Legislator Case Law & Legislation
982/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation compensation timeline under Law 2971/2001.

Case Number 982/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The lower court held that the new Law 2971/2001 applies retroactively to expropriations completed before its enactment, unlike those already finalized. The Court agreed that the specific provisions govern the timeline for such completed cases, rejecting the Government's argument that the law only applies to future expropriations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 33 and 37 of Law 2971/2001: The provisions regarding compulsory expropriation for road development apply retroactively to cases completed before enactment but not yet finalized, establishing that the appeal is inadmissible for claims based on the new law's timeline.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation retroactive application compensation timeline Law 2971/2001 appeal dismissal road development finalized cases

Cited Legislation

AI generated
Art. 33 of Law 2971/2001
Art. 37 of Law 2971/2001
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 982 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 982/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σέργιο Μαναράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 12-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-4-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 33 παρ.1, 2, 3 και 6 του ν. 2971/19-12-2001 "περί Αιγιαλού και παραλίας και άλλων διατάξεων" (ΦΕΚ 285/19-12-2001) ορίζει ότι: "Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ’ ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης... (παρ. 3).

Το δικαστήριο... οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον το ένδικο μέσο της αναίρεσης". Κατά το άρθρο 37 του ίδιου ν. 2971/2001 "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι την έναρξη της ισχύος τους συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...".

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 μεταξύ των οποίων και αυτή που προβλέπει ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών για την άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να ζητήσει με αίτησή του να κινηθεί η διαδικασία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του καθώς και σ’ αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, καθόσον το άρθρο 37 του ν. 2971/2001 περιλαμβάνει ένα πλήρη και σαφή κανόνα διαχρονικού δικαίου και δεν απαιτείται να προσφύγει το Δικαστήριο είτε σε διασταλτική ερμηνεία, λόγω μη συνειδητής παράλειψης του νομοθέτη, είτε σε ανάλογη εφαρμογή λόγω συνειδητής παράλειψης αυτού για τις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων που είχαν συντελεσθεί καθ’ ολοκληρίαν πριν την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, καθόσον ουδαμώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, καίτοι γνώριζε ότι υπήρχε και αυτή η κατηγορία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (των πλήρως συντελεσμένων κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001), άφησε έκτοτε κενό ρύθμισης ως προς την προθεσμία άσκησης του δικαιώματος του παρόδιου ιδιοκτήτη κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας του και εντεύθεν αυτοαποζημιώσεώς του, για να ισχύει και επ’ αυτών, χωρίς διάκριση και εξαίρεση, η ρύθμιση για τις εκκρεμείς ακόμη αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμά του ο παρόδιος ιδιοκτήτης όφειλε να το ασκήσει το αργότερο έως την 19-3-2002.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαίωμα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημιώσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001 το στερούσε ο νόμος και είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί η δυνατότητα ασκήσεώς του, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπερνομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΔΑ).

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκειται στις αυξημένες τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχουν όμως εφαρμογή, όπως προαναφέρθηκε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.

α’ του ίδιου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ενώ η καθοιονδήποτε τρόπο εφαρμογή τους από τα δικαστήρια και στις απαλλοτριώσεις που έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέσα στην οριζόμενη βραχυπρόθεσμη προθεσμία, ελλοχεύοντας έτσι ο κίνδυνος ο μη εν εγρηγόρσει τελών παρόδιος ιδιοκτήτης στην περίπτωση αυτή να στερηθεί της πλήρους αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, θα αντέκειτο στους αυτούς ως άνω υπερνομοθετικούς κανόνες και επιπλέον θα ήταν αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδ. α’ του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τ’ ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ’ αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής, με αγωγή εισαγόμενη προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 7/2013, 11/2011 και 12/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ότι η αξίωση του ενάγοντος -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου που ασκήθηκε με την ένδικη από 30-9-2004 αγωγή του κατά του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ο πρώτος ως κύριος ακινήτου που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο, υπέρ του οποίου συντελέστηκε η απαλλοτρίωση, να του καταβάλει αποζημίωση και για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, για το οποίο δεν καταβλήθηκε αποζημίωση, διότι θεωρήθηκε, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 ότι αυτοαποζημιώνεται ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ενώ αυτός δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση, δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από τα άρθρα 33 παρ. 3 και 37 του ν. 2971/2001 προθεσμίες και διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να ζητήσει με αίτησή του να κινηθεί η διαδικασία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, διότι πρόκειται για συντελεσμένη απαλλοτρίωση, κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, η οποία δεν καταλαμβάνεται από τις παραπάνω διατάξεις και συνεπώς δεν είχε αποσβεστεί, κρίνοντας ακολούθως την αγωγή αυτή παραδεκτή, και στη συνέχεια νόμιμη και εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη, ενώ κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001, έπρεπε να κρίνει ότι η αγωγή ασκήθηκε απαραδέκτως και μετά από εξαφάνιση της ομοίως με την αναιρεσιβαλλόμενη κρίνασας εκκαλουμένης αποφάσεως, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής του, να απορρίψει αυτή στο σύνολό της, δεδομένου ότι η απαλλοτρίωση του ως άνω ακινήτου η οποία είχε ήδη συντελεσθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2971/2001 υπάγεται στη διαδικασία και στις προθεσμίες, που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθ. 33 και 37 του ν. 2971/2001, οι οποίες δεν τηρήθηκαν, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των εν λόγω άρθρων (33 και 37 του Ν. 2971/2001).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Πατρών, δέχθηκε, ως προς το ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση το εναγόμενο - εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επειδή αυτό απέρριψε τον ισχυρισμό του περί απαραδέκτου της αγωγής για το λόγο ότι η αγωγική αξίωση, που αφορά απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεσθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2971/2001 υπάγεται στη διαδικασία και στις προθεσμίες, που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθ. 33 και 37 του ν. 2971/2001, δεχόμενο αντιθέτως ότι η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που έχουν συντελεστεί μέχρι τη έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αφορά το αγωγικό δικαίωμα. Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα ότι "η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που έχουν συντελεστεί μέχρι τη έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αφορά το αγωγικό δικαίωμα" και συνεπώς ότι το αγωγικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου δεν είχε αποσβεστεί, όπως αντιθέτως υποστήριζε το αναιρεσείον με την έφεσή του, κρίνοντας, ακολούθως, την αγωγή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη για το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό αποζημίωσης των 16.375,64 ευρώ, δεν παραβίασε, τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 3 και 37 του νόμου 2971/2001, εφόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο ν. 2971/2001 καταλαμβάνει τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς επίσης αναδρομικά και αυτές που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, όχι δε και τις ήδη συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του, όπως η προκειμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση.

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, κατ’ αποκλεισμό της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων στη δίκη της αναίρεσης, η οποία εφαρμόζεται μόνο στις δίκες για προσωρινό ή οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως και την αναγνώριση δικαιούχων αποζημιώσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-4-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ