Supreme Court dismisses appeal against public debt interest rate ruling, upholding 6% cap as constitutional and ECHR-compliant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding public debt interest rates. The appellant argued that the 6% annual cap on default interest for state debts violated constitutional equality principles and the European Convention on Human Rights by being lower than rates for private creditors. The court rejected these claims, ruling that the specific statutory limit does not infringe upon fundamental rights or create unconstitutional discrimination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 20 of the Constitution; Article 6(1) of the ECHR; The legislature may establish specific interest rate caps for public debts without violating constitutional equality or ECHR rights, provided the measure is not arbitrary and serves a legitimate public interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 983 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 983/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Γ., υπαλλήλου, πρώην Κλητήρα, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Εξωτερικών και ήδη μονίμου υπαλλήλου του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης, νυν υπηρετούντος στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Παραστάθηκε η Γεωργία Παπαδάκη Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2141/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 555/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 7-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 12-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.Α.Π. 40/1998).
Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής ( ΑΕΔ 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 12-6-1995 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τη Διευθύνουσα το Προξενείο της Ελλάδας στο Γιαουντέ (Καμερούν) Μ.
Σ., ο πρώτος προσλήφθηκε ως κλητήρας στην Ελληνική Πρεσβεία στο Καμερούν. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της προσκομιζόμενης, παραπάνω, εργασιακής σύμβασης οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν με βάση το μισθό εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και το παρεχόμενο, στους υπαλλήλους του Κλάδου αυτού, επίδομα υπηρεσίας Αλλοδαπής.
Το επίδομα αυτό καθορίστηκε - σύμφωνα με τις από 24-8-1998 και από 12-3-1999 τροποποιητικές συμβάσεις - από 1-1-1998 στο ποσό των 2040 δολ. ΗΠΑ και από 1-1-1999 στο ποσό των 2160 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα, ισχυόντων, κατά τα λοιπά, των όρων της αρχικής από 12-6-1995 σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος με την D.
A. D. S. C. J. L. και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, της Α. - Μ., που γεννήθηκε την 22-11-1996, την 21-1-2003 κατετάγη σε μόνιμη θέση Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ'. Μέχρι την 20-1-2003 διέμενε, λόγω της Υπηρεσίας του στο Καμερούν, χωρίς να έχει μισθώσει, σε βάρος του εναγομένου, οίκημα για τις ανάγκες στέγασης του. Δικαιούται, επομένως, αυτός, ενόψει του ότι με το νέο Οργανισμό του ΥΠΕΞ δεν γίνεται διάκριση μεταξύ μόνιμων και μη υπαλλήλων για τη χορήγηση του επιδόματος τέκνου και στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας Αλλοδαπής, το επίδομα στέγασης και το επίδομα τέκνου.
Τα εν λόγω επιδόματα, όμως, ενόψει του ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε, όπως συνομολογείται, την 15-12-2003, δικαιούται μόνο για το από 1-1-2001 έως 20-1-2003 χρονικό διάστημα, καθόσον οι από 1-1-1998 έως 31-12-2000 αξιώσεις του (αποδοχές) έχουν υποπέσει, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, η οποία άρχισε από το τέλος του (κάθε) οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις ανωτέρω από 1-1-1998 - 31-12-2000 αξιώσεις του αναιρεσείοντος ως παραγεγραμμένες. Με την κρίση του αυτή, ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, με την εσφαλμένη όμως αιτιολογία ότι ο χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποία γεννήθηκαν οι επίδικε αξιώσεις, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του ως άνω άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν 2362/1995 οι αξιώσεις αυτές παραγράφονται μετά διετία από της γεννέσεώς τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι οι αξιώσεις αυτές υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και ότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων αρθρ. 4 § 1, 20 παρ. 1 του Συντ., 6§1 της ΕΣΔΑ, 1§1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ήδη σημειώθηκε, προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη, όπως προαναφέρθηκε, από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 109 παρ. 2 Εισ.ΝΑΚ), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής, όχι μόνο καταψηφιστικής αλλά και αναγνωριστικής (ΑΕΔ 7/2011) και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπληρώσεως της χρηματικής οφειλής, ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (ΑΠ 1214/2003).
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2, 14 παρ. 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και του άρθρου 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου'' που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.ΑΠ 3/2006).
Επίσης, η ρύθμιση αυτή δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τα άρθρα 341, 345, 648,649 και 655 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Δ/μα από 25-6/10-7-1944) που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 109 παρ. 2 Εισ.Ν ΑΚ) και ορίζει ότι " ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου και ότι ο τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" προκύπτει ότι ο τόκος υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου αρχίζει μόνο από την επίδοση της αγωγής και δεν αρκεί η υπερημερία που επήλθε με εξώδικη όχληση ή με την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής ανεξάρτητα από τη φύση της ενοχής και αν αυτή πηγάζει από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 7/2000).
Εξάλλου , η διάταξη καθόσον αφορά το ύψος τόκων υπερημερίας του Δημοσίου είναι ειδική και τελεί σε αρμονία προς τη διάταξη των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύς διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ της 4-11-1950 (ΟλΑΠ 11/2003). Η άποψη αυτή τελεί σε αρμονία προς τις διατάξεις των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ της 4-11-1950 και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά, ακόμη δικαιώματα ...".
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παραβίασε τις συνταγματικές διατάξεις (άρθρ. 4 παρ.1, 17 παρ. 1, 20 παρ.1, 25 παρ. 1 Συντ/τος) και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, καθώς και εκείνες της 95 Διεθνούς Συμβάσεως και του Α.Κ., που προαναφέρθηκαν, με το να δεχθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 14.880 και 14.800 δολ.
ΗΠΑ για επίδομα τέκνων και για επίδομα στέγασης, αντιστοίχως, με τόκο υπερημερίας 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, και μάλιστα από την επίδοση της αγωγής και όχι αφότου κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, εφόσον συνέτρεχε δήλη ημέρα καταβολής των εν λόγω επιδομάτων, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2009 αίτηση του Κων/νου Γώγου για αναίρεση της 555/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ