Supreme Court dismisses appeal on investment fund dispute, upholding lower court's finding of no contributory negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a dispute involving an investment fund and a deceased client. The lower court found that the client's reliance on the bank's assurances and lack of specific investment details did not constitute contributory negligence. The court upheld this decision, ruling that the lower court's reasoning regarding the client's state of mind and the absence of required proof was legally sound and sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appellate court's finding of no contributory negligence is valid if the lower court's reasoning clearly addresses the parties' conduct and the application of substantive law without requiring further factual clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 980 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 980/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιστικό.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας την 22-4-2012 μητέρας του Β. χήρας Γ. Α. το γένος Δ. Κ..
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσουκλείδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-8-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της αποβιώσασας μητέρας του Β. χήρας Γ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2002 μη οριστική, 1552/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6608/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικά τρίτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε με καθολική διαδοχή ... η ... ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ...", (ήδη αναιρεσείουσα), είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο της δραστηριότητάς της τη διαχείριση ...
των αμοιβαίων κεφαλαίων με τον τίτλο "...", που συστήθηκε νόμιμα με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για τη διάθεση μεριδίων των αμοιβαίων αυτών κεφαλαίων στο κοινό η τρίτη εναγομένη συνήψε σύμβαση διαμεσολάβησης ... με τη δεύτερη εναγομένη ... με την επωνυμία "... Α.Ε." (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), η οποία με τη σειρά της συνήψε με διάφορους ασφαλιστικούς συμβούλους, που ανήκουν στο πλέγμα του ασφαλιστικού της δικτύου, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος Β.
Π. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), άλλες συμβάσεις με αντικείμενο την έναντι προμήθειας διαμεσολάβηση αυτών στην πώληση σε τρίτους μεριδίων των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1988 μέχρι το Νοέμβριο του 1995, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή του, ήταν παραγωγός ασφαλίσεων της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και πέραν της ιδιότητάς του αυτής είχε αναλάβει να προωθεί και να διαθέτει στο επενδυτικό κοινό μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης εναγομένης έναντι προμηθείας επί του ποσού των πωλήσεων, που θα πραγματοποιούνταν με τη μεσολάβησή του ...
Στο διάστημα αυτό ο πρώτος εναγόμενος συνεργαζόταν με τα υποκαταστήματα των εναγομένων εταιρειών στην Αθήνα επί της ..., χωρίς να προκύπτει επαγγελματική του απασχόληση με άλλο αντικείμενο. Ο Γ. Α. ... σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του δευτέρου (ήδη αναιρεσίβλητου), ... εγκατέστησε αυτούς ... κληρονόμους του ...
με ... δημόσια διαθήκη του ... οι δε ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία. Ήδη ... απεβίωσε και η πρώτη ενάγουσα ... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιο της δεύτερο ενάγοντα ... ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία ... και συνεχίζει τη δίκη και με την ... ιδιότητά του αυτή. Το έτος 1990 ο πρώτος εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε τη γνωριμία του με τον Γ.
Α. και την αναπτυχθείσα σχέση εμπιστοσύνης από προηγούμενη επιτυχή συνεργασία... με την ιδιότητά του ως ασφαλιστικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης τον έπεισε να προβεί σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης της τρίτης εναγομένης, αφού του παρουσίασε σε συνάντησή τους ως επικερδή και ασφαλή την τοποθέτηση χρημάτων του στην αγορά τέτοιων μεριδίων με την επίδειξη και σχετικών φυλλαδίων και εντύπων αιτήσεων συμμετοχής με προδιατυπωμένους όρους στο όνομα της τρίτης εναγομένης.
Την εποχή εκείνη ο Γ. Α. διέθετε ένα σημαντικό ποσό χρημάτων προερχόμενο από την πώληση δύο διαμερισμάτων του στην ....
Έτσι, πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, στον οποίο κατέβαλε το ποσό των 2.000.000 δραχμών, χωρίς όμως ο τελευταίος- να του χορηγήσει κάποια απόδειξη παρά μόνο τον διαβεβαίωσε ότι ο σχετικός ονομαστικός τίτλος θα φυλασσόταν στην Τράπεζα "... Α.Ε.". Ο Γ. Α. θεώρησε πειστική την εξήγηση αυτή και δεν ανησύχησε, γιατί μέχρι τότε δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα ως προς τη μεταξύ τους συνεργασία για την ασφάλιση του αυτοκινήτου του στη δεύτερη εναγομένη.
Τα επόμενα έτη προέβη και σε άλλες καταβολές χρημάτων στον πρώτο εναγόμενο για αγορά μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφάτου και ειδικότερα κατέβαλε τα ποσά των 3.000.000, 2.750.000, 6.312.500, 4.922.000 και 5.499.500 δραχμών τα έτη 1991, 1992, 1993,1994 και 1995, αντίστοιχα, και συνολικά το ποσό των 22.484.000, δραχμών... Για τις καταβολές αυτές ο πρώτος εναγόμενος δεν χορήγησε κάποια απόδειξη στον Γ.
Α., αλλά του παρείχε την ίδια ως άνω διαβεβαίωση και ο Γ. Α. δεν ανησυχούσε για το λόγο ότι λάμβανε με. το ταχυδρομείο επιστολές από την τρίτη εναγομένη για αυτόματη επανεπένδυση του μερίσματος του και τη δυνατότητά του να μη το επανεπενδύσει και να το εισπράξει με επιταγή. Στις επιστολές αυτές δεν περιλαμβάνονταν στοιχεία για τον αριθμό των τίτλων και των μεριδίων των οποίων αυτός ήταν δικαιούχος, ούτε για το ποσό που είχε επενδυθεί για λογαριασμό του...
Ο τελευταίος κατά τον Νοέμβριο του 1995, όταν πληροφορήθηκε από γνωστοποίηση στα έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης του ομίλου της δεύτερης εναγομένης
ότι διέκοψε τη συνεργασία της με τον πρώτο εναγόμενο, ζήτησε κατ’ επανάληψη από αυτόν την παράδοση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων που ήταν δικαιούχος για εξαργύρωση. Τελικά ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στο Γ. Α. μόνο τρεις (3) τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων ... και ειδικότερα από το "...", που φαινόταν να έχει συσταθεί με αριθμό αδείας ..., με αριθμούς ..., για τα ποσά των 12.410.000, 8.910.000 και 7.910.000 δραχμών, αντίστοιχα, και συνολικά για το ποσό των 27.230.000 δραχμών και για ...
ονομαστικά μερίδια, αντίστοιχα, με δικαιούχους στον πρώτο και στο δεύτερο τίτλο τον Γ. Α. και τους ενάγοντες και στον τρίτο τίτλο την πρώτη των εναγόντων. Οι ανωτέρω τρεις (3) τίτλοι έφεραν ως ημερομηνίες για τη θεματοφύλακα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." τη 15-2-1995 και για την τρίτη των εναγομένων τη 14-2-1996.
Στις 26-1-1996 ο Γ. Α. υπέβαλε αίτηση στην τρίτη των εναγομένων σχετικά με την επένδυση του στα αμοιβαία κεφάλαια τα οποία αυτή διαχειριζόταν. Με την από 30-1-1996 επιστολή της η τρίτη των εναγομένων δια του διευθυντή πωλήσεών της του γνωστοποίησε ότι είναι δικαιούχος του "... ...", με αριθμό μητρώου ..., ο οποίος αναγραφόταν στους δύο πρώτους εκ των ανωτέρω τριών (3) τίτλων, και ότι είναι κάτοχος των υπ’ αριθ..../21-2-1991 και .../21-2-1991 τίτλων, εκάστου για το ποσό τού 1.000.000 δραχμών και 442,73 μερίδια.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Β. Π. επένδυσε στο "... ..." για λογαριασμό του Γ. Α. μόνο το ποσό των 2.000.000 δραχμών, το οποίο ο τελευταίος του παρέδωσε το 1990, ενώ τα ποσά των 3.000.000, 2.750.000, 6.312.500, 4.922.000 και 5.499.500 δραχμών, που καταβλήθηκαν στον πρώτο εναγόμενο κατά τα παραπάνω έτη, προκειμένου να επενδυθούν στην αγορά μεριδίων στο "...", δεν επενδύθηκαν, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε (υπεξαίρεσε) παράνομα ο πρώτος εναγόμενος, με αντίστοιχη ισόποση ζημία του Γ.
Α., συνολικού ύψους 65.983,86 ευρώ. Την απαίτηση αυτή του δικαιοπαρόχου τους κληρονόμησαν κατ’ ισομοιρία οι ενάγοντες, όπως πρόαναφέρθηκε, και μετά το θάνατο και της πρώτης ενάγουσας μόνος και αποκλειστικός δικαιούχος είναι ο δεύτερος ενάγων. Συνυπόχρεοι για την καταβολή του ποσού αυτού αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με τον πρώτο εναγόμενο είναι και οι εναγόμενες - εκκαλούσες εταιρείες.
Ειδικότερα, η σχέση που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο με τις άλλες δύο εναγόμενες εταιρείες ήταν αυτή της πρόστησης, γιατί ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις αυτών σχετικά με τις ιδιαιτερότητες και τη λειτουργία, αλλά και τη σωστή προώθηση των μεριδίων των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης εναγομένης διά μέσου του δικτύου και των ασφαλιστικών συμβούλων της δεύτερης εναγομένης.
Ο πρώτος εναγόμενος όφειλε, συμμορφούμενος με τις οδηγίες και τις εντολές της τρίτης εναγομένης, οι οποίες είχαν μεταφερθεί σ’ αυτόν από τη δεύτερη εναγομένη, αντιπρόσωπο της τρίτης, να τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον ενδιαφερόμενο επενδυτή, η οποία απαιτούσε την εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, ως υποπροστηθέντος της τρίτης εναγομένης, υποβολή προς την τελευταία πρότασης αίτησης εξαγοράς, που θα υπογραφόταν από αυτόν και τον αιτούντα (στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Γ.
Α.) και ακολούθως την ολοσχερή καταβολή του ποσού. Αναφορικά βέβαια με τη μορφή της σύμβασης μεταξύ του πρώτου και της δεύτερης εναγομένης, με βάση ρητή νομοθετική διάταξη, ήταν εκείνης της σύμβασης έργου, ωστόσο ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις των 2ης και 3ης των εναγομένων, οι οποίες είχαν θέσει το πλαίσιο, εντός του οποίου όφειλε να κινείται ο πρώτος εναγόμενος για να εκτελέσει το έργο της διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων, δηλαδή θα έπρεπε να ενεργεί σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να εφοδιάζεται με τα ειδικά έντυπα των αιτήσεων συμμετοχής, να μη λαμβάνει χρήματα από τους επενδυτές, αλλά να γίνεται κατάθεση αυτών σε Τράπεζα.
Η δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου πέραν των όσων προαναφέρθηκαν ενέπιπτε στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης των 2ης και 3ης των εναγομένων, καθόσον αυτές ωφελούνταν από τη δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου, με τη συνδρομή της οποίας διεύρυναν τον κύκλο των εργασιών τους, όπως και τη δυνατότητα των κερδών τους, με επακόλουθο και την αύξηση του πεδίου των κινδύνων που τους αναλογούν.
Έτσι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου αναφορικά με την υπεξαίρεση των χρημάτων που του είχε εμπιστευθεί για επένδυση ο Γ. Α., έλαβε χώρα μέσα στα όρια των καθηκόντων του, που του είχαν ανατεθεί από τις 2η και 3η των εναγομένων, αλλά και κατά κατάχρηση αυτών, αφού ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των εντολών που του είχαν δοθεί, να μη λαμβάνει δηλαδή χρήματα από τον επενδυτή για την αγορά των μεριδίων, αλλά να γίνεται κατάθεση αυτών σε τράπεζα.
Μεταξύ δε της ζημιογόνου συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και της υπηρεσίας πού του είχε ανατεθεί υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, αφού η συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ανατεθείσα σε αυτόν υπηρεσία, η οποία και αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της. Ειδικότερα, ο Γ.
Α.ς δεν θα εμπιστευόταν τα χρήματά του στον πρώτο εναγόμενο, αν δεν πειθόταν, ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό των 2ης και 3ης εναγομένων εταιρειών και για το ότι επρόκειτο για προσοδοφόρα επένδυση, στη διαφήμιση της οποίας ο πρώτος εναγόμενος προέβη με τις γνώσεις και τα στοιχεία που του χορήγησαν οι εναγόμενες αυτές, ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώνει τα ανατεθέντα καθήκοντα προώθησης και διάθεσης των μεριδίων των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων.
Από την πλευρά του δε ο πρώτος εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε τη φερεγγυότητα των παραπάνω εταιρειών, την εμπιστοσύνη των επενδυτών σ’ αυτές και την ιδιότητά του ως ασφαλιστικού συμβούλου προκειμένου να πείσει τον Γ.- Α. να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά." Ενόψει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν εν μέρει βάσιμη για το ποσό των 32.991,93 ευρώ για καθένα των αρχικώς εναγόντων και απέρριψε την έφεση τόσο της αναιρεσείουσας όσο και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε." κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους της ευθύνης της αναιρεσείουσας με βάση την αδικοπρακτική συμπεριφορά της έναντι του αναιρεσίβλητου και της αρχικώς ενάγουσας Β. Α., ως καθολικών διαδόχων του Γ. Α., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 922 και 297 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπήρξε σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου Β. Π. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και των εταιρειών "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε με καθολική διαδοχή η αναιρεσείουσα, και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και ότι ο προστηθείς ενέργησε κατά τον τρόπο που εκτέθηκε παραπάνω μέσα στα όρια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και από την ήδη αναιρεσείουσα αλλά και κατά κατάχρηση της εξουσίας που του είχε ανατεθεί από τις προστήσασες εταιρείες, υφίστατο δε εσωτερική συνάφεια με τις ζημιογόνες πράξεις του από την ως άνω υπηρεσία, με αποτέλεσμα να προκληθεί στο δικαιοπάροχο των αρχικών εναγόντων η ζημία που εκτέθηκε παραπάνω.
Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 19 τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι περιλαμβάνονταν σ’ αυτό όλα τα περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, εφόσον προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής με σαφήνεια και πληρότητα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. 922 και 297 ΑΚ στοιχεία, για τη γένεση της ένδικης αξίωσης προς αποζημίωση. Ειδικότερα, περιγράφεται με πληρότητα στο δικόγραφο: α) η σχέση της προστήσεως και υποπροστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου και των λοιπών εναγομένων εταιρειών, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες οδηγίες και εντολές προς αυτόν, δεν ήταν δε αναγκαία η επίκληση και άλλων στοιχείων, πέραν των όσων προεκτέθηκαν.
Αλλά και για την περίπτωση που ήθελε τυχόν κριθεί διαφορετικά, ότι δηλαδή δεν γίνεται εξαντλητικός προσδιορισμός των ειδικότερων εντολών και οδηγιών προς τον προστηθέντα, θα πρέπει να λεχθεί ότι με μόνη την αναφορά της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της προστήσεως και υποπροστήσεως, που διέπει τις μεταξύ των εναγομένων συμβατικές σχέσεις και την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως ασφαλιστικού συμβούλου, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 ν. 2496/1997, προβάλλονται με την αγωγή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση διαφύλαξη του δικαιώματος του εργοδότη για την παροχή οδηγιών και εντολών προς τον υπαίτιο της αδικοπραξίας εργαζόμενο, β) η επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, δηλαδή οι υπαίτιες και παράνομες ενέργειές του που έλαβαν χώρα με αφορμή και εξαιτίας της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, η οποία αποτέλεσε και το αναγκαίο μέσο για την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά του, που δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, γ) η περιουσιακή ζημία που υπέστη ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, χωρίς να ήταν αναγκαίο για το ορισμένο του δικογράφου να αναφέρονται σ’ αυτό συγκεκριμένες ημερομηνίες καταβολής των επιμέρους χρηματικών ποσών, ούτε με ποιο τρόπο κατέβαλε ο δικαιοπάροχός τους τα ποσά που επένδυσε, δηλαδή με μετρητά ή τραπεζικές επιταγές, το είδος και ο αριθμός των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου που είχε πρόθεση να αγοράσει, και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου (προστηθέντος των λοιπών εναγομένων) και της ζημίας του παθόντος.
Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αφού τα εκτεθέντα στοιχεία πληρούν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, θεμελιούμενη στις πιο πάνω διατάξεις, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ,(και όχι 1 και 8), είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, και σε κάθε περίπτωση δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων έλαβε γνώση της σε βάρος του αδικοπραξίας το Νοέμβριο 1995.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, το μεν γιατί το Εφετείο ρητά απέρριψε την ένσταση παραγραφής, το δε γιατί κατά τρόπο ευσύνοπτο αλλά σαφή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων το Νοέμβριο του έτους 1995 έλαβε γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Β.
Π. και των προς αποζημίωση υποχρέων, οπότε μέχρι την 24-8-2000, που επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, δεν είχε παρέλθει η πενταετής προθεσμία του άρθρου 937 ΑΚ.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Γ. Α., την οποία πρότεινε με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως και επανέφερε με λόγο εφέσεως.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκ μέρους του Γ. Α. καταβολή των χρημάτων του προς τον πρώτο εναγόμενο έλαβε χώρα για τον παραπάνω αναφερόμενο επενδυτικό σκοπό, ενόψει δε της προηγούμενης χωρίς προβλήματα συνεργασίας του με τον πρώτο εναγόμενο και των σχετικών ενημερωτικών επιστολών που λάμβανε ταχυδρομικά κατά τα έτη 1991 έως και 1995 από την τρίτη εναγομένη, δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει ότι ο πρώτος εναγόμενος θα ενεργούσε αντισυμβατικά και για δικό του όφελος τόσο έναντι αυτού, όσο κυρίως έναντι της δεύτερης εναγομένης, με την οποία συνδεόταν επαγγελματικά ως ασφαλιστικός της σύμβουλος".
Εξάλλου, σε άλλα σημεία της ίδιας αποφάσεως, όπως εκτέθηκε και παραπάνω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο, αναλύοντας τον επενδυτικό σκοπό, δέχθηκε ότι συνίστατο στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων διαχείρισης της εταιρείας "...", σε άλλο δε σημείο σχετικά με τη λειτουργία της επενδύσεως δέχθηκε ότι "για τις καταβολές αυτές ο πρώτος εναγόμενος δεν χορήγησε κάποια απόδειξη στον Γ.
Α., αλλά του παρείχε την ίδια ως άνω διαβεβαίωση και ο Γ. Α. δεν ανησυχούσε για το λόγο ότι λάμβανε με το ταχυδρομείο επιστολές από την τρίτη εναγομένη για αυτόματη επανεπένδυση του μερίσματός του και τη δυνατότητά του να μην το επανεπενδύσει και να το εισπράξει με επιταγή. Στις επιστολές αυτές δεν περιλαμβάνονταν στοιχεία για τον αριθμό των τίτλων και των μεριδίων των οποίων αυτός ήταν δικαιούχος, ούτε για το ποσό που είχε επενδυθεί για λογαριασμό του ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την έλλειψη συνυπαιτιότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στην πρόκληση της ζημίας του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σχέση εμπιστοσύνης που συνέδεε τον Γ. Α. και το Β. Π. από προηγούμενη συνεργασία τους ήταν πρωτίστως η αιτία που δεν ζήτησε ο πρώτος από το δεύτερο αποδείξεις για τις χρηματικές καταβολές του ενόψει της αγοράς μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι λάμβανε με το ταχυδρομείο επιστολές από την εταιρείας "..." για αυτόματη επανεπένδυση του μερίσματός του και τη δυνατότητά του να μην το επανεπενδύσει και να το εισπράξει με επιταγή, χωρίς αναφορά για τον αριθμό των τίτλων και των μεριδίων των οποίων αυτός ήταν δικαιούχος, δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών να αναφέρεται η ηλικία, η παιδεία και το επάγγελμα του Γ. Α.. Συνακόλουθα τούτων και ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2014 αίτηση της "... A.E." για αναίρεση της 6608/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ποσόν των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ