Legislator Case Law & Legislation
97/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on adverse possession of public land.

Case Number 97/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a Patras Court of Appeal decision confirming adverse possession of public land. The State argued the lower court erred by accepting the land as forest territory rather than pastureland and failed to properly justify the timeline of possession. The court ruled that these arguments were irrelevant because the legal requirements for adverse possession were met regardless of the land's specific classification or the precise start date of possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal based on alleged procedural errors regarding the classification of land or the specific timeline of possession is inadmissible if the substantive requirements for adverse possession are clearly satisfied under the law.

Keywords

AI generated
adverse possession Greek public land procedural error forest territory pastureland classification Code of Civil Procedure appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 97 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 97/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1)Κοινότητας Ριγανίου Ναυπακτίας Ν. Αιτωλοακαρνανίας, που εδρεύει στο Ριγάνι Αιτωλοακαρνανίας και όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 2).... , που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-1994 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 17-12-1994 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 530/1997 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-8-1998 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 2532/9-3-2006 και 19322/9-3-2006 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και του δικαστικού εππιμελητή του Πρωτοδικείου Μεσολογγίου .... , αντίστοιχα, με επιμέλεια του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα με εντολή του πληρεξούσιού του δικηγόρου Δημητρίου Κωνσταντοπούλου, στον οποίο είχε παρασχεθεί σχετική πληρεξουσιότητα, με το 10322/9-3-2006 πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Νεκταρίας Κουτσοσπύου, που επίσης προσκομίζεται, στο αναιρεσείον και στον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν.

Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, στη σειρά της στην πιο πάνω δικάσιμο, εμφανίσθηκε μόνο το αναιρεσείον, αλλά δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ.(44.3), 76 παρ. 1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη και συνεπώς και από το νομικό πρόσωπο της κοινότητας, σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ολΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από τις 11-9-1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δε θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής. (ΑΠ 303/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματα δε , κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελούν και τα γεγονότα τα οποία συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής και τα οποία συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της.

Ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη, παρότι δεν προτάθηκε, είναι ουσιώδης, ασκεί δηλαδή επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δε θεωρείται ουσιώδης και συνεπώς η λήψη του υπόψη δε στοιχειοθετεί τον αναιρετικό αυτό λόγο, και ο αλυσιτελής ισχυρισμός, εκείνος, δηλαδή, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας. Η έννοια δε των ζητημάτων, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, συμπίπτει με την έννοια των πραγμάτων που διαλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ και συνεπώς ζητήματα συνιστούν και τα γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Παρέπεται, λοιπόν, ότι και ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτή το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι δασική έκταση, εμβαδού 7.000 τ.μέτρων, που καλύπτεται από πουρνάρια με διάσπαρτα άτομα δενδρώδους μορφής, το νεμόταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα επιτηρώντας το και παραχωρώντας το στους δημότες της προς βόσκηση των ποιμνίων τους και εγκατάσταση σταύλων και ποιμνιοστασίων σ' αυτό, η εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Κοινότητα, επί σειρά ετών, πολύ πέραν της τριακονταετίας πριν από το έτος 1912 και πάντως για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την τριακονταετία έως τις 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως ότι η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) Κοινότητα έγινε κυρία του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συμπληρωθεί πριν από την 11-9-1915, πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος του ν. ΔΞΗ/1912, έκρινε δε βάσιμη την αγωγή, με την οποία αυτή, επικαλούμενη ότι το επίδικο ήταν χορτολιβαδική έκταση και ότι απέκτησε την κυριότητά της με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί πριν από τον ανωτέρω χρόνο, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ενόψει και της αμφισβήτησης του δικαιώματός της αυτού από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο, κυρία του ακινήτου αυτού.

Επίσης έκρινε βάσιμη και την πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και ακολούθως απέρριψε τις εφέσεις που το αναιρεσείον είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές οι εν λόγω αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την πρώτη αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, η οποία είχε συντελεσθεί πριν από την 11-9-1915.

Ανεπάρκεια στην αιτιολογία δεν υπάρχει από τον μη επακριβή καθορισμό του χρόνου της έναρξης της νομής της πρώτης αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, αφού με την παραδοχή ότι επί χρόνο μεγαλύτερο από μία τριακονταετία έως το 1912 και πάντως έως την 11-9-1915, νεμόταν συνεχώς με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου το επίδικο αυτή, εκτίθενται σαφώς και με επάρκεια τα στοιχεία που απαιτούνται για την απόκτηση κυριότητας στο επίδικο και δεν καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων του προϊσχύσαντος δικαίου, στις οποίες στηρίχθηκε το Εφετείο για να κρίνει βάσιμη την αγωγή, δεν ήταν δε αναγκαίος και ο επακριβής προσδιορισμός του χρόνου έναρξης της νομής της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Επίσης αντίφαση προς την παραδοχή ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση, καλυπτόμενη από πουρνάρια, δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ασκούσε νομή σε αυτήν με την παραχώρηση στους δημότες της προς βόσκηση των ποιμνίων τους και την εγκατάσταση σταύλων και ποιμνιοστασίων σε αυτήν , αφού οι διακατοχικές αυτές πράξεις πριν από την 11-9-1915 μπορούσαν να οδηγήσουν σε χρησικτησία και από τη φύση τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αδύνατο να ασκηθούν σε δασική έκταση, η δε με τους μεταγενέστερους δασικούς νόμους απαγόρευση να θεωρηθούν αυτές ως πράξεις άσκησης νομής δεν επηρεάζει το δικαίωμα που είχε προηγουμένως αποκτηθεί σε τέτοια έκταση.

Τέλος, ούτε η παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση, ενώ στην αγωγή της η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε ισχυρισθεί ότι αυτό αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, προσδίδει ασάφεια ή αντιφατικότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλ' ούτε και αποτελεί λήψη υπόψη πράγματος που δεν προτάθηκε, αφού η απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί πριν από τις 11-9-1915, ακόμη και σε ακίνητο του δημοσίου, δεν επηρεάζεται από το είδος του ακινήτου και συνεπώς είναι χωρίς σημασία και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, εάν αυτό αποτελεί δασική έκταση ή χορτολιβαδική έκταση, στο ίδιο δε διατακτικό θα κατέληγε το Εφετείο και εάν δε δεχόταν ότι το επίδικο είναι δασική έκταση, αλλά δεχόταν ότι αυτό είναι χορτολιβαδική έκταση.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, ως προς την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α΄ του ΚΠολΔ. πλημμέλεια, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, με το να δεχτεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση, ενώ στην αγωγή αυτό χαρακτηριζόταν ως χορτολιβαδική έκταση και αβάσιμος, ως προς την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, που, κατά το αναιρεσείον, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει των προεκτιθεμένων παραδοχών.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-1998 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 530/1997 απόφασης του Εφετείου Πατρών.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ