Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim where facts were clear and statute applied correctly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on adverse possession. The court found that the appellees had clearly occupied a specific 50-square-meter plot since 1986, evidenced by their continued farming and a prior rejected lawsuit. Consequently, the court ruled that the legal requirements for acquisitive prescription were met and the lower court correctly applied the relevant regulations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 560(1) of the Code of Civil Procedure; The court may not reject an appeal on substantive law grounds if the lower court's decision is based on clear facts and correct application of the law regarding acquisitive prescription.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 97 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 97/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Γεωργίου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. χας Φ. ή Φ. Ο., το γένος Η. Τ., 2. Ζ. συζ. Ν. Δ., το γένος Ι. Ο. και 3. Π. συζ. Χ. Κ., το γένος Ι. Ο., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-9-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία) Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της "οι πράξεις νομής των εναγουσών με καλή πίστη και διανοία δικαιούχων επί του επίδικου εδαφικού τμήματος, από τις οποίες να προκύπτει η θέλησή τους να το έχουν δικό τους, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου".
Ο ερευνώμενος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και, έτσι, δεν επιτρέπεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το δεύτερο μέρος της διατάξεως του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλη αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλη αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, εκδικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 593/2001 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, εσφαλμένως δεν δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην για εκδίκαση της υποθέσεως και εξαιτίας τούτου κατέστησε την απόφασή του αυτή αναιρετέα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε σχέση με την καθ' ύλην αρμοδιότητά του. Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947), κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά 15ετία από την εγγραφή που έγινε.
Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1, 2 του αυτού Κανονισμού, προκύπτει, ότι καθιερώνεται η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή συνεχή νομή, η οποία κατά τα λοιπά, πέραν του απαιτούμενου χρόνου νομής, στοιχεία, δηλαδή ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή από 30-12-1947 στην Δωδεκάνησο της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947), διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 974, 976-979, 1045), δεδομένου ότι η παραπομπή με το άρθρο 63 στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια, νοείται δηλαδή ότι γίνεται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 παρ. 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού η 15ετής παραγραφή, στην οποία αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου αυτού και για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, δεν επιτρέπεται, οσάκις, έχει ως συνέπεια την τροποποίηση των συνόρων των καταγεγραμμένων ακινήτων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής α) η μεταβολή, που έχει ως συνέπεια το μη επιτρεπτό (απαράδεκτο) της κτητικής παραγραφής, πρέπει να συνεπάγεται αναγκαίως τη μεταβολή της διαγραφόμενης στον κτηματολογικό χάρτη μεθοριακής γραμμής και για τα δύο όμορα ακίνητα και β) με τη διάταξη αυτή σκοπείται η αποτροπή της, δια της μεθόδου της χρησικτησίας, λαθραίας μεταβολής των αποτυπωθέντων στον οικείο κτηματολογικό χάρτη συνόρων ομόρων ακινήτων με τις βαθμηδόν και κατ' ολίγον μετατοπίσεις αυτών σε βάρος του ιδιοκτήτη ενός από αυτά, καθόσον τέτοια ενέργεια συνεπάγεται ρευστότητα καταστάσεως δυσδιάκριτη ως εκ της συνεχόμενης γύρω από το όριο νομής.
Δηλαδή, είναι επιτρεπτή η προβολή της 15ετούς κτητικής παραγραφής, όταν μ' αυτή δεν σκοπείται μεταβολή της αναγνωρισμένης μεθοριακής γραμμής, αλλά η νομιμοποίηση της κατοχής του γείτονα συνεπεία χρησικτησίας ενός συγκεκριμένου και σαφώς καθορισμένου τμήματος του γειτονικού ακινήτου. Έτσι, είναι επιτρεπτή η αναγνώριση της κτητικής αυτής παραγραφής, εφόσον αυτή αφορά σε συγκεκριμένο και σαφώς καθοριζόμενο εδαφικό τμήμα γειτονικής μερίδας και όχι σε χρησικτησία λωρίδας περί τα όρια ομόρων ακινήτων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απαγορευμένη τροποποίηση αυτών (ΑΠ 1645/1990), όταν δηλαδή η χρησικτησία αφορά τμήμα ακινήτου τόσης εκτάσεως, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να υπερβαίνει την απλή περί τα όρια διαφορά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας, αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, σχετικά με την ένδικη αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί στο πρόσωπό τους ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας κατά τα αναφερόμενα ποσοστά στο περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 1984 ο Φ.
ή Φ. Ο. του Ι., σύζυγος της πρώτης και αδελφός της τρίτης και τέταρτης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, απέκτησε με αγορά στην περιοχή ... τρία γειτονικά ακίνητα, δυνάμει των .../10-5-1984, .../4-3-1984 και .../16-2-1984 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Απριλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Ο.. Στη συνέχεια το αργότερο από τις αρχές του έτους 1985 ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Φ. ή Φ. Ο. κατέλαβε διάφορα τμήματα από γειτονικά τμήματα των άνω αγορασθέντων ακινήτων του και άρχισε να ανεγείρει οικοδομή με βάση την .../1985 οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε από το τμήμα Πολεοδομίας Νομαρχίας Δωδεκανήσου, τόσο επί των τμημάτων που είχε αγοράσει όσο και επί των τμημάτων που είχε καταλάβει.
Την οικοδομή αυτή σταμάτησε στη φάση των μπετόν του ισόγειου ορόφου, εξαιτίας του θανάτου του το έτος 1986. Μεταξύ των τμημάτων ακινήτων, που αυτός κατέλαβε, και το οποίο νεμόταν από το χρόνο της κατάληψης, είναι και το τμήμα Γ της μερίδας γαιών Ρόδου 589ΑΑΒ, εκτάσεως 50 τ.μ., το οποίο εμφανίζεται στα κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Μ.
Π., από αγορά με το .../29-8-1973 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Αντώνιου Κωστόπουλου. Μετά το θάνατο του Φ. Ο. οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες συνέχισαν τη νομή του δικαιοπαρόχου του, ως κληρονόμοι αυτού, επί του καταληφθέντος τμήματος του επίδικου ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 1-8-2000.
Περαιτέρω, η ύπαρξη της νομής αποδεικνύεται όχι μόνο λόγω της κατάληψης του επίδικου τμήματος από την οικοδομή και τη μη εναντίωση του αναιρεσείοντος σ' αυτή, αλλά και από τη κατάθεση της μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, ενώ η με αριθμό κατάθεσης 1536/1987 διεκδικητική αγωγή του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, η οποία στράφηκε μεταξύ άλλων και κατά των αναιρεσιβλήτων και αφορούσε μέρος του επίδικου τμήματος, απορρίφθηκε με την 594/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου ως αόριστη, κατέστη δε τελεσίδικη με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για άσκηση των τακτικών ένδικων μέσων εναντίον της και έτσι δεν έχει διακοπεί η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων.
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, χωρούσε κτητική παραγραφή, διότι η διαφορά αφορά διεκδίκηση τμήματος ακινήτου λόγω κατάληψης αυτού από οικοδομή και όχι αμφισβήτηση για το μέχρι που φτάνουν τα όρια και έτσι δεν επιδιώκεται μεταβολή της αναγνωρισμένης μεθοριακής γραμμής, αλλά η νομιμοποίηση της κατοχής του γείτονα, συνεπεία χρησικτησίας που έλαβε χώρα επί ενός συγκεκριμένου και σαφώς καθορισμένου τμήματος του γειτονικού ακινήτου.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι στο πρόσωπο των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας επί του επίδικου τμήματος ακινήτου και αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου-αναιρεσείοντος, ότι δεν χωρούσε κτητική παραγραφή, διότι η διαφορά αφορά τα όρια μεταξύ των ακινήτων, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2006 αίτηση του Μ. Π. για αναίρεση της 113/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ