Supreme Court allows appeal regarding statute of limitations error in labor dispute with tourism entities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the High Court of Athens' decision dismissing a labor claim. The plaintiffs argued the statute of limitations was interrupted by their formal complaint in December 2000, but the High Court incorrectly ruled it expired in 2000 based on the claim's generation date. The Court found the High Court violated the law by ignoring the interruption of the limitation period and ordered the case remanded for retrial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 49 of Law 496/1974; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations begins at the end of the fiscal year in which the claim arises, and a formal complaint interrupts this period, requiring the court to recognize such interruption to prevent unjustified expiration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 984 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 984/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικολάου Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π., 2) Γ., 3) Κ. Σ., 4) Β. Σ., 5)Σ. Σ., 6) Π. Χ., 7) Ν. Β., 8) Γ. Ε., από τους οποίους οι 1η, 2ος, 3ος ,5η, 6η, 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Φώτη Κλαουδάτο και οι 4ος και 8ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο Δικηγόρο, ο οποίος και δήλωσε ότι διορθώνει και με τις προτάσεις του το επώνυμο της 6ης αναιρεσείουσας σε "Χ." που είναι το επώνυμο του πατρός της από "Σ." που είναι το επώνυμο του συζύγου της.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού " ( ΕΟΤ ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα .Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Τσαμούρη, 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2η και 3η των αναιρεσίβλητων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος Δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ" υπέρ της 1ης αναρεσίβλητης.
Εκδόθηκε η 231/ 2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 1238/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 13-4-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3-12-2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρα 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98 ΚΠολΔικ). Η ως άνω νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της 1238/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει κατ' έφεση επί της 231/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς αυτές (άρθρα 294, 295 παρ. 1,297, 299 ΚΠολΔικ).
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 2/2011, 40/1998).
Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ.1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν. Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν. Δ/τος "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και επί του ΕΟΤ, καθόσον δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 1143/1977 διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42, 43 του Ν.
Δ/τος 496/1974, από την εφαρμογή των οποίων και μόνο εξαιρείται ο ΕΟΤ, συνάγεται ότι με την παράγρ. 3 του άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/1974, θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν. Δ/τος 496/ 1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ.6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.
Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.
σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (Α.Ε.Δ. 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ούτε στις διατάξεις του Ν. 2461/1997, με τις οποίες κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο μία πρόσφορη προσφυγή στην περίπτωση που παραβιάζονται τα ατομικά του δικαιώματα και οι ελευθερίες του και ισότητα ενώπιον του νόμου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, 29/2006, 38/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εργάστηκαν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο Καζίνο της Πάρνηθας (γκρουπιέ), το οποίο αποτελούσε μονάδα αυτεπιστασίας αυτού (ΕΟΤ) και ότι το τελευταίο ευθύνεται για τις ένδικες αξιώσεις, συνιστάμενες σε διαφορές αποδοχών των ετών 1997 και 1998, που προέκυψαν από τη μη εφαρμογή της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι αξιώσεις αυτές των αναιρεσειόντων, υπόκεινται στη διετή παραγραφή των αρθρ. 48 § 3 και 49 του ΝΔ 496/1974, που πρόβαλε ο εναγόμενος Οργανισμός και όχι σε πενταετή παραγραφή. Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε σε σχέση με το χρόνο διάρκειας της παραγραφής (διετία), με την εσφαλμένη όμως αιτιολογία ότι ο χρόνος έναρξης αυτής είναι ο χρόνος γενέσεως των αξιώσεων, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 49 του ίδιου ως άνω Ν.
Δ/τος η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι οι αξιώσεις αυτές υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και ότι με την ανωτέρω κρίση του περί διετούς παραγραφής το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων αρθρ. 4§1, 20 παρ. 1 του Συντ., 6§1 της ΕΣΔΑ, 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2§3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρ. 49, 51 εδ. β' και 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ 496/1974, η παραγραφή, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, άρχεται δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 51 εδ. β του ρηθέντος ΝΔ, για τη διακοπή της παραγραφής της χρηματικής αξίωσης κατά του νομικού προσώπου με την υποβολή προς αυτό σχετικής αίτησης του δικαιούχου, δεν είναι μεν αναγκαίο να αναγράφεται σε αυτή το ποσό της αιτούμενης αξίωσης, είναι όμως απαραίτητο να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο, η συγκεκριμένη απαίτηση της οποίας ζητείται η πληρωμή, ώστε να δύναται το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη της και το δικαιολογημένο ή όχι αυτής και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά επί της αιτήσεως (ΑΠ 1561/2007, 1010/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων είναι ο χρόνος γένεσής τους και ότι οι αξιώσεις αυτές του έτους 1998 (στις οποίες αναφέρεται ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως) είχαν υποπέσει στο σύνολό τους στη διετή παραγραφή, η οποία άρχισε, όπως είπε, στις 16-12-1998 και συμπληρώθηκε στις 16-12-2000, ενώ η αγωγή ασκήθηκε στις 28-6-2001.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο (Πρωτοδικείο) απέρριψε σιωπηρώς τον ισχυρισμό (αντένσταση) των αναιρεσειόντων ότι η παραγραφή διεκόπη με την από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία, που επέδωσαν στον ΕΟΤ στις 29-12-2000 και με την οποία ζήτησαν να τους καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προέκυψαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από τον υπολογισμό των αποδοχών τους με βάση την 78/1989 ΣΣΕ αντί της 25/1990 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών.
Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 49 του ΝΔ 496/1974, κατά την οποία "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη για τις αξιώσεις του έτους 1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Λόγω της μερικής ήττας του πρώτου αναιρεσίβλητου, πρέπει αυτό να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί μη ασκηθείσα την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί την 1238/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ