Legislator Case Law & Legislation
983/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on personality infringement damages due to insufficient grounds and vague evidence distortion claims.

Case Number 983/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two individuals against a lower court awarding €7,000 in damages for personality infringement. The appellants argued that the appellate court distorted a bank statement and failed to properly evaluate sworn affidavits submitted by the respondent. The court found these grounds inadmissible because they lacked specific details required to prove a distortion of evidence or a failure to assess specific documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 299, 914, 920, 330 ed. b' and 932 of the Civil Code; Articles 566, 118, 557, 578 and 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground alleging distortion of a document is inadmissible unless the appellant specifies exactly what the court accepted as the document's content versus its actual content to prove a clear error in reading.

Keywords

AI generated
personality infringement personality rights damages award appeal grounds distortion of evidence bank statement sworn affidavits

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 299, 914, 920, 330 ed. b' and 932 of the Civil Code
Articles 566, 118, 557, 578 and 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 475/2002
AP 883/1995
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 983 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Προϋποθέσεις επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης επί προσβολής προσωπικότητας. Μειωτικοί για την επαγγελματική υπόσταση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος χαρακτηρισμοί από τους αναιρεσείοντες εργοδότες του, που είχαν αναθέσει σ’ αυτόν την κατασκευή οικοδομής τους (άρθρα 57-59, 932 ΑΚ). Επαρκής αιτιολογία Εφετείου που επιδίκασε ποσό 7.000 ευρώ από κάθε εναγόμενο.

Αριθμός 983/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Δημήτριο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. - Λ. - Μ. Λ. (E. L. M. L.) του Ρ. (R.) συζ. Ρ., κατοίκου ... και 2. Ρ. Ρ. Ν. (R. - R. N.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Βασιλική Τριανταφύλλου-Γουνελά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυπριωτάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42 ΤΜ/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 34/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ, β' και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης.

Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος (Α.Π. 50/2002, 831/2005). Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλομένου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009).

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (Ολ.ΑΠ 6/2009, 6/2011).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων κατά της πρωτοδίκης απόφασης, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του με αναληθείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με προφορική σύμβαση έργου που καταρτίστηκε το έτος 2001, ο ενάγων ως αρχιτέκτονας- μηχανικός ανέλαβε τη μελέτη - έκδοση οικοδομικής άδειας, καθώς και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών μιας κατοικίας δύο επιπέδων με χώρο στάθμευσης σε οικόπεδο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, γαλλοιταλικής υπηκοότητας, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος είναι σύζυγος και γάλλος υπήκοος, ευρισκόμενο στη θέση "Άσπρος Κρημνός" στο Φοίνικα της Σύρου.

Οι τελευταίοι αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα και απευθύνθηκαν στον ενάγοντα λόγω της παράλληλης ιδιότητάς του ως προξένου της Γαλλίας τότε στη Σύρο. Για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι ήταν κάτοικοι εξωτερικού, παραλλήλως με την έκδοση της οικοδομικής άδειας το έτος 2002, ανοίχθηκε κοινός λογαριασμός με συνδικαιούχο, πλην αυτών, και τη σύζυγο του ενάγοντος A.

στη τράπεζα Eurobank M.F.G. με αριθμό .../2-10-2002. Τα συνεργεία κατασκευών τα επέλεγε ο ενάγων και θα τα πλήρωνε με τα χρήματα με τα οποία θα ετροφοδοτείτο, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, ο πιο πάνω λογαριασμός. Ωστόσο, όποτε βρισκόταν στην Ελλάδα ερχόταν και η ίδια η πρώτη εναγομένη σε επαφή με τους αντίστοιχους κάθε φορά και για κάθε εργασία επαγγελματίες.

Πλην, όμως, από την αρχή της συνεργασίας τους δημιουργήθηκαν προβλήματα, λόγω της καθυστέρησης της πρώτης εναγομένης στην πληρωμή των οφειλών της προς τον ίδιο τον ενάγοντα και το αντίστοιχο συνεργείο κατασκευής με χαρακτηριστικό ότι η επιταγή Νο ... ποσού 5700 ευρώ, που αφορούσε υπόλοιπο αμοιβής του τελευταίου για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καταβλητέου τον μήνα Οκτώβριο του 2002, να εξοφλείται στις 24-1-2003, ούσα στην ουσία της χωρίς αντίκρισμα στον πιο πάνω χρόνο (10-12/2002).

Επίσης, το ίδιο διάστημα Φεβρουάριο του 2003, αν και είχε ληξιπρόθεσμη οφειλή προς τον εργολάβο Κ. Ρ. ύψους 4.506 προερχόμενη από αμοιβή και ύψους 2.310 € προς απόδοση εισφορών στο ΙΚΑ του ιδίου, κανένα ποσό δεν είχε καταθέσει στον πιο πάνω λογαριασμό, που τότε παρουσίαζε υπόλοιπο 636,076 και τροφοδοτήθηκε εκ νέου μόλις στις 13-3-2003, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποχρεωθεί να καταβάλει αρχικώς εξ ιδίων στον πιο πάνω εργολάβο τις οφειλές της.

Τα προβλήματα αυτά συνεχίζονταν και επιτείνονταν στη διαδρομή του χρόνου, επιδεινούμενα και από τη συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι ήταν αναποφάσιστοι ως προς τις επιλογές τους και πολλές φορές με διαφορετική γνώμη ο καθένας σχετικά με το πώς ήθελαν να διαμορφώνεται η κατασκευή, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος έδειχνε συχνά δυσαρεστημένος και μιλούσε άσχημα και με τρόπο υποτιμητικό στους εργάτες των συνεργείων.

Κατόπιν όλων αυτών και όταν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2004 η πρώτη εναγομένη συνέχιζε να οφείλει διάφορα ποσά ληξιπρόθεσμων οφειλών της, τόσο στους προμηθευτές και συνεργεία, όσο και-στον ίδιο τον ενάγοντα ως αμοιβή του από την επίβλεψη του έργου, ο τελευταίος εκδήλωσε την επιθυμία της διακοπής της συνεργασίας τους, η δε σύζυγός του συνδικαιούχος του κοινού με των εναγομένων πιο πάνω λογαριασμού, ζήτησε εγγράφως από 2-11-2004 να μην συμμετέχει πλέον σ' αυτόν με την αιτιολογία, ότι ο σύζυγός της διέκοψε μονομερώς την συνεργασία του μαζί τους.

Το διάστημα αυτό ο πιο πάνω λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο 9.309,98 €. Κατά το ίδιο διάστημα ο ενάγων προσδιόριζε τις οφειλές του από το έργο σε 35.346 €. Παρόλα αυτά η σύμβαση έργου, που είχαν καταρτίσει, δεν καταγγέλθηκε από την πρώτη εναγομένη, όπως μόνη αυτή εδικαιούτο να ενεργήσει κατά νόμο, παρά μόνον στις 23-2-2005, που του επέδωσε την από 22-2-2005 δήλωση της, ότι από 10-2-2005 ανέθεσε την επίβλεψη των υπολοίπων εργασιών της οικοδομής της στον αρχιτέκτονα Γ.

Ψ.. Τότε μόνον και ο ενάγων υπέβαλε προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας Σύρου την από 2-3-2005 δήλωση παραίτησης, η οποία αναφέρεται τόσο στους λόγους της παραίτησής του, όσο και στο στάδιο των εργασιών, που το έργο ευρίσκετο. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη προκάλεσε πραγματογνωμοσύνη από μηχανικό του ΤΕΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε τον μήνα Ιούλιο του 2005 από την μηχανικό Σ.

Ρ., η οποία αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων που δεν αφορούσαν τον ενάγοντα, ως υπεύθυνο (τον) επιβλέποντα και επιλέξαντα το συνεργείο κατασκευής τους Μ. Δ., για κακοτεχνία στα εξωτερικά επιχρίσματα του ήδη κατασκευασθέντος και κατοικούμενου ξενώνα (υγρασίες), μικρού κόστους αποκατάστασης ανερχόμενου κατά τον νέο επιβλέποντα μηχανικό σε 150 €, σε συνολικό μέχρι τότε κόστος οικοδομής 283.800 ευρώ.

Εξάλλου, οι διαφοροποιήσεις κατασκευών ως προς την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, που χρειάστηκε για τον λόγο αυτό αναθεώρηση, έγιναν κατόπιν επιλογής της πρώτης εναγομένης ιδιοκτήτριας. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι κατά το διάστημα της μη ενασχόλησης του ενάγοντος με την οικοδομή της πρώτης εναγομένης, μέχρι την νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (αρχές Νοεμβρίου 2004 έως 23-2-2005) η τελευταία προχωρούσε τις υπόλοιπες εργασίες της οικοδομής της, αναθέτοντας αυτές προσωπικά σε συνεργεία επιλογής της.

Παραλλήλως, όμως, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα δηλαδή εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 2005, η πρώτη εναγομένη υποβάλλει εναντίον του ενάγοντος την από 19-5-2005 έγκλησή της ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Σύρου, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ψευδώς, ότι είχε προπληρώσει τον ενάγοντα για όλες τις εργασίες επίβλεψης από τον Ιανουάριο 2003 και εκείνος παρακρατώντας τα χρήματα αυτά διέκοψε μονομερώς παράνομα και καταχρηστικά την συνεργασία τους, ότι ο τελευταίος διαδίδει ψευδώς ότι η ίδια οφείλει σε συνεργείο αμοιβές, καθώς και ότι ευθύνονταν εκείνος για ασυμφωνίες στην κατασκευή μεταξύ της άδειας οικοδομής και της οικοδομής που όντως είχε κατασκευαστεί, για τις οποίες απαιτείτο αναθεώρηση αυτής (άδειας).

Τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή, γνώριζε η ίδια το ψεύδος τους, καθόσον ουδέποτε προκατέβαλε η ίδια, στα συνεργεία κατασκευής τις αμοιβές τους, πράγματι όφειλε και στον ίδιο, και σε τρίτους το διάστημα εκείνο, λόγο για τον οποίο ο ενάγων εκδήλωσε την πρόθεσή του να διακόψει την συνεργασία τους, ενώ οποιαδήποτε υπέρβαση έγινε στην εκδοθείσα άδεια οικοδομής είχε αποφασιστεί από την ίδια και όχι από τον ενάγοντα.

Τα ίδια δε περιστατικά και οι δύο εναγόμενοι τα υποστήριξαν γνωρίζοντας την αναλήθειά τους και ενώπιον των υπαλλήλων της Πολεοδομίας Σύρου, καθώς και των τεχνιτών εργαζομένων στα συνεργεία κατασκευής της οικοδομής τους. Τα αναληθή δε αυτά περιστατικά έθιξαν την τιμή και το επάγγελμα του ενάγοντος αρχιτέκτονα μηχανικού επιφέροντας και περιουσιακή ζημία σ' αυτόν, καθόσον δεν τον εμπιστεύονταν ως επαγγελματία αρχιτέκτονα, όσοι δεν τον γνώριζαν ατομικά.

Εξάλλου, τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγός της με επιστολές τους προς την πρεσβεία της Γαλλίας στην Ελλάδα (ο δεύτερος εναγόμενος) και προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδος (και οι δύο εναγόμενοι) υποστήριζαν τα ίδια αναληθή περιστατικά, ζητώντας μάλιστα στην πρώτη περίπτωση και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του με επιμονή, ως επίτιμου προξένου της Γαλλίας, γεγονός που αποδεικνύεται αναμφίβολα από το περιεχόμενο της απαντητικής από 16-1-2006 επιστολής του προξένου-προϊσταμένου του Προξενικού Τομέα της Πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα προς την συνήγορο του ενάγοντος και δεν αντικρούεται από το περιεχόμενο των επιστολών του δευτέρου εναγομένου, από τις οποίες προσάγονται μεταφρασμένα μόνο κάποια, αποσπάσματα και όχι ολόκληρο το κείμενο αυτών.

Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από την υποστήριξη από τους εναγομένους των αναληθών αυτών ειδήσεων, εξαιτίας των οποίων επλήγη η πίστη και το επάγγελμά του, το οποίο ασκεί επαρκώς στη νήσο Σύρο για διάστημα είκοσι τριών ετών, από τις οποίες ζημιώθηκε και περιουσιακά, δικαιούμενος και χρηματικής ικανοποίησης.

Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και το μέγεθος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος των υπαιτίων την έκταση της ζημίας του ενάγοντος, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, την προσδιορίζει στο ποσό των 7.000 € για κάθε εναγόμενο". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδικάζοντας μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του (αναιρεσιβλήτου) από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 932 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής αυτών των διατάξεων.

Ειδικότερα αναφέρεται: 1) ότι με αφετηρία τη διένεξη των διαδίκων από τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως έργου, που αφορούσε την κατασκευή από τον αναιρεσίβλητο ως επιβλέποντα μηχανικό μιας οικοδομής των αναιρεσειόντων στη Σύρο, προέβαλαν οι τελευταίοι ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου αναληθείς ισχυρισμούς, τους οποίους μάλιστα περιέλαβαν και σε επιστολές τους, που απεστάλησαν προς την πρεσβεία της Γαλλίας στην Ελλάδα και τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος, ότι ενώ είχαν προπληρώσει τον αναιρεσίβλητο για όλες τις εργασίες επίβλεψης από τον Ιανουάριο του 2003, αυτός διέκοψε μονομερώς παράνομα και καταχρηστικά τη συνεργασία τους, διαδίδοντας εν γνώσει της ψευδώς, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προκατάβαλε σε συνεργείο αμοιβές και ότι ευθυνόταν εκείνος για ασυμφωνίες στην κατασκευή μεταξύ της άδειας οικοδομής και της κατασκευαζόμενης οικοδομής, για τις οποίες απαιτείτο αναθεώρηση αυτής της άδειας, ενώ οι όποιες υπερβάσεις και ασυμφωνίες είχαν αποφασισθεί από τους αναιρεσείοντες, 2) ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την επαγγελματική υπόσταση του αναιρεσιβλήτου και 3) ότι εν όψει της βλάβης που προξενήθηκε στην πίστη και στο επάγγελμα του αναιρεσιβλήτου και των λοιπών περιστάσεων ήταν εύλογο το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης του (7.000 ευρώ Χ 2) που επιδικάσθηκε.

Επομένως οι αντίθετοι δεύτερος κατά το οικείο μέρος του, πέμπτος και έκτος από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση αυτών των λόγων αναιρέσεως πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Εξάλλου ο δεύτερος κατά το οικείο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η πλημμέλεια του ουσιαστικού Δικαστηρίου ως προς την εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ.

Με τους πρώτο και τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν εκτίμησε ορθώς τις αποδείξεις, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, διότι: 1) από το συσχετισμό της από 28-3-2003 αποδείξεως πληρωμής του Μ. Δ. και της 2605/17-1-2007 ένορκης, ενώπιον συμβολαιογράφου, βεβαιώσεως του εργολάβου Κ Ρ.

έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμών από τους αναιρεσείοντες σε συνεργεία κατασκευής της οικοδομής τους, και 2) δεν συνεκτίμησε προσηκόντως την πινακίδα παρακολούθησης οικοδομικού έργου του ΙΚΑ από 12-12-2006 για το χρόνο διακοπής των οικοδομικών εργασιών (11 μηνών), που αντικρούει τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για συνεχή και αδιάλειπτη εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ούτε επίσης συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια τις δοθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης ένορκες, ενώπιον συμβολαιογράφων, βεβαιώσεις 449/13-12-2006 και 866/20-1-2009 των Γ.

Ψ. και Ν. Μ.. Με το περιεχόμενο αυτό οι πρώτος και τέταρτος (κατά το, πρώτο μέρος του) από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ουσιαστικού Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον δεν στοιχειοθετείται αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δικ.

Επίσης κατά το δεύτερο μέρος του ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, κατά τη σχετική βεβαίωσή της, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, τις δύο ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος και λήφθηκαν νομότυπα στα πλαίσια της εκκρεμούς δίκης, "καθώς και όλα τα έγγραφα" που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία έγγραφα ενέπιπταν και οι στα πλαίσια άλλης δίκης δοθείσες ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, δεν ήταν δε αναγκαία η ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αρ. 4, 557, 578 και 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (Α.Π. 475/2002, 883/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. .../2-10-2002 τραπεζικού λογαριασμού των αναιρεσειόντων στη Τράπεζα EUROBANK M.F.G. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται τι δέχθηκε το Εφετείο ως περιεχόμενο αυτού του λογαριασμού και σε ποια σημεία από το ενδεικτικώς αναφερόμενο περιεχόμενο αυτού υπήρχε διαφορά, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί, αν τούτο ανάγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε περιεχόμενο αυτού καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.2.2011 αίτηση της Ε. Λ. κλπ για αναίρεση της υπ' αρ. 34/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, όπως διορθώθηκε με την 328/2010 απόφασή του. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ