Legislator Case Law & Legislation
981/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on car sale contract withdrawal due to buyer's default.

Case Number 981/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance appellate court's decision regarding a car sale contract. The appellant argued the appellate court erred in applying burden of proof rules and ignored his defense that a separate 30,000 euro debt existed, which he claimed justified the seller's withdrawal. The court found the appellant in default for failing to pay the majority of the vehicle's price and ruled the seller's withdrawal was legally valid under Article 532 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 532, 559, 561 of the Civil Code; The court must independently verify if a non-appearing party expedited the hearing; if so, a new summons is unnecessary, and the appellate court's substantive ruling on contract withdrawal stands if supported by evidence of the appellant's default.

Keywords

AI generated
contract withdrawal burden of proof appellate review buyer default Civil Code provisions supreme court appeal contractual obligation

Cited Legislation

AI generated
Article 532 of the Civil Code
Article 559 of the Civil Code
Article 561 of the Civil Code
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 981 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 981/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην Πάτρα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 575, 226 § 4 εδ. α, γ και δ και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ή είχε παραστεί νομίμως κατ’ αυτή, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στη δικογραφία υπ’ αριθμ. ...16-7-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Μ. Μ., αποδεικνύεται ότι, ακριβές αντίγραφο της από 22 Μαΐου 2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 26-10-2015, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε, απούσης της τελευταίας (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του οικείου πινακίου), για τη δικάσιμο της 14-12-2015 με επισημείωση στο πινάκιο και μετ’ αυτήν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 14-11-2016.

Επομένως, αφού κατά την εν λόγω δικάσιμο η ανωτέρω διάδικος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 166/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 2-7-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 226/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 25-10-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσείων να αποδώσει σ’ αυτήν, που αναγνωρίσθηκε νομέας αυτοκινήτου (ελκυστήρα) την νομή του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) κατάρτισε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στις 20.5.2008, στην Πάτρα, σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας πώλησε και παρέδωσε σ’ αυτόν έναν μεταχειρισμένο ελκυστήρα..., αξίας 27.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 5.130 ευρώ, καθώς και μια επικαθήμενη μεταχειρισμένη ρυμούλκα..., αξίας 13.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 2.470 ευρώ.

Συνολικά το τίμημα των ανωτέρω οχημάτων ανήλθε σε 47.600 ευρώ... Το τίμημα αυτό πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην ενάγουσα σε (εννέα) δόσεις, αρχής γενομένης από 30.8.2009... Η πώληση του ελκυστήρα καταρτίστηκε με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας υπέρ της πωλήτριας μέχρι την πλήρη εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος..., ενώ για την επικαθήμενη ρυμούλκα η σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε χωρίς τον όρο αυτό...

Ο εναγόμενος, παρότι παρέλαβε τον ελκυστήρα και την επικαθήμενη ρυμούλκα, δεν κατέβαλε παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, τις δόσεις του πιστωθέντος τιμήματος... Στη συνέχεια, επειδή ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος, η ενάγουσα άσκησε σε βάρος του την από 2.6.2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Πατρών, ενσωματώνοντας σ’ αυτή και δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση και ζήτησε από αυτόν να της αποδώσει τη νομή των ανωτέρω πραγμάτων.

Με την 283/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση της ενάγουσας για απόδοση του ελκυστήρα, καθόσον για τη ρυμούλκα δεν είχε παρακρατηθεί η κυριότητα και διατάχθηκε η απόδοσή του στην ενάγουσα. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, που τον επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι κατέβαλε στην ενάγουσα το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος της πώλησης, αφήνοντας υπόλοιπο ύψους μόνον 2.600 ευρώ, δεν αποδείχθηκε, αφού ό εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 45.009,71 ευρώ..., με το οποίο επέφερε την ολοσχερή απόσβεση του δανείου ύψους 30.000 ευρώ, που είχε λάβει από την ενάγουσα για να πληρώσει το ποσό για την αγορά της αναγκαίας άδειας Δ.Χ.

οχήματος, ενώ με το υπόλοιπο ποσό εξόφλησε μέρος του οφειλόμενου τιμήματος της ένδικης πώλησης, δηλαδή 15.009,71 ευρώ. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από τη σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ν. Π., ο οποίος κατέθεσε ότι ο ίδιος έδωσε ως δάνειο στον εναγόμενο το ποσό των 30.000 ευρώ για να αγοράσει την αναγκαία άδεια για την αγορά του αυτοκινήτου...

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε λοιπόν βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί υπάρξεως και ετέρας οφειλής του εναγομένου προς αυτήν, ύψους 30.000 ευρώ, που αποτελεί αντένσταση, την οποία αυτή υποχρεούτο να αποδείξει... και αυτή ως δανειστής προσδιόρισε πού θα καταλογιζόταν το καταβαλλόμενο ποσό, το οποίο ο οφειλέτης κατέβαλε χωρίς να φέρει αντίρρηση...

Τέλος ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από την πλευρά της ενάγουσας λόγω του μικρού δήθεν υπολοίπου του οφειλόμενου τιμήματος..., καθόσον αυτός οφείλει ακόμη στην ενάγουσα το ποσό των 32.590,71 ευρώ, ως προς το οποίο κατέστη υπερήμερος και δικαιωματικά η ενάγουσα υπαναχώρησε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε με τον ίδιο τρόπο, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να αποδώσει τη νομή του επίδικου ελκυστήρα στην αναιρεσίβλητη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που ανταποκρίνονται παράλληλα στο βάρος αποδείξεως κάθε διαδίκου, κατέληξε, με ελεύθερη συνεκτίμηση όλων των μέσων αποδείξεως που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στο αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων περιήλθε σε υπερημερία ως προς την καταβολή μεγάλου μέρους του πιστωθέντος τιμήματος του πωληθέντος σ’ αυτόν από την αναιρεσίβλητη ελκυστήρα και συνεπώς αυτή νόμιμα κατά το άρθρ. 532 ΑΚ υπαναχώρησε από τη μεταξύ τους σύμβαση πωλήσεως του ελκυστήρα, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(β), 10, 13 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, επιχειρεί ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) να πλήξει στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο αγνόησε τους ισχυρισμούς του, δηλαδή τα επιχειρήματά του, που ανατρέπουν ως ψευδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη χορήγηση δήθεν σ’ αυτόν από εκείνη δανείου 30.000 ευρώ, με συνέπεια το Εφετείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα, κατά την άποψή του, τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, να δεχθεί τελικά χωρίς απόδειξη ότι η καταβολή από τον ίδιο στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 30.000 ευρώ δεν αφορούσε πράγματι μέρος του πιστωθέντος τιμήματος πωλήσεως του ελκυστήρα, αλλά εξόφληση του ως άνω ανύπαρκτου κατ’ αυτόν δανείου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ δεν θα γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα λόγω απουσίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Μαΐου 2015 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 166/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ