Legislator Case Law & Legislation
983/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing parties and inadmissible arguments.

Case Number 983/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision due to the absence of the appellees during the hearing. The appellants argued for a technical expert examination and the non-examination of witnesses, but the court found these grounds inadmissible or insufficiently substantiated. Consequently, the appeal was rejected because the procedural requirements for admissibility were not met.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 CPolD; Art. 559 CPolD: The court must proceed with the appeal hearing despite the absence of appellees; appeal grounds regarding evidence weight or witness examination are inadmissible unless specifically pleaded and proven prior to the examination.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of parties inadmissible grounds witness examination technical expert procedural defect police law

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 CPolD
Art. 559 CPolD
Art. 368 CPolD
Art. 400 no. 3
Art. 403 para. 2 and 5

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 983 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 983/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ........... και ............, ως μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος ............και .....................που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσώκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ................ και 2. ................. οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/1998, 256/1999 μη οριστικές και 143/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2003 και 393/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 9790γ και 9794γ/11.10.2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης ανίρεσης, με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.

Επειδή ο αναφερόμενος στο εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος με την αγωγή ή την ένσταση, όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς.

Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία.

Στην προκείμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο τις ακόλουθες αιτιάσεις: 1) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το εδάφιο 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ α) μέρος Α1 παρ. 1 και 6 ότι δεν έλαβε υπόψη ότι το επίδικο αποτελούσε το δυτικό τμήμα προικώου αγρού και μέχρι το 1936, που υφίστατο ο γάμος, ήταν ανεπίδεκτο χρησιδεσποτίας και ότι η υπέρ της οποίας η προίκα ...........

νεμόταν αυτό από το 1936 μέχρι το 1947 που απεβίωσε και μετά μέχρι το 1960 οι δικαιοδόχοι της και ο πατέρας τους, β) μέρος Α1 παρ. 3 ότι ουδέποτε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ........ είχε την κατοχή ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου και γ) μέρος Α1 παρ. 5 ότι ο ........., δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων δεν αναφέρει στη διαθήκη του ότι το επίδικο αποτελούσε μέρος της ιδιοκτησίας του.

Και 2) με τον τρίτο λόγο από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου 559 ότι κατέληξε σε "πεπλανημένο πόρισμα" που οφείλεται "στην παντελή παραθεώρηση των δημόσιων εγγράφων της κρισίμου συγκυρίας 1930 έως 1975", στο ότι δέχθηκε παρά τα όσα προκύπτουν από τις αποδείξεις, ότι δεν είχε συναφθεί άτυπο χρησιδάνειο σχετικά με το επίδικο και σε "σύγχιση" για τις συνέπειες της 3510/1975 απόφασης του Σ.τ.Ε.

Σχετικά με τον δεύτερο λόγο, μέρος Α1 παρ. 1 και 6 (ανωτέρω υπό στοιχ. 1α) από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι αναιρεσίβλητοι το έτος 1980 είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου με τακτική χρησικτησία και ότι το 1976, με τη νομή των δικαιοπαρόχων και αυτών από το 1956 και εφεξής, απέκτησαν την κυριότητα τούτου και με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς, ενόψει τούτων, ο λόγος κατά το πρώτο σκέλος (δηλαδή μέχρι το 1936 που υπήρχε η προίκα) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και κατά το δεύτερο σκέλος απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έκρινε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, ενόψει ότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι από το 1956 και εντεύθεν το επίδικο το χρησιδέσποζαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων. Κατά τα λοιπά αμφότεροι οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, δηλαδή ο δεύτερος, μέρη Α1 παρ. 3 και Α1 παρ. 5 (ανωτέρω υπό στοιχ. 1β και 1γ) από τον αριθ. 8 και ο τρίτος (ανωτέρω υπό στοιχ. 2) από τον αριθ. 19 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτούς ισχυρισμοί, που πιο πάνω αναφέρονται, ανάγονται σε εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν αποτελούν πράγματα ούτε ζητήματα κατά την προαναφερόμενη έννοιά τους.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αρ. 1α και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ. 1α) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει, εκτός των άλλων, ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι τελείως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης (ΚΠολΔ 577 παρ. 1-2), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δε μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και ν' απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο προσφυγής, οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση και γι' αυτό τ' απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια στοιχεία, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δε δυσχεραί-νουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενο-ποιείται το είδος αυτής.

Στην προκείμενη υπόθεση με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας τους ........ δεν απέκτησε αυτό-δικαίως τη νομή του επιδίκου λόγω αναδασμού, διότι δεν ήταν κύριος τούτου (ακινήτου) που είχε εισφερθεί στον αναδασμό, άλλως διότι δεν εκδόθηκε νεότερη απόφαση της Επιτροπής Αναδασμού περί χρόνου εγκατάστασης του δικαιούχου, που προβλέπει ο νόμος 674/1977 και αφού δεν έγινε τέτοια εγκατάσταση δεν απέκτησε την πλασματική νομή εξ αναδασμού ο δικαιοπάροχός τους.

Με τις παρα-δοχές αυτές επήλθε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 23 του ν.σ. 3621/1956, σύμφωνα με την οποία η πλασματική νομή του εξ αναδασμού ακινήτου περιέρχεται αυτοδικαίως και από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης της Επιτροπής Αναδασμού στον αναγραφόμενο στον οριστικό πίνακα αναδασμού, χωρίς ν' απαιτείται εγκατάσταση στο νέο κτήμα και από την κύρωση των πινάκων μεταβιβάζεται η κυριότητα σ' αυτόν καθώς και του άρθρου 34 παρ. 3 του ν. 3881/1958, κατά την οποία η απαγγελία του αναδασμού αποτελεί πράξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι, αφού η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 341 ίσχυε πριν από την ισχύ του ν. 2915/2001, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδαφίου 11 γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κεφάλαιο Α1 παρ. 1 και 2 και κεφάλαια Α2 και Α3 μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισαν με επίκληση, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τ' αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, και δεν ήταν αναγκαία ειδική μνεία καθενός από αυτά.

Επειδή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 εδάφιο 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει, δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από εκείνα.

Εξάλλου κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια. Οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγεται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 111/1981).

Για την ταυτότητα δε του λόγου στην ίδια ρύθμιση υπόκεινται και οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, όταν συντάσσονται εγγράφως κατά το άρθρο 392 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Όσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης το άρθρο 387 του ίδιου Κώδικα ορίζει ρητώς ότι το δικαστήριο την εκτιμά ελεύθερα. Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία, όπως και των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί ν' αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Ενόψει τούτων, οι τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος και έκτος λόγοι αναίρεσης, ο τελευταίος κατά το πρώτο σκέλος, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στους μάρτυρες των αναιρεσιβλήτων, και όχι στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου που διόρισαν οι αναιρεσείοντες και στον μάρτυρα που αυτοί πρότειναν, είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω τέταρτου λόγου της αίτησης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παρανόμως, άλλως καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ο ισχυρισμός αυτός, ενόψει του άρθρου 368 ΚΠολΔ, από το οποίο προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρησιμοποίησης του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, δεν ιδρύει κάποιο από τους λόγους αναίρεσης, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 400 αρ. 3 και 403 παρ. 2 και 5, όπως η τελευταία παράγραφος ίσχυε πριν από την ισχύ του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι οι λόγοι που αποκλείουν την εξέταση του μάρτυρα, μεταξύ των οποίων και το συμφέρον, που μπορεί να έχει ο μάρτυρας από την έκβαση της δίκης, πρέπει να προτείνονται μετά την όρκιση, αν δε προτείνονται μετά την όρκιση και δεν αποδεικνύονται εγγράφως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Για το παραδεκτό του λόγου της αναίρεσης για τη μη κήρυξη απαράδεκτης ή άκυρης της κατάθεσης μάρτυρα, για τον οποίο συνέτρεχε ο προαναφερόμενος λόγος αποκλεισμού, πρέπει ν' αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι τηρήθηκαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για το παραδεκτό προβολής του λόγου μη εξέτασης του μάρτυρα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης, σκέλος δεύτερο, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε άκυρη την κατάθεση των μαρτύρων .......... και .........., για τους οποίους συνέτρεχε ο προαναφερόμενος λόγος αποκλεισμού. Ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, γιατί δεν αναφέρεται ότι ο λόγος μη εξέτασης των άνω μαρτύρων είχε προβληθεί πριν από την εξέτασή τους ή ότι αυτός αποδεικνυόταν εγγράφως.

Επειδή με τον πέμπτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι τόσο Πρωτοδικείο όσο και το Εφετείο έπρεπε να δεχθούν την "αντένστασή τους" ότι σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών, κατά το δεκαήμερο της εκλογικής διαδικασίας και συγκεκριμένα εδώ από 5-15 Απριλίου 2000, αναστέλλονται όλες οι προθεσμίες και υφίστανται λόγοι ανώτερης βίας και για το λόγο αυτό ο Ειρηνοδίκης Αθηνών, ως εντεταλμένος δικαστής, όρισε την πρώτη ελεύθερη δικάσιμο μετά την αργία λόγω των εκλογών για την εξέταση του δεύτερου μάρτυρά τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν τι έπραξε το Εφετείο και στην πλημμέλεια ποίου αναιρετικού λόγου, από αυτούς που περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, υπέπεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.7.2005 αίτηση του ............... κλπ για αναίρεση της 393/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ