Legislator Case Law & Legislation
981/2012 AI generated

Supreme Court quashes appeal court ruling for invalid guarantee consent without written authority, holding no fraud exists if consent was given by order.

Case Number 981/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision regarding a guarantee contract where the guarantor lacked written authority. The guarantor argued that since he ordered a partner to sign the document due to his own illness, no crime of forgery occurred. The court found the lower court erred by accepting oral consent for a document requiring written form and incorrectly ruling that the invalid declaration did not constitute forgery.

Legislator headnote

AI generated

Articles 849, 158 para. 1, 160, 180, 185, 211, 217 of the Civil Code; A declaration of consent for a guarantee requiring written form is void without written authority, and the court must examine whether the invalid declaration constitutes the crime of forgery.

Keywords

AI generated
Guarantee Contract Written Authority Forgery Crime Invalid Declaration Civil Code Provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 849 of the Civil Code
Article 158 para. 1 of the Civil Code
Article 160 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 185 of the Civil Code
Article 211 of the Civil Code
Article 217 of the Civil Code
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1641/2003
ΠΧρ ΝΔ 528-1841/1993 ΠΧρ ΜΔ, 176
Τέθηκε δηλαδή η υπογραφή αυτή κατ' εντολή του ανακόπτοντος και συνεπώς, δεν υφίσταται πλαστογραφία (ΑΠ 1641/2003 ΠΧρ ΝΔ 528-1841/1993 ΠΧρ ΜΔ, 176).
Decision 106/2006 of the Tribunal for Offenses of Trikala

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 981 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Παροχή πληρεξουσιότητας για συναίνεση σε εγγύηση (ανάληψη εγγυητικής ευθύνης) υπόκειται με ποινή ακυρότητας σε έγγραφο τύπο και δεν ασκεί επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση του παρασχόντος εγγύηση για λογαριασμό άλλου χωρίς έγγραφη πληρεξουσιότητα δεν στοιχειοθετεί από υποκειμενική άποψη αδίκημα πλαστογραφίας (άρθρα 849, 158 παρ.1, 160, 185, 211, 217 ΑΚ). Το Εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Αριθμός 981/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πουλάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ντασιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 806/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Μαρτίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 21 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 849 του Α.Κ. "η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπλήρωσε την οφειλή". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847, 160 και 185 του Α.Κ. συνάγεται ότι, όταν ο νόμος ορίζει ως συστατικό τον έγγραφο τύπο για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας, όπως είναι η δήλωση του εγγυητή σε σύμβαση εγγυήσεως, τότε πρέπει η επί του συστατικού εγγράφου δήλωση του υποχρέου να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη (άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ.) και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρο 180 του Α.Κ.).

Αν η δήλωση του εγγυητή γίνεται δι' αντιπροσώπου κατά το άρθρο 211 του Α.Κ., τότε η παροχή πληρεξουσιότητας στον αντιπρόσωπο πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 εδ. β', 158, 159 παρ. α' και 180 του Α.Κ., να έχει περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου, ακόμα και όταν αιτία της πληρεξουσιότητας είναι σύμβαση εντολής, αφού δεν δύναται να συναχθεί κάτι διαφορετικό από άλλες, εκτός του Α.Κ.

διατάξεις νόμου (Α.Π. 1925/2006). Σε περίπτωση δε ελλείψεως συναινέσεως, που λείπει και όταν η δικαιοπραξία εξαιτίας μη τηρήσεως του ως άνω απαιτούμενου έγγραφου συστατικού της τύπου είναι άκυρη και λογίζεται συνεπώς μη γενόμενη (Α.Κ. 180), η έγκριση δημιουργεί για τον εγκρίνοντα ευθύνη, αν η δήλωση περί εγκρίσεως γίνει εγγράφως (Α.Κ. 236, 238, 217 παρ. 2, συνδυαζόμενα), αφού στην ανωτέρω περίπτωση η έγκριση, ως αναπληρωματική συναινέσεως ταυτιζόμενης προς πληρεξουσιότητα, υπόκειται στον έγγραφο τύπο ως συστατικό της (Α.Π. 859/1992).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 30/1997, 28/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι στην υπ' αριθμ. .../15-7-1998 σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ, της οποίας η αναιρεσίβλητη κατέστη καθολική διάδοχος και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΕΒΕΣΤΟΔΕΡ ΕΠΕ" ο αναιρεσείων εγγυήθηκε υπέρ της τελευταίας (δανειολήπτριας), ως αυτοφειλέτης τόσο για το αρχικό ποσό των 100.000.000 δραχμών με έγγραφη δήλωσή του, όσο και για τα μεταγενέστερα ποσά των προσθέτων συμβάσεων αύξησης της πίστωσης, όπως η επίμαχη από 27-4-2001 για ποσό 140.000.000 δραχμών, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προβάλλει με την ένδικη ανακοπή του για την υπογραφή του στην επίμαχη σύμβαση, με την εξής σκέψη: "Ο ισχυρισμός του τελευταίου (ανακόπτοντος - ήδη αναιρεσείοντος), που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, ότι αυτός δεν έχει υπογράψει ως εγγυητής την άνω από 28-2-2001 αυξητική σύμβαση και ότι η υπάρχουσα φερομένη ως υπογραφή του στη σύμβαση αυτή έχει πλαστογραφηθεί από τους κατονομαζομένους ως πλαστογράφους, Γ.

Α. Λ., Γ. Ε. Β., εκπροσώπους της καθής τράπεζας και Σ. Τ. Δ., εκπρόσωπο της άνω πιστούχου εταιρείας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ανακόπτων με τον αδελφό του Α. Δ. και τον εξάδελφό του Σ. Δ. (σε βάρος και των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής) ήταν εταίροι της ως άνω πιστούχου εταιρείας.

Λόγω της υφιστάμενης μεταξύ τους στενής συγγενικής σχέσης και της συνεπεία αυτής αμοιβαίας μεταξύ τους εμπιστοσύνης συμφώνησαν, όπως στις συναλλαγές της εταιρείας υπογράφει ένας από αυτούς, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή των άλλων, για την ταχύτητα των συναλλαγών και την αποφυγή της σχετικής ταλαιπωρίας των ιδίων.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο εκ των εταίρων Σ. Δ. έθεσε στην άνω, από 27-4-2001 πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης ύψους 40.000.000 δρχ., κατ' απομίμηση την υπογραφή του ανακόπτοντος ως εγγυητή, καθώς ο τελευταίος ήταν σοβαρά άρρωστος, έχοντας υποστεί στις 19-2-2001 εγκεφαλικό επεισόδιο. Τέθηκε δηλαδή η υπογραφή αυτή κατ' εντολή του ανακόπτοντος και συνεπώς, δεν υφίσταται πλαστογραφία (ΑΠ 1641/2003 ΠΧρ ΝΔ 528-1841/1993 ΠΧρ ΜΔ, 176).

Εξάλλου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων με το αριθμ. 106/ 2006 βούλευμά του αποφάνθηκε, να μη γίνει κατηγορία κατά του ανωτέρω Σ. Δ. για πλαστογραφία της άνω από 27-4-2001 πρόσθετης πράξης αύξησης της πίστωσης ύψους 40.000.000 δρχ., θέτοντας κατ' απομίμηση σ' αυτή στη θέση του εγγυητή την υπογραφή του ανακόπτοντος, με την αιτιολογία, ότι την υπογραφή αυτή έθεσε ο (κατηγορούμενος) Σ.

Δ. κατ' εντολή του τελευταίου (ανακόπτοντος).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τον προαναφερόμενο λόγο της ένδικης ανακοπής και τον πρόσθετο λόγο αυτής, έσφαλε από πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπό την κρίση του, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό (τέταρτο) λόγο της ένδικης έφεσης και πρέπει να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιό της αυτό".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 849, 158 παρ. 1, 160, 180, 185, 211 και 217 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η συγκατάθεση για την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας που υποβάλλεται από το νόμο σε έγγραφο τύπο (όπως η δήλωση του εγγυητή) είναι έγκυρη και όταν δίδεται προφορικά, ενώ επιβάλλεται από τον νόμο και ως προς τη συναίνεση ή έγκριση μιας τέτοιας τυπικής δικαιοπραξίας ο ίδιος έγγραφος τύπος, με ποινή ακυρότητάς της, είναι δε χωρίς έννομη επιρροή το αν η ακύρως γενόμενη δικαιοπρακτική δήλωση δεν στοιχειοθετεί (από υποκειμενική άποψη) ποινικό αδίκημα πλαστογραφίας.

Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, γι' αυτό και παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 806/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 806/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ