Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, ruling mere inactivity without specific circumstances does not constitute abuse.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance of Piraeus regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the respondent's sixteen-year inactivity constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, but the lower courts rejected this claim. The court held that inactivity alone is insufficient to establish abuse of right; specific circumstances regarding the parties' conduct are required to justify overturning the established situation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Mere prolonged inactivity by the entitled party, without additional specific circumstances or conduct by the obligor, does not constitute an abuse of right under Article 281 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 984 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 984/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του αναιρεσείοντος Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α) 30-11-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, β) την από 5-5-1995 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, γ) την από 14-3-1996 πρόσθετη παρέμβαση των Ζ1 , Ζ2 , Ζ3 , και Ζ4 που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/1997, 240/1998, 932/2001 μη οριστικές αποφάσεις και 603/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1099/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-4-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 12471 Β/20.12.2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ........, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτής.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Σ' αυτό όμως δεν περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την προαναφερόμενη διάταξη πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από .....
ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των κοινών δικαιοπαρόχων τους και το οποίο προσκόμισε με επίκληση. Ειδικότερα ενώ στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται ότι "αναγνωρίζεται υπό πάντων των συμβαλλομένων, ότι η περιγραφόμενη έκταση του οικοπέδου της Ψ1 (αναιρεσίβλητης) υπό τα όρια τα οποία προσδιορίζουν στο έγγραφο αυτό και εμφαίνονται στο αναποσπάστως προσαρτηθέν σ' αυτό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......, υπό τα στοιχεία Ι-Θ-Η-Ζ-Ε-Γ-Δ-Δ΄-Ι, υφίσταται από της υπογραφής του υπ' αριθμ......πωλητηρίου συμβολαίου" και περαιτέρω ότι "είναι πράγματι εκείνη την οποία οι πωλητές, τη αληθή αυτών βουλήσει, επώλησαν στην αγοράστρια", το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παραβλέποντας τις ανωτέρω περικοπές του εγγράφου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συμβαλλόμενοι "προσδιόρισαν ένα διαφορετικό ακίνητο", παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό του.
Ο λόγος αυτός της αίτησης (4ος) από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί, διότι υπό την επίκληση της παραμόρφωσης του προαναφερόμενου εγγράφου πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου. Επειδή με τους τρεις πρώτους λόγους της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1043 του ΑΚ και ταυτόχρονα με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την ένστασή του για κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, με βάση νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο.
Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του 2ου λόγου προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το εδάφιο 8β΄του προαναφερόμενου άρθρου 559, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς του περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αντιφατικοί, αφού, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο από το ένα μέρος έκρινε την ένστασή του περί κτήσεως κυριότητας του επιδίκου και την απέρριψε και από το άλλο μέρος δεν την έλαβε υπόψη του.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ' ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον ν' ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό τις πιο πάνω συνθήκες, και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Πάντως το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τις από 24.2.1997 προτάσεις του αναιρεσείοντος (με την ιδιότητα του εναγομένου) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ο αναιρεσείων, αποκρούοντας την αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή αυτή είναι καταχρηστική, διότι με το από ......
ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των κοινών δικαιοπαρόχων τους καθώς και με το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα προσδιορίστηκαν τα όρια του ακινήτου αυτής και καταφαίνεται ότι αυτός (αναιρεσείων) ουδέποτε κατέβαλε έκταση από το ακίνητό της, το 1976 εγκατέλειψε αγωγή νομής εναντίον του σχετική με το επίδικο και από το 1979 και εντεύθεν επί 16 χρόνια δεν διαμαρτυρήθηκε για την κατοχή του επιδίκου από αυτόν.
Την ένσταση αυτή, τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Εφετείο έκριναν ως μη νόμιμη και την απέρριψαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι, σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν, σχετικά με την έννοια της διάταξης αυτής, η επικαλούμενη 16ετής αδράνεια της αναιρεσίβλητης χωρίς να συντρέχουν και άλλες συνθήκες ή περιστάσεις από την πλευρά της και χωρίς να γίνεται επίκληση ότι ο αναιρεσείων πίστεψε ότι η αναιρεσίβλητη δεν θ' ασκήσει το δικαίωμά της και ότι η ικανοποίηση του δικαιώματος θα είναι ιδιαίτερα βλαπτική γι' αυτόν, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.4.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1099/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ