης (πελάτες), να επισκέπτεται και να επιθεωρεί τα ήδη υπάρχοντα, καθώς και να προασπίζεται τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης, προμηθεύτριάς της.
Επομένως, από τα παραπάνω, που, ουσιαστικά, δεν αρνήθηκε η πρώτη εναγόμενη, αλλά προκύπτουν και από το γραπτό κείμενο, των μεταξύ τους, διαδοχικά, υπογραφεισών συμβάσεων συνεργασίας, που με νόμιμη επίκληση προσκομίζονται, προκύπτει, ότι η επίδικη συνεργασία μεταξύ των συγκεκριμένων διαδίκων, ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα και τα άρθ. 8 και 9 του π.δ. 219/1991, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι, παρότι η διάρκεια των συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, και πριν από αυτήν, της δικαιοπαρόχου της, είχαν τυπικά, ορισμένη διάρκεια και έληγαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αυτές ήταν, στην ουσία, αλυσιδωτές συμβάσεις, οι οποίες συνάφθηκαν για ορισμένο χρόνο, με ταυτόσημο, όμως, ή κύρια με ίδιο περιεχόμενο και χωρίς να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σε κάθε ανανέωσή τους.
Αντίθετα, κάθε νέα έγγραφη σύμβαση, που διαδεχόταν την προηγούμενη, ήταν ίδια με τη σύμβαση που έληξε, ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και το κυρίως περιεχόμενο της, ακόμη και ως προς το ποσοστό της συμφωνηθείσας αμοιβής, για το οποίο δεν γινόταν καν νέα διαπραγμάτευση. Επομένως, ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπάρχουσας συμβατικής σχέσης, μεταξύ των διαδίκων, σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις, οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων, που αφορούν την καταγγελία.
Γι' αυτό, άλλωστε, οι αλυσιδωτές αυτές συμβάσεις κρίνονται ως ενιαία σύμβαση, που συνάφθηκε για αόριστο χρόνο, στην οποία βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω αναφερθέντος π.δ/τος, που έχει ως αποτέλεσμα, ότι η συμβατική σχέση δεν έληξε, μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της τελευταίας σύμβασης, δηλαδή στις 30-10-2006, αφού η πρώτη εναγόμενη, που ήθελε να καταγγείλει τη συμβατική αυτή σχέση, έπρεπε να την καταγγείλει με τήρηση των προθεσμιών, που καθορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, δηλαδή προ έξι (6) μηνών.
Όμως, λαμβανομένου υπόψη, ότι η ένδικη αυτή σύμβαση, παρατάθηκε, με κοινή συμφωνία, μέχρι 31-12-2006, η παράταση αυτή θεωρείται, ότι ήταν μέρος της εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας της μακρόχρονης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, που, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να διακοπεί μετά την πάροδο ενός ακόμη τετραμήνου, από την παραπάνω ημερομηνία της 31-12-2006, δηλαδή στις 30-4-2007 και για το οποίο τετράμηνο, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει τα διαφυγόντα κέρδη της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και πάλι στην παραπάνω μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, η ενάγουσα δικαιούται την αποζημίωση "πελατείας", με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του πιο πάνω π.δ/τος 219/1991, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, ανεξάρτητα από τον όρο που περιλήφθηκε στην ένδικη σύμβαση, σύμφωνα με τον οποίο, όπως ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη, η ενάγουσα παραιτείται οποιασδήποτε αξίωσής της, που απορρέει από τη διάταξη του άρθ. 9 του πιο πάνω π.δ.
περί αποζημίωσής της, για απωλεσθείσα πελατεία. Κι' αυτό γιατί ότι ο όρος αυτός, δεν έχει ισχύ, εφόσον είναι αντίθετος στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ίδιου π.δ/τος που απαγορεύει την παραίτηση του αντιπροσώπου, (ή διανομέα), από τις αξιώσεις του άρθρου αυτού, πριν από τη λήξη της σύμβασης. Πρέπει, επομένως, αφού με τον ίδιο τρόπο έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της πρώτης εναγόμενης, ως αβάσιμο, να απορριφθεί και ο σχετικός περί αυτού λόγος της έφεσής της, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Εξ άλλου, η ενάγουσα, ναι μεν, όπως κάθε διανομέας της πρώτης εναγόμενης, είχε προκαθορισμένο δρομολόγιο και δεν μπορούσε να συνάπτει συμφωνίες προμήθειας παγωτών, απευθείας με τους λιανοπωλητές, όμως ήταν εκείνη που, στα πλαίσια της εδαφικής της αρμοδιότητας, παρακολουθούσε στενά την αγορά, υπό την έννοια ότι, αν αντιλαμβανόταν την ύπαρξη νέου σημείου λιανικής πώλησης, ενημέρωνε άμεσα την πρώτη εναγόμενη, ώστε να προσεγγίσει, το ταχύτερο δυνατό, το σημείο αυτό, με τον επιθεωρητή της, ενόψει και του ανταγωνισμού από τις άλλες εταιρείες, παραγωγής και εμπορίας ομοειδών προϊόντων.
Πέρα όμως, από τα παραπάνω και, ανεξάρτητα από το αν κατά την επίδικη τελευταία, πριν τη διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας, πενταετία, αυτή εισέφερε νέους πελάτες, αποδείχθηκε πλήρως, ότι, οπωσδήποτε, προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της προμηθεύτριάς της, πρώτης εναγόμενης, με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής, μείζονα σκέψη, όπως αυτοί οι πελάτες, ειδικά, αναλύονται στη σχετική με επίκληση, προσκομιζόμενη κατάσταση, την οποία και δεν αμφισβητεί, άμεσα, η πρώτη εναγόμενη.
Το γεγονός αυτό απορρέει άμεσα και από το ίδιο το περιεχόμενο της έγγραφης σύμβασής της, αφού από το σύνολο, σχεδόν, των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, εξάγεται, ότι σε αυτό ακριβώς στοχεύει, δηλαδή στην προαγωγή της σχέσης πελάτη - λιανοπωλητή με την πρώτη εναγόμενη. Επομένως, είναι αυτονόητο, ότι.
η ενάγουσα δεν μετέφερε, απλά, τα προϊόντα της πρώτης εναγόμενης, στα διάφορα σημεία λιανικής πώλησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή, αλλά, περαιτέρω, επιθεωρούσε αυτά τα σημεία, ελέγχοντας τα αποθέματά τους, προωθώντας νέα είδη παγωτού, παραγωγής της προμηθεύτριάς της, τοποθετώντας το σχετικό διαφημιστικό υλικό της, επιβλέποντας την ορθή λειτουργία των ψυκτικών μηχανημάτων και θαλάμων της, επιτηρώντας τη μη εναπόθεση ανταγωνιστικών προϊόντων στα δικά της ψυγεία και, εν γένει, διαφυλάσσοντας, με κάθε τρόπο, τα συμφέροντα της πρώτης εναγόμενης.
Ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι δηλαδή η ποιότητα των παγωτών της, είναι αυτή που προσελκύει τους πελάτες, δεν αναιρεί την παροχή επιμελούς εργασίας, από μέρους της ενάγουσας, για την προώθηση των παγωτών της αυτών, με βάση τα καθήκοντα που η ίδια ανέθεσε στους διανομείς της, και δεν θα είχε λόγο να αναθέσει, αν αρκούσε για την προώθηση των προϊόντων της, μόνο η καλή τους ποιότητα.
Άλλωστε και μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης, η πρώτη εναγόμενη διατηρεί προφανή οφέλη, εφόσον χάρη και στις προσπάθειες της ενάγουσας συνεχίζει να συναλλάσσεται με τους εν λόγω πελάτες, διανέμοντάς τους, παγωτά με άλλο, πλέον, διανομέα. Ενόψει των παραπάνω και λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη, ότι, σύμφωνα με τον όρο 11 της σύμβασής της, η ενάγουσα δεν μπορεί να εργαστεί σε ανταγωνιστική εταιρεία της πρώτης εναγόμενης, μέχρι και ένα έτος, μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, αυτή δικαιούται εύλογη αποζημίωση, για την απώλεια της πελατείας της.
Αυτή πρέπει να είναι ίση με το μέσο ετήσιο όρο, των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, (2002 έως 2006) λειτουργίας, της, αορίστου χρόνου, ενιαίας σύμβασής της, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση συνυπολογισμού και της, επί πλέον, διαφοράς, από τη μειωμένη προμήθεια που λάμβανε για τη διανομή των ίδιων προϊόντων στα "super markets", διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο όρος αυτός δεν επιβλήθηκε καταχρηστικά, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός περί αυτού λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Έτσι, αποδείχθηκε, ότι, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού προς 9,5% της αμοιβής της: α) το έτος 2002 ο ενάγουσα σημείωσε πωλήσεις ύψους 580.905,93 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά της προς 9,5%, ανέρχεται στο ποσό των 55.186,06 Ευρώ, β) το έτος 2003 σημείωσε πωλήσεις ύψους 687.044,66 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά της προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 65.269,24 Ευρώ, γ) το έτος 2004 σημείωσε πωλήσεις ύψους 638.771,41 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά της προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 60.683,28 Ευρώ, δ) το έτος 2005 σημείωσε πωλήσεις ύψους 608.540,32 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά της προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 57.811,33 Ευρώ, και ε) το έτος 2006 σημείωσε πωλήσεις ύψους 582.250,45 Ευρώ, οπότε η δικαιούμενη προμήθειά της προς 9,5 %, ανέρχεται στο ποσό των 55.313,80 Ευρώ.
Συνεπώς, η εύλογη αποζημίωση πελατείας, που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των (55.186,06 + 65.269,24 + 60.683,28 + 57.811,33 + 55.313,80) =294.263,71 : 5 = 58.852,74 Ευρώ, που συνιστά το μέσο ετήσιο όρο των κερδών της και από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν 5.359,54 Ευρώ, που η ενάγουσα συνομολογεί, ότι οφείλει στην πρώτη εναγόμενη και αφαιρεί από την ένδικη αξίωσή της και, επομένως, δικαιούται να λάβει το υπόλοιπο ποσό των 53.493,36 Ευρώ.
Μετά από αυτά, και αφού με διαφορετικό τρόπο έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αναγνώρισε, ότι η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για αποζημίωση πελατείας της, το ποσό των 52.576,59 Ευρώ, υπολογίζοντας αυτό με βάση την τελευταία τριετία που διάρκεσε η τελευταία πιο πάνω έγγραφη σύμβασή της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατά παραδοχή του βάσιμου, περί αυτού σχετικού λόγου της έφεσης της ενάγουσας, να εξαφανιστεί, ως προς αυτό.
Αντίθετα, ο σχετικός λόγος της έφεσης της πρώτης εναγόμενης, με τον οποίο αυτή επικαλείται, ότι η μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, σύμβαση, δεν ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όμοια, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της, που προβλήθηκε πρωτόδικα και επαναφέρεται νόμιμα κατά το άρθ. 240 Κ.Πολ.Δ.
με τις προτάσεις της, στο παρόν δικαστήριο, περί ορισμένης διάρκειας της τελευταίας, μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, σύμβασης συνεργασίας. Επίσης, με βάση τα παραπάνω, και, λαμβανομένου υπόψη, ότι η πρώτη εναγόμενη, κατάγγειλε τη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας, σύμβαση συνεργασίας, χωρίς να τηρήσει την εξάμηνη προθεσμία, αλλά μόνο τους δύο μήνες, κατά τους οποίους, τυπικά, παράτεινε τη διάρκεια της τελευταίας έγγραφης σύμβασης συνεργασίας τους.
Ουσιαστικά, όμως, προειδοποίησε την ενάγουσα για την οριστική διακοπή αυτής και την ανάκληση της εντολής της, για αποκλειστική διανομή των προϊόντων της, και άρα η ενάγουσα δικαιούται και τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε κατά τους επόμενους τέσσερις (4) μήνες από την πρόωρη διακοπή της σύμβασής της, που έγινε τελικά, στις 31-12-2006.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα έλαβε, όπως προαναφέρθηκε το έτος 2006, συνολικά για το ποσοστό αμοιβής της, το ποσό των 55.313,80 Ευρώ, και επομένως, έλαβε κατά μήνα και κατά μέσο όρο 4.609,48 Ευρώ, τα οποία με πιθανότητα και κατά την κοινή πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε κατά μήνα, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της σύμβασής της, επί τετράμηνο ακόμη, και έτσι, συνολικά θα αποκόμιζε 18.437,93 Ευρώ.
Από αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν, τουλάχιστον τα 5.000 Ευρώ, που κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποτελούσαν με πιθανότητα, τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησής της, (έξοδα κίνησης και συντήρησης του φορτηγού, αμοιβή του υπαλλήλου της) και, επομένως, τα καθαρά κέρδη της θα ανέρχονταν, κατά το τετράμηνο αυτό, στο ποσό των 13.437,93 Ευρώ".
Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, είναι καταρχήν δυνατή στην κρινόμενη υπόθεση η αναλογική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτές, η αναιρεσίβλητη, η οποία, έχοντας κατάλληλη επιχειρηματική υποδομή, συμφώνησε να αγοράζει από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας προϊόντα παγωτού αυτής, τα οποία στη συνέχεια θα μεταπωλούσε με δικές της δαπάνες στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό αποκλειστικά σε πελάτες αυτής στη γεωγραφική περιοχή Κηφισιάς, Κάτω Κηφισιάς, Νέας Κηφισιάς, Χαλανδρίου, Πολύδροσου, Πεντέλης, Αγίας Παρασκευής, Ερυθραίας, Εκάλης, Πολιτείας, Βαρυμπόμπης, Διόνυσου και Τμήματος Αμαρουσίου Αττικής και σε τιμή που η ίδια διαμόρφωνε με επιχειρηματική διακινδύνευση και με κέρδος τη διαφορά της προκαταβαλλόμενης τιμής αγοράς και της τιμής μεταπώλησής τους και με τις πρόσθετες δεσμεύσεις που μνημονεύονται στην απόφαση (χρήση σημάτων της αναιρεσείουσας, τήρηση εχεμύθειας, ηλεκτρονική γνωστοποίηση πελατολογίου κλπ.), η αναιρεσίβλητη συνδεόταν με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας με σύμβαση αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων της στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και λειτούργησε με την ίδια ιδιότητα μέχρι τη λήξη της σύμβασης, όπως ορθά δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επίσης, με βάση τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές της εφετειακής απόφασης, συνέτρεχαν οι τασσόμενες από το άρθρο 9 παρ. 1α-β του π.δ. 219/1991 προϋποθέσεις για τη νομική θεμελίωση της απαίτησης αποζημίωσης πελατείας, που επιδικάστηκε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι ήταν αναλογικά εφαρμοστέες στην προκείμενη υπόθεση οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 8 παρ. 2-4 και 7 και 9 παρ. 1α-β του π.δ. 219/1991 δεν είναι εσφαλμένη, ο δε λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που επικαλείται παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η εφετειακή απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 (ως προς το κεφάλαιο επιδίκασης διαφυγόντων κερδών), θεωρώντας εσφαλμένα τη δίμηνη συναινετική παράταση της ένδικης σύμβασης μετά τις 31-10-2006 σαν σιωπηρή συνέχιση αυτής μετά τη λήξη της, ώστε να καταστεί αορίστου χρόνου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και ότι κατέστη σιωπηρώς αορίστου χρόνου μετά τη δίμηνη παράτασή της, αλλά δέχτηκε (ορθά) ότι οι διαδοχικές και αλυσιδωτές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και λειτούργησαν μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, συνιστούσαν εξαρχής ενιαία σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, η οποία έπρεπε να καταγγελθεί με τήρηση εξάμηνης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 4527/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Ιανουαρίου 2014 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ