Legislator Case Law & Legislation
981/2011 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on equal pay grounds, ordering bonus payment to former manager.

Case Number 981/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Second Instance Court's decision to award a bonus to a former regional director. The bank argued the employee's contribution differed from others, but the court found the bank failed to pay a bonus to the plaintiff for 2002 despite his positive contribution, while paying others. The court ruled that the bank's refusal violated the constitutional principle of equality before the law and ordered the payment of 14,375 euros plus legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4(1) of the Constitution; Art. 288 of the Civil Code: The principle of equality before the law requires that similar situations be treated similarly; a refusal to grant a voluntary bonus to an employee who contributed to profits while others received it constitutes unconstitutional discrimination unless justified by objective reasons.

Keywords

AI generated
constitutional equality voluntary bonus discrimination in employment equal treatment contribution to profits supreme court appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 4(1) of the Constitution
Art. 288 of the Civil Code
Art. 4(1) and 2 of the Constitution
Art. 22(1b) of the Constitution
Art. 119 of the EEC Treaty
Art. 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 981 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 981/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ " που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα .Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Τριβουρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-07-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου , που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2458/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5858/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 13-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Η εν λόγω αρχή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ αφού και οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 1876/1990. Εξάλλου από τα άρθρα 288 του ΑΚ, 22 παρ.1 β' του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτή άλλους μισθωτούς του που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.

Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ.1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ΑΠ 1111/2003). Αλλά για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός.

Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο μισθωτός δεν μπορεί να την επικαλεσθεί, εκτός αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ. 561 §1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την 06.08.1966 και απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος της μέχρι την 14.08.2002, οπότε στα πλαίσια προγράμματος εθελουσίας εξόδου παραιτήθηκε κατέχων τον βαθμό του διευθυντή και τη θέση διοικητή της Ε' περιφερειακής διοίκησης.

Αμέσως μετά την παραίτησή του τοποθετήθηκε στη θέση του ο Α. Μ. που κατείχε τότε το βαθμό του υποδιοικητή. Κατά πάγια επιχειρησιακή πρακτική της εναγομένης με απόφαση της Γ.Σ. της, που λαμβανόταν επί σειρά ετών περί τα μέσα του έτους, χορηγούσε, με βάση τα αποτελέσματα και κέρδη της προηγούμενης χρήσης στα ανώτατα στελέχη της (διευθυντές και υποδιευθυντές) ως οικειοθελή παροχή, χρηματικό ποσό "bonus", ανάλογο με το βαθμό, θέση και συμβολή κάθε στελέχους στην κερδοφορία της για την παρελθούσα ετήσια χρήση ... .

Στα πλαίσια της άτυπης, αλλά πάγιας επιχειρησιακής αυτής πρακτικής της η εναγομένη κατέβαλε στον Α. Μ. τον Ιούλιο του 2003 για τη συμβολή του, ως διοικητή της Ε' Περιφερειακής Διοίκησης, στα κερδοφόρα αποτελέσματα της κατά το έτος 2002, ποσό 23.000 ευρώ ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά το γεγονός ότι ο ενάγων, ως διοικητής της Ε' περιφερειακής διοίκησης από 01.01.2002 μέχρι 14.08.2002, συνέβαλε στα θετικά οικονομικά αποτελέσματα της εναγομένης για το έτος 2002, η εναγομένη δεν του κατέβαλε κανένα ποσό ως μπόνους για το έτος 2002 κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση ως προς τις χορηγούμενες στους τελευταίους οικειοθελείς παροχές.

Επομένως η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα για το έτος 2002 το ποσοστό που αναλογεί στο χρόνο παραμονής του εντός του έτους αυτού, ήτοι 7,5 μηνών οπότε η σύμβαση του ήταν ενεργή, η εν λόγω δε οικειοθελής παροχή αφορά ολόκληρο το 2002, άρα και το διάστημα ενεργούς συμβάσεως του (και όχι όπως εσφαλμένα υπολογίζει με τον τύπο 23.000 : 4,5 Χ 7,5 μήνες, διότι τότε ο ενάγων θα συγκρινόταν κατά τα προλεχθέντα με εργασία υπαλλήλου παρεχόμενη μετά τη λύση της εργασίας του), ήτοι ποσό 23.000 ευρώ Χ 7,5 μήνες : 12 = 14.375 ευρώ ... .

Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2453/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είχε κρίνει ομοίως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 και αριθμός 19 λόγοι αναιρέσεως(πρώτος και δεύτερος) είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-03-2010 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 5858/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ