Supreme Court dismisses appeal claiming trial court misread autopsy report and accident diagram.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Thessaloniki's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued the lower court misinterpreted an autopsy report and accident diagram to assign sole liability to one party. The court held that the trial court correctly evaluated all evidence, including the disputed documents, to form its own conclusion rather than simply reading the text.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 § 20 KPolD; Art. 176, 183 KPolD: The appellate court must not substitute its own evaluation of evidence for that of the trial court; a claim that the lower court misread a document is inadmissible if the final decision resulted from a holistic assessment of all evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 980 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 980/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ'ων η κλήση: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις και 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2002 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28/5/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1936/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 9/8/2006 αίτησή τους και τους από 23/7/ 2007 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1935/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 7/5/2008 κλήση τους.
Εκδόθηκε η 813/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εκ νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 22/6/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 25/9/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Σερρών, ... η πρώτη και τρίτη και ... η δεύτερη, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και του από 23-7-2007 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης με πράξη κατάθεσης, όπως και της από 22-6-2009 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 §2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (αρθ. 576 §2 Κ.Πολ.Δ.).
Ι. Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν μπορεί να απευθύνεται και κατά εκείνου, ο οποίος στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν απλός ομόδικος του αναιρεσείοντος, όπως είναι, επί τροχαίου ατυχήματος, η ευθυνόμενη με αυτόν εις ολόκληρον ασφαλιστική εταιρεία, η οποία καλύπτει τους κινδύνους από τη λειτουργία του αυτοκινήτου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕ ΖΗΜΙΩΝ", η οποία υπήρξε ομόδικος των αναιρεσειόντων στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (αρθρ. 577 παρ.2 ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.ΓΠΝ/1911, 297, 340, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση τής ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απόλυτης ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθορισμένες για την κατηγορία του οχήματος του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας, όπου υφίστανται τέτοιες.
Αν δεν έχει ορισθεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι' αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ.6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς που έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος.
Με το άρθρο 17 παρ.3 δ του πιο πάνω Κώδικα ορίζεται ότι απαγορεύεται το προσπέρασμα προ ή επί μη κυκλικού ισόπεδου οδικού Κόμβου, "εκτός αν : αα).... Δδ) το όχημα το οποίο προσπερνάται είναι ποδήλατο, μοτοποδήλατο, ή μοτοσυκλέτα χωρίς καλάθι". Τέλος, με το άρθρο 19 παρ.7 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητα του ή διακόψει την πορεία του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 76/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι για το αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στις 11-9-2001 και είχε ως συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του πρώτου αναιρεσείοντος, συνυπαίτιος είναι ο ίδιος κατά ποσοστό 30% ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό ευθύνεται ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ακολούθως, εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη την αντίθετη αγωγή των αναιρεσειόντων, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου απ' αυτούς για το ατύχημα, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το Εφετείο, ανελέγκτως, ότι έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Την 11.9.2001 και περί ώρα 02.00' ο Ζ οδηγώντας την ...
δίκυκλη μοτοσυκλέττα, ιδιοκτησίας του πατέρα του Χ1 (αμφότεροι ενάγοντες της με αριθμ. καταθ. 1956/2002 αγωγής τους και δύο πρώτοι εναγόμενοι της με αριθμ. κατάθ. 2941/2002 αγωγής του Ψ1, ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι) που ήταν ασφαλισμένη για την τυχόν πρόκληση ζημιών σε τρίτους στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" (τρίτη εναγομένη της άνω 2941/2002 αγωγής και ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη) εκινείτο στη δημοτική οδό της πόλης των ...
Εθνικής Αντίστασης με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, πλησίαζε δε στο σημείο που η εν λόγω οδός διασταυρώνεται με την οδό .... Η πρώτη των ανωτέρω οδών στο προαναφερόμενο ύψος και συγκεκριμένα στον οικοδομικό αριθμό 25 είναι ευθεία σε μήκος άνω των 500 μέτρων, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,20 μέτρων, πεζοδρομίου δύο (2) μέτρων εκατέρωθεν και με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή που διακόπτεται στο ύψος της
διασταυρώσεως, χωρίζεται σε δύο αντίθετης κατεύθυνσης ρεύματα κυκλοφορίας καθένα από τα οποία διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Κατά τον ανωτέρω χρόνο και τόπο ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση της οδού ήταν καλή με ξηρό οδόστρωμα και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική.
Ο παραπάνω οδηγός εκινείτο με ταχύτητα περί τα 30-40 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ παράλληλα με αυτόν και δίπλα του από δεξιά σε απόσταση ενάμισυ μέτρου εκινείτο το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο φίλος του και πρώτος μάρτυρας απόδειξης, Φ, απείχε δε η μοτοσυκλέττα του Χ1 περί το ένα μέτρο από τη διαχωριστική των δύο ρευμάτων πορείας διπλή συνεχόμενη γραμμή.
Κατά τον ίδιο χρόνο όπισθεν των δύο ως άνω δικύκλων οχημάτων στο άκρο όμως αριστερό του ρεύματος πορείας, εκινείτο ο Ψ1 οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη για την τυχόν πρόκληση κατά την κυκλοφορία της ζημιών σε τρίτους, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" (αμφότεροι εναγόμενοι της με αριθμό κατάθεσης 1596/2002 αγωγής των Χ1 και Ζ και ακόμη ο πρώτος τούτων ενάγων της με αριθμ.
κατάθεσης 2941/2002 αγωγής του, ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι). Τη στιγμή που τα παραπάνω οχήματα πλησίασαν στο ύψος της συμβολής των παραπάνω οδών ο Ζ εντελώς αιφνίδια και ανέλεγκτα κινήθηκε προς τα αριστερά αποκλείοντας την πορεία του όπισθεν αυτού σε παράλληλη σχεδόν με αυτό θέση κινουμένου οχήματος του Ψ1, ο οδηγός του οποίου λόγω της ελάχιστης μεταξύ τους απόστασης (3-4 μέτρα) δεν μπόρεσε να προβεί σε κάποια αποφευκτική ενέργεια και έτσι προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μηχανής του στο οπίσθιο τοιούτο της μοτοσυκλέττας που οδηγούσε ο Ζ, όπως ο ίδιος παραδέχεται στην από 11.10.2001 έκθεση ένορκης εξέτασής του, εκτινάσσοντας τον τελευταίο με τη μηχανή του σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων διαγωνίως στο άκρο αριστερό του αντιθέτου ρεύματος πορείας τους.
Όπως προέκυψε από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού η αιφνίδια προς τα αριστερά κίνηση της οδηγούμενης από τον Ζ δίκυκλης μοτοσυκλέττας, οφείλεται στο γεγονός ότι, όντας αυτός αφοσιωμένος στη συζήτηση που είχε με τον παραλλήλως αυτού κινούμενο φίλο του Φ, αιφνιδιάστηκε όταν τον φώναξε από το πεζοδρόμιο του αντιθέτου ρεύματος πορείας ο επίσης φίλος και συμφοιτητής του πεζός Σ (βλ.
από 14.1.2002, ένορκη προανακριτική κατάθεση Σ και ένορκη κατάθεση Φ στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου).
Με βάση τα άνω αποδειχθέντα είναι προφανές ότι το ένδικο ατύχημα με τις εντεύθεν συνέπειες του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέττας Ζ, η οποία συνίσταται στο ότι ο τελευταίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και δεν επέδειξε στην προκειμένη περίπτωση την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση, την οποία κάθε μέτριος συνετός οδηγός οφείλει και μπορεί να επιδείξει με βάση τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και λογική.
Ειδικότερα, αυτός κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1, 40 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΟΚ δεν οδηγούσε το όχημα του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά αντίθετα εκινείτο παράλληλα με τη μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο πρώτος μάρτυρας αποδείξεως κουβεντιάζοντας με τον τελευταίο, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, με αποτέλεσμα εξ αιτίας της αμελούς αυτού οδηγητικής συμπεριφοράς, αλλά και του αιφνιδιασμού του από το χαιρετισμό του πεζού φίλου του, να κινηθεί εντελώς ανέλεγκτα και απροειδοποίητα προς τα αριστερά, χωρίς να υφίσταται αιτία γι' αυτή του την ενέργεια και να αποκόψει κατ' αυτόν τον τρόπο την πορεία της όπισθεν αυτού πλησίον ακριβώς του άξονα του οδοστρώματος κινούμενης ...
δίκυκλης μοτοσυκλέττας. Συνυπαιτιότητα του οδηγού του τελευταίου οχήματος στη σύγκρουση Ψ1 δεν αποδεικνύεται, καθόσον αυτός κινούμενος κανονικά στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του, καθόσον το λοιπό τμήμα αυτού κατελάμβαναν τα παραπάνω προπορευόμενα αυτού οχήματα, με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, δεν αντιλήφθηκε, ούτε μπορούσε να αντιληφθεί ή κατά συνετή εκτίμηση των περιστάσεων να προβλέψει την παραπάνω κυκλοφοριακή παράβαση του Ζ από τέτοια απόσταση, ώστε να μπορέσει να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος υπήρξαν αμφότεροι οι παραπάνω οδηγοί, κατά ποσοστό 70% ο Ψ1 και 30% ο Ζ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος τόσο της με αριθμό καταθέσεως 157/2003 εφέσεως των ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και Ψ1 κατά των Χ1και Ζ, όσο και της με αριθμό καταθέσεως 209/2003 έφεσης του Ψ1 κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ" (με τον οποίο παραπονούνται κατά το μέρος που η εκκαλουμένη έκανε εν μέρει δεκτή την παραδεκτώς υποβληθείσα σ' αυτό εκ μέρους των εναγομένων της με αριθμ.
καταθέσεως 2941/2002 αγωγής του Ψ1 ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και ακόμη κατά το μέρος που δεν έκανε δεκτή την επίσης παραδεκτώς υποβληθείσα σ' αυτό εκ μέρους των εκκαλούντων και εναγομένων της με αριθμό καταθέσεως 1596/2002 αγωγής των Χ1 και Ζ περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του δευτέρου των εναγόντων ένσταση), απορριπτόμενων των περί του εναντίου συναφών λόγων της με αριθμό καταθέσεως 148/2003 έφεσης των Χ1 και Ζ και της με αριθμό κατάθεσης 160/2003 έφεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΆΕ ΖΗΜΙΩΝ" (με τους οποίους παραπονούνται για την απόρριψη εκ μέρους της εκκαλουμένης της παραδεκτώς υποβληθείσας σ' αυτό εκ μέρους των εκκαλούντων ως εναγομένων της με αριθμό κατάθεσης 2941/2002 αγωγής του Ψ1 ένστασης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του τελευταίου στο ένδικο ατύχημα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.ΓΠΝ/1911, 300, 330 εδ.α' και 914 ΑΚ, αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ.1, 17 παρ.3,6 και 19 παρ.7 του ΚΟΚ, αφού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας σε οδό με δύο ρεύματα κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση δίκυκλη μοτοσυκλέτα και με ταχύτητα μεγαλύτερη από τα κινούμενα ομορρόπως άλλα οχήματα, ήτοι τη μοτοσυκλέτα και το μοτοποδήλατο, που οδηγούσαν, αντίστοιχα, ο πρώτος αναιρεσείων και ο φίλος του Φ, εκινείτο κανονικά στο άκρο του ελεύθερου τμήματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και παράλληλα προς τη μοτοσυκλέτα του ως άνω αναιρεσείοντος.
Ενόψει δε τούτων, δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί απόσταση ασφαλείας από τη μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού δεν εκινείτο πίσω απ' αυτή αλλά παράλληλα, την οποία, κατ' άρθρο 17 παρ.3 δ περ.δδ του ΚΟΚ, επιτρεπτώς μπορούσε να προσπεράσει. Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς την αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, δηλαδή ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η νομική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
III. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11-9-2001 έκθεσης αυτοψίας και του σχετικού σχεδιαγράμματος που την συνοδεύει, τα οποία συντάχθηκαν από τον αρχιφύλακα ...
και αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο πρώτος αναιρεσείων. Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με ανεπίτρεπτη ταχύτητα 80 περίπου χ/ω και, ως εκ τούτου, είναι αποκλειστικά υπαίτιος, αλλιώς συνυπαίτιος του ατυχήματος, αφού, λόγω της σφοδρότητος της σύγκρουσης, τα οχήματα εκτινάχθηκαν σε μεγάλη απόσταση από το σημείο στο οποίο έγινε και, όπως αναφέρεται στα εν λόγω έγγραφα, η μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου βρέθηκε σε απόσταση 35 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, ενώ το μεν σώμα του πρώτου αναιρεσείοντος βρέθηκε σε απόσταση 15 μέτρων η δε μοτοσυκλέτα του σε απόσταση 25 μέτρων από το παραπάνω σημείο.
Όμως, προκύπτει, από τις προαναφερθείσες υπό στοιχείο
ΙΙ παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση, δηλαδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος των διαδίκων Χ1 και Ψ1.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το ως άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, μεταξύ των οποίων είναι η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας και το σχετικό σχεδιάγραμμα, που αποτελούν έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε, χωρίς να εξαρθεί η σημασία των ως άνω εγγράφων σε σχέση με το πόρισμα αυτό.
Έτσι, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων (εκθέσεως αυτοψίας και σχεδιαγράμματος) και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου των εγγράφων αυτών, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το από 23-7-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-8-2006 αίτηση αναίρεσης και το από 23-7-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1936/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ