Supreme Court allows appeal against expropriation compensation ruling due to failure to examine value reduction claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding expropriation compensation. The court found that the lower court rejected the claim for special compensation for the remaining property without examining the appellant's specific arguments regarding the loss of value and access caused by the expropriation. Consequently, the decision was annulled in part and remanded for further proceedings to address the unexamined issues of value reduction and access impairment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 13 of the Law on Expropriation; The court must examine all substantive claims regarding value reduction and access loss when rejecting special compensation, and failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 982 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 982/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Παντελιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2006 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4/2/2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις.
Εκδόθηκε η 137/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/5/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 16/4/210 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τετάρτου και έκτου λόγων της από 22-5-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση της υπ' αριθμό 137/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λαμίας κατά τα μέρη της με τα οποία απέρριψε τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας που αναφέρονται στο σκεπτικό: α) για τη μη συνδρομή του τεκμηρίου ωφέλειας της ιδιοκτησίας τους από την συγκεκριμένη απαλλοτρίωση και την ανατροπή του τεκμήριου ωφέλειας και β) για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησία.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. παρ. 1 , 2 και 4 του Συντάγματος ορίζει ότι: "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση. 3.
Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών". Το δε άρθρο 18 παρ. 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001) ορίζει ότι η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται (με δικαστική απόφαση) κατά τη διαγραφόμενη στα άρθρα 18-20 του νόμου αυτού ειδική διαδικασία.
Η έννοια της διάταξης η οποία πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του..." - είναι ότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτρίωσης αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.
Συνεπώς, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, αν στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, υποβληθεί αίτημα για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαία κατά τη διαδικασία αυτή:
α) τη χορήγηση αποζημίωσης, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης, γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 και δ) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης (Ολ ΑΠ 10/2004, 11/2004).
Πρέπει να σημειωθεί ότι το ως άνω αίτημα μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμοδίου για τη δίκη αυτή Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία (Α.Π. 1060/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Λαμίας (αριθ.
κατ. 69/2008) ζήτησε, εκτός άλλων, να ανατραπεί το τεκμήριο αυταποζημιώσεώς της ως παρόδιας ιδιοκτήτριας και ωφελούμενης λόγω της ένδικης απαλλοτρίωσης από την απόκτηση προσώπου στην Εθνικό οδό, και ν' αναγνωρισθεί ότι δεν είχε καμμιά ωφέλεια και δεν είναι υποχρεωμένη να συμμετέχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης ώστε να λάβει αποζημίωση και για το τμήμα τούτο.
Η αίτηση αυτή της αναιρεσείουσας καίτοι παραδεκτά σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο με τις αιτήσεις: α) καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου της αναιρεσείουσας με αριθμό κτηματολογίου ..., και β) προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα που της απομένει μετά την απαλλοτρίωση γιατί μειώθηκε η αξία του, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε την ίδια αίτηση κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 33 παρ. 1 έως 3 του ν. 2971/2001 διαδικασία προς το φορέα του έργου της απαλλοτρίωσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, 13 παρ. 4, 18 παρ. 1 του ν. 2832/2001. Επομένως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εξ άλλου, το άρθρο 13 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ορίζει στην παράγραφο 4, (με παρόμοιες ρυθμίσεις προς την ταυτάριθμη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ήδη ισχύοντος νόμου 2882/2001), ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.
Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 κει έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με την διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία της απαπλλοτριώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".
Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι' ο η απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 31/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα εκτός της επίμαχης απαλλοτρίωσης εδαφική έκταση, με την αιτιολογία μόνο ότι το επίδικο ακίνητο πριν και μετά την απαλλοτρίωση δεν ήταν οικοδομήσιμο, χωρίς όμως να ερευνήσει και τους συναφείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με την έννοια του πράγματος, που είχαν σχέση με την απομείωση της αξίας του εναπομένοντος τμήματος, οι οποίοι στήριξαν αυτοτελώς το εν λόγω αίτημα και αναφέρονταν στο ότι η απότμηση με την απαλλοτρίωση ενός τμήματος του ακινήτου της αναιρεσείουσας επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις στην κύρια και κατά προορισμό χρήση της ιδιοκτησίας του, αφού η εναπομένουσα έκταση του απαλλοτριωθέντος λόγω της υπερύψωσης της ΠΕΟ ... την κατασκευή της οποίας αφορούσε η ένδικη απαλλοτρίωση δεν έχει πλέον πρόσοψη ούτε άμεση πρόσβαση σ' αυτήν. Επομένως ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκαν τα αιτήματα για καθορισμό 1) οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και για το τίμημα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας που χαρακτηρίστηκε ως αυτοαποζημιούμενο, ανατρεπομένου του τεκμηρίου ωφελείας και 2) ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ιδίου ακινήτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 137/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαϊου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ