Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination and unpaid overtime compensation issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred in dismissing claims for unpaid overtime and the invalidity of the contract termination due to insufficient compensation. The court found the employer's defense regarding a calculation error regarding the compensation amount to be a valid, excusable mistake rather than a procedural defect. Consequently, the appeal was dismissed because the lower court correctly evaluated the evidence and the employer's good faith error did not warrant annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 5 para. 3 of Law 3198/1955: An employer's good faith error or reasonable doubt regarding the exact amount of severance pay does not render a labor contract termination void, merely creating a right to supplementary payment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 985 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων και ανεπάρκεια αιτιολογίας επί αιτήματος αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ελλιπής αποζημίωση επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Ο ισχυρισμός ότι η τυχόν έλλειψη οφείλεται σε πλάνη περί το αληθές ύψος του οφειλομένου ποσού είναι επαρκώς ορισμένος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Αριθμός 985/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Ταρπινίδη.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΙΟΥΤΟΝ ΕΠΕ Θεσσαλονίκης και ΣΙΑ ΕΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και 2) Ε. συζύγου Π. Π., το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 21910/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 2292/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις 750β' και 751β'/24-6-2010 εκθέσεις επιδόσεως του Ν. Ζ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση του αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες για να παρασταθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτές. Οι αναιρεσίβλητες, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτές να ήσαν παρούσες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).
ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, κατά τους όρους της μεταξύ αυτών συμφωνίας, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής της αμοιβής και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον πρώτο ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης προς τις οδηγίες αυτές.
Παραμένει, όμως, νομικώς αδιάφορο το αν ο εργοδότης ασκεί με απόλυτο τρόπο το δικαίωμα αυτό ή αφήνει στον εργαζόμενο περιθώριο πρωτοβουλιών, εφ' όσον η παρεχόμενη άνεση δεν εξικνείται μέχρι πλήρους καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και, αντιστοίχως, δημιουργίας δικαιώματος ελεύθερης υπηρεσιακής δράσης του εργαζόμενου.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ.α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα, τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης και επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Σύμβασης, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων αυτών ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα διεύθυνσης και εποπτείας του συνόλου της επιχειρήσεως ή ενός σημαντικού τομέα αυτής, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρηματικής δράσης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους λόγω της ασκήσεως δικαιωμάτων του εργοδότη έναντι αυτών.
Γι' αυτό και τα εν λόγω πρόσωπα, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών με αποδοχές, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους, η δε εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αυξημένες αποδοχές.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) παροχής υπερωριακής εργασίας, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων, που είχε προϋπηρεσία σε επιχειρήσεις του "Ομίλου Π." στην Αθήνα, την 9-4-2002 προσλήφθηκε από την πρώτη από τις εναγόμενες (ήδη πρώτη από τις αναιρεσίβλητες), που ανήκει στον όμιλο αυτό, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου, με ειδικότερο αντικείμενο το συντονισμό λειτουργίας των τμημάτων του καταστήματος επί της Πλατείας Δημοκρατίας, στη Θεσσαλονίκη.
Ως συντονιστής έπρεπε να εκπαιδεύει το προσωπικό για τους στόχους της επιχείρησης και να εποπτεύει την επίτευξή τους, να κάνει εισηγήσεις για προσλήψεις και απολύσεις (χωρίς, όμως, την εξουσία να ενεργεί ο ίδιος τις πράξεις αυτές), να φροντίζει για την αποδοτική λειτουργία όλων των τμημάτων και να συμβάλλει στην προώθηση της επιχειρηματικής πολιτικής και στην επίτευξη κερδών.
Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι την 1-6-2006, οπότε απολύθηκε, ο ενάγων πρόσφερε την εργασία του σε περισσότερες από μια επιχειρήσεις του ομίλου, στο ίδιο ή σε διαφορετικά καταστήματα, που ανήκαν τυπικά σε διάφορες εταιρίες, πάντοτε, όμως, ελεγχόμενες από τον όμιλο, χωρίς ουδέποτε να μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, ήτοι της πρώτης από τις εναγόμενες, η οποία δάνειζε την εργασία του στους διαφορετικούς φορείς των επιχειρήσεων αυτών, πάντοτε με τη συναίνεση του ιδίου.
Το αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος ήταν άλλοτε αυτό που ήδη αναφέρθηκε και άλλοτε εκείνο του υπεύθυνου πωλήσεων, υπό την έννοια ότι ήταν επικεφαλής τριών τουλάχιστον πωλητών, τους οποίους ενημέρωνε για τα προγράμματα των παρεχόμενων υπηρεσιών του καταστήματος, τους ενθάρρυνε και καθοδηγούσε για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να επιτύχουν τους στόχους που έθετε η κεντρική διοίκηση του ομίλου, παρακολουθούσε τη διαμόρφωση των πωλήσεων και ανακοίνωνε το αποτέλεσμα στους προϊσταμένους του, τους οποίους παράλληλα ενημέρωνε και για τα τυχόν προβλήματα που ανέκυπταν.
Για την παροχή των υπηρεσιών του, ο ενάγων αμειβόταν με μικτό σύστημα, δηλαδή αφ' ενός με πάγιο μηνιαίο μισθό και αφ' ετέρου με ποσοστό επί των κερδών του καταστήματος στο οποίο εκάστοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του, η αμοιβή του, όμως, καταβαλλόταν πάντοτε από την πρώτη από τις εναγόμενες, όπως προέκυπτε από τις χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέσθηκε και στις οποίες γράφονται τα ποσά που εισέπραττε κάθε μήνα ως προμήθειες.
Τέλος, ως προς το ωράριο εργασίας, ο ενάγων δεν ελεγχόταν από κανένα στέλεχος της πρώτης από τις εναγόμενες, η οποία μόνο τους προς επίτευξη στόχους προσδιόριζε, αλλά, αντίθετα, ο ίδιος ήταν ελεύθερος να αποφασίζει για το πόσες ώρες παρουσίας του στο εκάστοτε κατάστημα ήσαν απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων και, πάντως, είχε διαλείμματα μεταξύ των ωρών της απασχόλησής του, τις οποίες ο ίδιος καθόριζε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν, κατ' εντολή και σε συμμόρφωση προς σχετικές οδηγίες της πρώτης από τις αναιρεσίβλητες, πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση ή πρόσθετη αμοιβή λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας.
Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα εξής δύο, ουσιώδη ζητήματα: α) Της νομικής εξάρτησης του αναιρεσείοντος από την πρώτη από τις αναιρεσίβλητες, ως εργοδότη αυτού, με την οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, συνδεόταν με σύμβαση αόριστου χρόνου για παροχή εργασίας εξαρτημένης, πράγμα που συναγόταν από το ότι η πρώτη από τις αναιρεσίβλητες είχε το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στον αναιρεσείοντα ως προς τον τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο προς διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές, παρά το ότι άφηνε στον τελευταίο περιθώριο πρωτοβουλιών, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν εκτείνονταν μέχρι πλήρους καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στην πρώτη, την οποία όφειλε να ενημερώνει για την επίτευξη των στόχων που εκείνη έθετε και για τα προβλήματα που ανέκυπταν και β) Του χρόνου εκτέλεσης της εργασίας του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, η πρώτη από τις αναιρεσίβλητες παρέσχε στον αναιρεσείοντα ελευθερία προσδιορισμού, χωρίς, όμως, αυτός να εκτείνεται πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως, δοθέντος ότι μεταξύ των ωρών της απασχόλησής του είχε και διαλείμματα.
Οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αφ' ενός της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και εφ' ετέρου της μη εφαρμογής του άρθρου 2 εδ.α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, ο αναιρεσείων δεν κατείχε διευθυντική θέση στις επιχειρήσεις της πρώτης από τις αναιρεσίβλητες, διότι ούτε επηρέαζε αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρηματικής δράσης ούτε διακρινόταν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους με άσκηση δικαιωμάτων του εργοδότη έναντι αυτών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττονται απαράδεκτα οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης 161/18-1-2008 [ή 181:
η διαφορά στον αύξοντα αριθμό οφείλεται σε προφανή παραδρομή] ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος Α. Α. και Δ. Μ. και από όλα τα έγγραφα, που ο ενάγων προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το περί υπερωριών κεφάλαιο της αγωγής, που συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος στην παροχή υπερωριακής εργασίας και δεν δικαιούταν πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση όσο και την από 22-5-2006 απόδειξη πληρωμής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλομένη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής. Τα περιστατικά αυτά προβάλλονται κατ' ένσταση από τον εργοδότη, όταν ενάγεται από τον εργαζόμενο για την επέλευση δυσμενών συνεπειών λόγω μη καταβολής ή προσφοράς της προσήκουσας αποζημίωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, γεννάται, απλώς, δικαίωμα του μισθωτού προς συμπλήρωση της αποζημίωσης που έχει καταβληθεί ελλιπώς.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και το σύνολο των ισχυρισμών των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτές, προς απόκρουση του κεφαλαίου της αγωγής περί ακυρότητας της από 1-6-2006 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω της μη πλήρους καταβολής της αποζημίωσης, ισχυρίσθηκαν κατ' ένσταση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι η τυχόν μη προσήκουσα καταβολή οφειλόταν σε πλάνη αυτών ως προς τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού, συνιστάμενη στο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αθροίζει στις νόμιμες αποδοχές την εκ ποσοστού επί των κερδών καταβαλλόμενη πρόσθετη αμοιβή αυτού, ενώ οι αυτές τη θεωρούν ως παροχή από ελευθεριότητα. Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένσταση ήταν επαρκώς ορισμένη και το Εφετείο, που απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του ενάγοντος και την ερεύνησε κατ' ουσίαν, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτό της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 2292/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Απριλίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ