Legislator Case Law & Legislation
980/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or factual distortions in lower court decision.

Case Number 980/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a land sale dispute. The appellant argued the lower court accepted facts contradicting the original contract, but the court rejected these claims as vague and unsupported. The decision was made because the appellant failed to specify the exact legal provisions violated or the specific factual distortions alleged.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal provisions violated and the specific factual distortions alleged, otherwise it is rejected as vague.

Keywords

AI generated
vague appeal grounds Code of Civil Procedure factual distortion legal provision violation specific allegations required dismissed appeal appellant burden

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Athens Supreme Court 43/1990
Athens Supreme Court 32/1996
Athens Supreme Court 27/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 980 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 980/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυμιωνή.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 2) Ι. Α. του Θ., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Θ. Χ., το γένος Θ. Α., κατοίκου ..., 4) Ι. Β. του Ε., κατοίκου ..., 5) Μ. συζύγου Α. Α., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., 6) Α. χήρας Χ. Β., το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., 7) Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., 8) Μ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 9) Σ. χήρας Γ. Β., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., 10) Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., 11) Φ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 12) Δ. Μ. του Π., 13) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 14) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ... και 15) Ι. συζύγου Ι. Μ., το γένος Π. Μ., κατοίκου.... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Καρακατσάνη πλην των 2ου,6ης 7ου και 8ης που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο 12ος αναιρεσίβλητος (Δ. Μ.) απεβίωσε την 24-1-2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Β. χήρα Δ. Μ. και τα τέκνα του Ε. και Μ. Μ., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1988 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2861/1989 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10873/1990 του Εφετείου Αθηνών, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση να εκδικασθεί εκ νέου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τις 4086/1991 προδικαστική και την 6292/2002 οριστική αποφάσεις. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 9093/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-8-2004 αίτησή της και τους από 8-11-2004 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 19 Ιανουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως της 9093/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α',287,291 και 292 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, προκύπτει ότι στους 2ο, 6η, 7ο και 8η των καθ' ων η κλήση-αναιρεσιβλήτων, Ι. Α., Α. Β., Π. Β. και Μ. Β., αντίστοιχα, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστούν κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 2-2-2005 (βλ.

υπ' αριθ. 2777/29-11-2004 και 2750, 2748 και 2746 της 24-11-2004 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Γ.). Κατά τη δικάσιμο αυτή οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν, βάσει συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ηλία Καρακατσάνη, η δε δίκη διεκόπη μετά την δήλωση του τελευταίου ενώπιον του ακροατηρίου ότι απεβίωσε ο 12ος αναιρεσίβλητος Δ.

Μ.. Κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι τέσσερις αυτοί αναιρεσίβλητοι, με επίσπευση της αναιρεσείουσας κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. υπ' αριθ. 40Β'/13-1-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.

Δ. προς τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους). Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ' αριθ. 40/25-1-2005 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αχαρνών προκύπτει ότι, στις 24-1-2005, ήτοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (25-8-2004), απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Δ. Μ.. Η σύζυγός του Β. και οι θυγατέρες του Ε. και Μ., ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (βλ.

υπ' αριθ. πρωτ. 16055/14-3-2006 πιστοποιητικό Δημάρχου Αχαρνών και υπ' αριθ. 15150/21-3-2006 πιστοποιητικό Πρωτοδικείου Αθηνών), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, την λόγω του θανάτου του συζύγου και πατρός τους βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, ακόμη και για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που αναλυτικά αναφέρονται στους 1ο και 2ο λόγους του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως. Ειδικότερα από τις παραδοχές του Εφετείου ότι " τα επίδικα είναι τμήματα του ευρύτερου αγροκτήματος υπό το όνομα "Βαρυμπόμπη"....συνολικής εκτάσεως 5.130 στρεμμάτων.

Ειδικότερα αυτά είναι 1)...6000 μ2, 2) 2.040 μ2, 3) 2.040 μ2, 4) 4.080 μ2, 5) 4.050 μ2....Το όλο αγρόκτημα...περιήλθε....από αγορά....δυνάμει του....1564/..1861 συμβολαίου...μεταγραφέντος" και ότι " δεν έλαβε χώρα διανομή μεταξύ των κληρονόμων του Ι. Β. των καταλιπομένων σε αυτούς διακεκριμένων τμημάτων εκ του μεριδίου της δικαιοπαρόχου τους Α.

Μ." προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, στα οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στηρίζει την απόδειξη των επικαλούμενων αντίθετων περιστατικών, ήτοι του περιστατικού ότι το ευρύτερο αγρόκτημα "Βαρυμπόμπη" είχε συνολική έκταση 9000 στρεμμάτων ή 7000 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, καθώς και του περιστατικού της διανομής αυτής και του συνεπεία αυτής δικαιώματος της αποκλειστικής κυριότητας του δικαιοπαρόχου πατέρα της Γ.

Β.. Επομένως οι λόγοι αυτοί, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η περιλαμβανόμενη στον 4ο πρόσθετο λόγο αιτίαση από το ίδιο άρθρο (559 αριθ.11περ. γ') και συγκεκριμένα, κατ' ορθή εκτίμησή της, ότι " η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, διότι έκρινε άνευ ουδεμίας βάσιμης αιτιολογίας ως μη νόμιμη την ένορκη βεβαίωση υπ' αρ. 23497/1995 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών" και γι' αυτό δεν έλαβε υπόψη αυτήν, την οποία η εναγομένη προσκόμισε με επίκληση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη αυτή βεβαίωση, με την σύμφωνη με το νόμο αιτιολογία ότι "επί υποθέσεων αρμοδιότητας του πολυμελούς πρωτοδικείου, δικαζομένων κατά το άρθρο 341 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά το άρθρο 12 του Ν.1478/1984, για τις οποίες εκδίδεται προδικαστική απόφαση, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτό νόμιμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη".-

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι

λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από ην εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο, κατά δε τις διατάξεις του ν.7π. (50.17), 13,7 (2.3) ν.5 Εισηγ.(2.14) η εκ διαθήκης επαγωγή κληρονομίας αποκλείει την εξ αδιαθέτου, έστω και αν η πρώτη αναφέρεται σε μέρος της κληρονομίας και κατά τις διατάξεις του ν.2310/1920 " περί της εξ αδιαθέτου διαδοχής", στην εξ αδιαθέτου διαδοχή καλούνται, στην πρώτη τάξη οι κατιόντες του κληρονομουμένου, αδιακρίτως φύλου και βαθμού συγγένειας και στη δεύτερη τάξη οι γονείς του κληρονομουμένου και οι αδελφοί.

Τα ίδια ισχύουν ως προς την εξ αδιαθέτου διαδοχή και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, δηλαδή σύμφωνα με τα άρθρα 1813 και 1814 Α.Κ., στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου, από τους οποίους τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία, ενώ στη δεύτερη τάξη καλούνται οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν απ' αυτόν, από τους οποίους οι γονείς και οι αδελφοί κληρονομούν κατ' ισομοιρία και τα τέκνα και οι έγγονοι κατά ρίζες.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Ι. Β., που απεβίωσε στις 15-6-1923, με την 1805/31-3-1923 δημόσια διαθήκη του κατέλιπε την εκ της κληρονομίας της γιαγιάς του Α. Μ. περιελθούσα σ' αυτόν περιουσία, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και τα τμήματα του μείζονος αγροκτήματος της "Βαρυμπόπης", μέρος του οποίου αποτελούν και τα επίδικα ακίνητα, στα έξι (6) από τα οκτώ (8) τέκνα του, τα οποία κατέστησαν συγκύριοι αυτών κατά το 1/18 εξ αδιαρέτου ο καθένας και κατά το ποσοστό αυτό υπεισήλθαν στην κληρονομηθείσα μερίδα της γιαγιάς τους Α.

Μ.. 'Οσον αφορά το τέκνο του Γ. (πατέρα της εναγομένης) ανέφερε στη διαθήκη ότι σ' αυτόν έχει παραχωρήσει προ χρόνων ανάλογη περιουσία και ειδικότερα 23.000 δραχμές, καθώς και πέντε (5) στρέμματα αγρού στη θέση "Στυμανάρι" του χωρίου Μενιδίου. Επί πλέον όριζε στη διαθήκη ότι σ' αυτόν τον γιό του και στη θυγατέρα του Α.

θα περιέρχονταν μετά το θάνατό του οι αγροί του στη θέση "Κόκκινα χώματα" ή "Καμποζί" του κτήματος της Βαρυμπόπης. Λίγους μήνες μετά το θάνατο του Ι. Β. και συγκεκριμένα στις 6-12-1923 απεβίωσε και ο πατέρας του Γ. Β. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου : α) από το γιό του Α. Β. και β) από τα προαναφερόμενα οκτώ (8) τέκνα του αποβιώσαντος γιού του Ι.

και έτσι το ποσοστό συγκυριότητας του Γ. Β. επί των επιδίκων ανήλθε σε 1/48 ή 3/144 εξ αδιαιρέτου ποσοστά και καθενός από τους άλλους έξι αδελφούς του σε 11/144 εξ αδιαιρέτου ποσοστά, κατά τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτού. Στις 23-4-1939 απεβίωσε ο εκ των αδελφών Α. Β. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα επτά (7) αδέλφια του και τη μητέρα του, οι οποίοι υπεισήλθαν στην καταλειφθείσα κληρονομική μερίδα του.

Μετά τον επελθόντα στις 30-1-1950 θάνατο της μητέρας τους, η οποία δεν άφησε διαθήκη, η κληρονομική μερίδα διαμορφώθηκε σε 88/504 εξ αδιαιρέτου ποσοστά για καθένα από τα πέντε τέκνα της και σε 32/504 εξ αδιαρέτου ποσοστά για τον πατέρα της εναγομένης και έτσι ο τελευταίος έγινε συγκύριος των επίδικων ακινήτων κατά τα εξ αδιαιρέτου αυτά ποσοστά, τα οποία και μεταβίβασε εγκύρως στην εναγομένη, ενώ των υπολοίπων εξ αδιαιρέτου ποσοστών έγιναν συγκύριοι οι ενάγοντες.

Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της ένδικης αγωγής αναγνωρίσεως της συγκυριότητας των εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων, κατά τα εξ αδιαιρέτου αυτά ποσοστά, το Εφετείο δεν παραβίασε την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 1813 ΑΚ. Επομένως ο 3ος λόγος του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 1813 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση των περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου αυτού, που παραβίαστηκαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγο αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο:

α)το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) εκείνο που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου και το οποίο είναι διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο και γ) το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο ως άνω έγγραφο για τη συνδρομή ή μη των κρισίμων πραγματικών περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον 4ο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως, που παρά την αναφορά του και στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται στον αριθμό 20 του άρθρου αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι προσβαλλόμενη απόφαση "δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διάφορα των από το υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Σ.

Ο. ήτοι δέχθηκε ότι ο πατέρας μου μεταβίβασε στον Ν. Π. 19.456 τ.μ., ενώ πρόκειται περί 1.945 τ.μ. μόνο. Δηλαδή 17 ολόκληρα στρέμματα περισσότερα εκείνα που πραγματικά επώλησε με το προαναφερθέν συμβόλαιο". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ούτε εκείνο που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού, ούτε τέλος το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο ως άνω έγγραφο το Εφετείο, για τη συνδρομή ή μη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.

Επίσης ως αόριστοι πρέπει να απορριφθούν όλοι οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος του στην οποία αναφέρεται "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έσφαλε κατ' άρθρ. 559 αριθ..1, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17, χωρίς να προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους επικαλούμενους θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα οι 1ος, 2ος και 3ος πρόσθετοι λόγοι κατά τα μέρη τους με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της μη κηρύξεως απαράδεκτου της αγωγής, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής (1ος) και παραγραφής της αξιώσεως (2ος), καθώς και της μη αναγνωρίσεως της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως για τρεις ενάγοντες (3ος), πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτούς ότι η εκκαλούσα -αναιρεσείουσα πρότεινε στο Εφετείο τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς και μάλιστα με λόγο εφέσεως ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990).

Οι 3ος, 4ος, 5ος 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος 11ος ,12ος, 13ος, και 15ος πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάστηκαν. Τέλος κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν επίσης ως αόριστοι, διότι δεν καθορίζονται σ' αυτούς σε τι συνίστανται η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών, ούτε αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (Ολ ΑΠ 32/1996 και 27/1998).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της 9093/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ