Legislator Case Law & Legislation
980/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against transfer to lower job role, citing employee protection principle.

Case Number 980/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the lower court's decision regarding a public transport employee's job transfer. The plaintiff argued that moving her from a higher-ranking accountant assistant role to a ticket seller violated her individual employment contract and the principle of favoring employees. The court ruled that the individual contract's terms superseded the collective agreement and the new regulation, establishing a unilateral detrimental change. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeals for further proceedings with the plaintiff awarded legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 680 of the Civil Code; Article 7 of Law 1876/1990: Individual employment contract terms favorable to the employee prevail over collective agreements and regulations unless they constitute mandatory law with bilateral effect.

Keywords

AI generated
employee protection principle individual employment contract collective agreement hierarchy unilateral job transfer favorable terms supremacy mandatory law exception remittal to lower court

Cited Legislation

AI generated
Article 680 of the Civil Code
Article 3 paragraph 1 of Law 3239/1955
Article 7 of Law 1876/1990
Article 14 paragraph 1 of Law 2963/2001
Article 15 paragraph 1 of Law 2963/2001
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 980 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟYΣΑΣ: Ε. Ι. Ρ., συζ. Χ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Παναγιώτου ,ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στη Λευκάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ξενοφώντα Γράψα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-04-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Λευκάδας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1083/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 234/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-04-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 10-05-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, πρώτο μέρος, και δεύτερου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το

εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε αρχικά το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8-5-1990) και στη συνέχεια το άρθρο 7 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ., οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Ολ.

Α.Π. 1/2007). Επίσης οι όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας (όπως και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας) που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (άρθρο 7 παρ. 3 ν. 1876/1990) Οι όροι εργασίας όμως που ρυθμίζονται με ΣΣΕ - ΔΑ ή από το νόμο, μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη ΣΣΕ του αυτού είδους και πεδίου ισχύος ή νεότερο νόμο, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, διότι κατά τη διαδοχή δεν ισχύει η αρχή της προστασίας αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων), με εξαίρεση μόνο την περίπτωση κατά την οποία με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ (ή του ευνοϊκότερου νόμου), οπότε αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας.

Εξάλλου κατά το άρθρο 7 εδ' α' του ν. 212/1920, κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του νόμου αυτού. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μονομερής βλαπτική μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας που γίνεται από τον εργοδότη, χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ή κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.), που προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση υλική ή ηθική ζημία, τέτοια δε βλαπτική μεταβολή αποτελεί ειδικότερα ο υποβιβασμός του μισθωτού και η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται δυσμενείς, υλικές ή ηθικές, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες.

Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ (π.δ. 229/1994) ορίζεται, ότι το πάσης κατηγορίας προσωπικό των Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) διακρίνεται σε α) Προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως και β) Προσωπικό Κινήσεως, ότι στο προσωπικό διοικήσεως και διαχειρίσεως υπάγονται, εκτός των άλλων ο εκδότης εισιτηρίων και ο βοηθός λογιστή, όλο δε το προσωπικό μπορεί να προάγεται σε οποιαδήποτε θέση, ανάλογα με τα προσόντα του, ενώ με το άρθρο 6 του ίδιου Κανονισμού, το οποίο ρυθμίζει τα των προαγωγών του προσωπικού των ΚΤΕΛ, ορίζεται με την παρ. 3 ότι, " ...

δ) σε βοηθό Ταμία, βοηθό Λογιστή, και βοηθό Γραμματέα, προάγονται ο Γραφέας και ο Εκδότης εισιτηρίων, εφόσον έχουν τα αντίστοιχα τυπικά προσόντα και μετά 5ετή υπηρεσία ως Γραφέας ή Εκδότης εισιτηρίων ο πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής, 7ετή υπηρεσία ο πτυχιούχος Ανωτέρας Σχολής (ΤΕΙ ) και 10ετή υπηρεσία, ο απόφοιτος Λυκείου ..".

Περαιτέρω , με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2693/2001, "Με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, εκδίδεται ο κανονισμός του προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ., και καθορίζονται τα προσόντα πρόσληψης, οι λόγοι και η διαδικασία απόλυσης του προσωπικού, η υπηρεσιακή κατάσταση, η συμπεριφορά και υποχρεώσεις αυτού, ο χρόνος εργασίας και ανάπαυσης, οι πειθαρχικές ευθύνες, οι πειθαρχικές ποινές, τα όργανα και η διαδικασία επιβολής αυτών.

Μέχρι την έκδοση του ως άνω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, δηλαδή τα προεδρικά διατάγματα 229/1994 και 54/1998....". Τέλος με το άρθρο 15 περ. ιε' του ν. 2963/2001, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3333/2005, "ιε. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΤΕΛ Α.Ε. ή του ΚΤΕΛ επιτρέπεται, με απόφασή του, εφόσον οι λειτουργικές ανάγκες το επιβάλλουν, να μεταβάλλει θέσεις εργασίας του προσωπικού από αυτές των ειδικοτήτων τους σε άλλες, με εξαίρεση αυτού του βοηθητικού προσωπικού, χωρίς να θίγεται μισθολογικά ο εργαζόμενος".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 8-7-1985, μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, προσλήφθηκε η πρώτη από τη δεύτερη, ως εκδότρια εισιτηρίων, εργασία την οποία κατείχε μέχρι το έτος 1988, οπότε της ανατέθηκαν καθήκοντα βοηθού λογιστή.

Μάλιστα στις 27-3-1995, καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα φέρεται να απασχολείται ως βοηθός λογιστή, υπαγόμενη ως εκ τούτου στο προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως, αντί μηνιαίων αποδοχών 206.560 δρχ. με πενθήμερη απασχόληση εβδομαδιαίως, με ημερήσιο ωράριο εργασίας από τις 07.00 μέχρι τις 15.00, ήτοι επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των όρων των οικείων Σ.Σ.Ε.

Κατά τη συνεδρίαση της 28-2-2006 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε τη μεταβολή της θέσης εργασίας της ενάγουσας, από βοηθός λογιστή σε εκδότρια εισιτηρίων, κάνοντας χρήση του παρεχόμενου σ' αυτό δικαιώματος από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3333/2005. Στην ενέργεια αυτή προέβη το Δ.Σ.

της εναγομένης, ασκώντας το εκ του νόμου διευθυντικό του δικαίωμα, προκειμένου να αντιμετωπίσει κατά τον προσφορότερο τρόπο τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησής του. Ειδικότερα, ενόψει της ολοκληρώσεως της μηχανογράφησης του λογιστηρίου, αλλά και των εκδοτηρίων, καταργήθηκε η τήρηση των βοηθητικών βιβλίων που ενημερώνονταν χειρόγραφα, η έκδοση των χειρογράφων γραμματίων και ενταλμάτων, ενώ δεν απαιτείτο βοήθεια στο έργο του εκκαθαριστή εισιτηρίων, αφού περιορίστηκε πλέον στον περιορισμένο αριθμό χειρογράφων εισιτηρίων που εκδίδονται κατά τη διαδρομή, αντικείμενα που εντάσσονταν στο έργο της ενάγουσας, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον ικανό αντικείμενο εργασίας για την απασχόληση ενός επιπλέον εργαζομένου, ο οποίος μάλιστα δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις, όπως η ενάγουσα, αφού για τη διεκπεραίωση των εργασιών του λογιστηρίου απαιτείτο πλέον η απασχόληση μόνο του λογιστή.

Αντίθετα παρουσιάστηκε έλλειψη προσωπικού στα εκδοτήρια, λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης του υπηρετούντος υπαλλήλου-εκδότη Δ. Χ.. Με τα δεδομένα αυτά, θα απαιτείτο είτε η μετακίνηση ενός εργαζομένου, που εκ των πραγμάτων υποαπασχολείτο, όπως η ενάγουσα, σε άλλη θέση, είτε η πρόσληψη άλλου εργαζομένου για την κάλυψη των αναγκών των εκδοτηρίων, γεγονός που θα επιβάρυνε οικονομικά την εναγομένη.

Στην ίδια συνεδρίαση του Δ.Σ. της εναγομένης, έγινε ρητή μνεία ότι η επικείμενη αλλαγή της θέσης της ενάγουσας, επ' ουδενί θα έθιγε τις μέχρι τότε μισθολογικές απολαβές της, τουναντίον αυτές θα αναβαθμίζονταν, λόγω της καταβολής του διαχειριστικού επιδόματος και του επιδόματος χρήσης του υπολογιστή. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι μετά από προφορική αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε το υπ' αριθμ.104/26-4-2006 έγγραφο του Προέδρου της εναγομένης, με το οποίο καθορίζεται το ωράριο εργασίας της, ήτοι από τις 05.15 μέχρι τις 13.15, όπως η ίδια επέλεξε, αντί του απογευματινού (από τις 12.30 μέχρι τις 8.20), ή του εν μέρει πρωινού και εν μέρει απογευματινού ωραρίου, επί πενθήμερο, χωρίς απασχόληση της κατά τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες.

Ο τόπος παροχής της εργασίας της ως εκδότριας εισιτηρίων, είναι σε γραφεία κλιματιζόμενα, τα οποία βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την κατοικία της. Κατέληξε δε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι την ως άνω μεταβολή της θέσης εργασίας της ενάγουσας από βοηθός λογιστή σε εκδότρια εισιτηρίων, αποφάσισε το Δ.Σ.

της εναγομένης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί κατά τον καλύτερα δυνατό τρόπο η αρτιότερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία των υπηρεσιών της και ως εκ τούτου ανάγεται στα πλαίσια της άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, με βάση τον ως άνω κανονισμό. Ως εκ τούτου η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, σε σχέση με την ως άνω μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, δεν προσκρούει, ούτε αντιβαίνει σε διάταξη νόμου, ούτε αποκλείεται από την ατομική σύμβαση εργασίας, με την οποία ρητά υπήχθη στις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Υπηρεσίας της εναγομένης.

Το γεγονός και μόνο ότι η ενάγουσα είναι υποχρεωμένη να προσέρχεται στην εργασία της στις 05.15 αντί για τις 07.00 κάθε πρωί, είναι επουσιώδες, ενόψει και των λοιπών συνθηκών εργασίας της, που δεν την παρεμποδίζουν να ανταποκριθεί επαρκώς στις οικογενειακές της υποχρεώσεις. Με τα ως άνω δεδομένα η επίδικη μεταβολή δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., ούτε συνιστά υποβάθμιση της ενάγουσας, ως εργαζόμενης.

Κατ'ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της με την οποία αυτή επικαλούμενη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, ζητούσε, να υποχρεωθεί η τελευταία να την απασχολεί στην προ της βλαπτικής μεταβολής θέση της.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990, 361, 648 επ., 680 του Α.Κ. και 7 του ν. 2112/1920. Συγκεκριμένα, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, με την από 27-3-1995 έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας ανέλαβε καθήκοντα βοηθού λογιστή στην αναιρεσίβλητη, τα οποία από το έτος 1988 μέχρι της ημερομηνίας καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως ασκούσε κατ' ανάθεση, υπαχθείσα έκτοτε στο Προσωπικό Διοικήσεως και Διαχειρίσεως, ο όρος της ατομικής ως άνω συμβάσεως, ως προς το κρίσιμο στη συγκεκριμένη περίπτωση ζήτημα της θέσης που συμβατικά ανέλαβε και κατείχε (του βοηθού λογιστή) κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης, δυσμενέστερης ρυθμίσεως και αυτής που προβλέπεται με το ν. 2963/2001.

Η θέση του βοηθού λογιστή που κατείχε η αναιρεσείουσα, με την ατομική σύμβαση εργασίας ήταν, κατά τον τότε ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ [ π.δ. 229/1994 ο οποίος καταργήθηκε με το π.δ. 246/2006 (νέο Κανονισμό)] βαθμολογικά ανώτερη της θέσης του εκδότη εισιτηρίων και για την προαγωγή υπαλλήλου σ' αυτή απαιτείτο πενταετής υπηρεσία ως εκδότης εισιτηρίων και πτυχίο Ανωτάτης Σχολής ή επταετής ως άνω υπηρεσία και πτυχίο Ανωτέρας Σχολής (άρθρο 6 του π.δ. 229/1994).

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001, ο οποίος δεν περιέχει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, τα προσόντα πρόσληψης, η υπηρεσιακή κατάσταση, ο χρόνος εργασίας και ανάπαυσης κ.λ.π., καθορίζονται από τον Κανονισμό Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ., που εκδίδεται με προεδρικό διάταγμα, μέχρι δε την έκδοση του ως άνω π.δ/τος "...εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, δηλαδή τα προεδρικά διατάγματα 229/1994 και 54/1998".

Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται όρος της ατομικής ως άνω συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, που να επιτρέπει στην αναιρεσίβλητη την τοποθέτηση της πρώτης σε θέση βαθμολογικά κατώτερη της κατεχόμενης, ούτε υπάρχει σχετικός όρος στον τότε ισχύοντα Κανονισμό Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Έτσι, η σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 περ.

ιε' του ν. 2963/2001 "μεταβολή" της θέσης της αναιρεσείουσας από βοηθός λογιστή σε εκδότριας εισιτηρίων, είναι αντίθετη με όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας της, η τελευταία των οποίων κατισχύει της πρώτης, και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας που βλάπτει ηθικά την αναιρεσείουσα και της παρέχει το δικαίωμα να εμμείνει στους αρχικούς όρους της συμβάσεως εργασίας, αξιώνοντας την τήρηση τους.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε και από τον αρ. 8 και 19 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα, κατά το πρώτο μέρος, είναι βάσιμοι και πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 234/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ