Supreme Court dismisses appeal against bank investment loss judgment due to sufficient factual reasoning in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two female clients against a lower court ruling that held a bank liable for investment losses. The clients argued the bank failed to disclose risks, but the court found the trial court provided adequate reasoning regarding the clients' expertise and the bank's disclosure efforts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 495(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal if the lower court's decision contains sufficient and coherent factual reasoning to support the application of substantive law, even if the reasoning differs from the appellant's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 979 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 979/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Α. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 2. Α. Π. συζ. Κ. Γ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CITYBANK INTERNATIONAL PLC" που εδρεύει στο ... και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6136/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-6-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για αν κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : "Οι ενάγουσες υπήρξαν πελάτισσες από πολλά έτη της εναγομένης Τράπεζας, διατηρώντας σ' αυτήν καταθετικούς λογαριασμούς. Τον Ιούλιο του έτους 2007, η πρώτη ενάγουσα, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, απόφοιτος σχολής μάρκετινγκ του εξωτερικού και τραπεζική υπάλληλος στην Τράπεζα Πειραιώς, ενημερώθηκε από την επενδυτική σύμβουλο της εναγομένης, Α.
Σ., η οποία ήταν υπεύθυνη για την εξυπηρέτηση πελατών του τμήματος προώθησης χρηματοπιστωτικών προϊόντων του υποκαταστήματος Πειραιά της εναγομένης Τράπεζας, που βρίσκεται στην οδό ..., για τη δυνατότητα επένδυσης των χρημάτων της σε τίτλους εξωτερικού και συγκεκριμένα σε τίτλους της εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.".
Η εταιρία αυτή είχε συσταθεί στην Ολλανδία και λειτουργούσε κατά κύριο λόγο ως χρηματοδοτική εταιρία, υποστηρίζοντας τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης διαφόρων, κυρίως Ευρωπαϊκών, θυγατρικών εταιριών της Αμερικανικής τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Lehman Brothers Holding Inc". Η τελευταία δε εταιρία, με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ήταν η μητρική εταιρία του Ομίλου "Lehman Brothers" και είχε ως κύριες δραστηριότητες, την επενδυτική τραπεζική, τις κεφαλαιαγορές και τη διαχείριση επενδύσεων.
Στη σχετική συνάντηση της πρώτης ενάγουσας με την άνω επενδυτική σύμβουλο της εναγομένης Τράπεζας, στα γραφεία της (εναγομένης) στον Πειραιά, στις 27-7-2007, λήφθηκε από την προαναφερθείσα επενδυτική σύμβουλο της τελευταίας το επενδυτικό προφίλ κινδύνου της πρώτης, με τη χορήγηση ειδικού ερωτηματολόγιου, που συμπλήρωσε η πρώτη ενάγουσα, παρέχοντας πληροφορίες αναφορικά με την επενδυτική γνώση και εμπειρία της, την κατανομή του χαρτοφυλακίου της και τους επενδυτικούς στόχους της.
Συγκεκριμένα, στο σχετικό ερωτηματολόγιο που χορηγήθηκε στην πρώτη ενάγουσα, η τελευταία απάντησε, ότι είναι γενικά επιφυλακτική ως προς την ανάληψη κινδύνου, χαρακτήρισε τη στάση της σε επενδύσεις μέσα από τις οποίες έχασε χρήματα στο παρελθόν ως πιο επιφυλακτική έναντι των επενδύσεων σε προϊόντα με παρόμοια επίπεδα κινδύνου και την εμπειρία της ως προς τις επενδύσεις "εκτενή", δηλώνοντας ότι στο παρελθόν έχει επενδύσει σε ευρύ φάσμα επενδυτικών προϊόντων με ποικίλα αποτελέσματα θετικά ή αρνητικά και επιπλέον απάντησε, ότι η συνολική τρέχουσα αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων του ενεργητικού της ήταν μεταξύ 50.000 και 100.000 ευρώ, ότι το ποσοστό των συνολικών περιουσιακών στοιχείων που αντιπροσώπευαν τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά της στοιχεία ήταν λιγότερο από 50% και ότι το ποσό των χρημάτων που μπορούσε να αποταμιεύει κάθε μήνα, ήταν μεταξύ 500 ευρώ και 1.000 ευρώ.
Με βάση τις πιο πάνω απαντήσεις και δηλώσεις της πρώτης ενάγουσας το επενδυτικό προφίλ της, χαρακτηρίστηκε ως προφίλ "ισορροπημένου" επενδυτή, δηλαδή επενδυτή, ο οποίος επιθυμεί την ανάπτυξη του κεφαλαίου του μακροπρόθεσμα, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να δεχθεί σημαντικές απώλειες στην αξία του χαρτοφυλακίου του μεσοπρόθεσμα.
Περαιτέρω, την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε εξέλιξη η διάθεση μιας σειράς ομoλόγων της άνω εταιρίας με την επωνυμία "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.", υπό την ονομασία ~BASKET OF WATER STOCKS", των οποίων η εναγομένη Τράπεζα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος διάθεσης. Εκδότης τους ήταν η αμέσως παραπάνω Ολλανδική εταιρία με την επωνυμία "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.", ενώ εγγυητής αυτών ήταν η προαναφερθείσα εταιρία με την επωνυμία "Lehman Brothers Holding Inc", μητρική εταιρία του Ομίλου "Lehman Brothers", η πιστοληπτική αξιολόγηση και διαβάθμιση της οποίας κατά τον πιο πάνω χρόνο ήταν Α+ από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poors και ΑΙ από τον οίκο Moody's. Τα άνω επενδυτικά προϊόντα αποτελούσαν ομόλογα που εκδίδονταν από την εκδότρια εταιρία στα πλαίσια προγράμματος μεσοπρόθεσμου ομολογιακού δανείου και διατίθενταν με δημόσια προσφορά, κατά τη χρονική περίοδο από 2-7-2007 μέχρι 30-7-2007.
Στο σχετικό περιληπτικό σημείωμα, που συντάχθηκε από την εκδότρια των τίτλων, με σκοπό την παροχή πληροφοριών για τους τίτλους αυτούς, οι εν λόγω τίτλοι, ονομάζονται ως "τίτλοι προστατευμένου κεφαλαίου ", που είχαν προστασία κεφαλαίου Ι00% στη λήξη της επένδυσης και απόδοση εξαρτώμενη από την πορεία ενός συνδεδεμένου αντικειμένου που εν προκειμένω, ήταν ένα καλάθι έξι επιλεγμένων μετοχών εταιριών των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, της βιομηχανίας του νερού, ισομερώς σταθμισμένες.
Εξαιτίας των πιο πάνω χαρακτηριστικών, και κυρίως του γεγονότος της προστασίας του κεφαλαίου στη λήξη της επένδυσης, ο βαθμός κινδύνου που αποδιδόταν σε αυτούς ήταν χαμηλός, με το βαθμό 2, σε κλίμακα από 1 έως 6. Η επένδυση στα προϊόντα αυτά θεωρήθηκε από την άνω επενδυτική σύμβουλο της εναγομένης, ως κατάλληλη και συμβατή με το άνω προφίλ της πρώτης ενάγουσας, αιτία για την οποία προτάθηκε σ' αυτή η επένδυση στο άνω προϊόν, συγχρόνως δε παραδόθηκε στην ίδια, αντίγραφο σχετικού ενημερωτικού εγγράφου με τα χαρακτηριστικά των άνω προϊόντων, όπως η πρώτη ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της.
Ακολούθως, η πρώτη ενάγουσα, αφού ενημερώθηκε και προφορικά από την άνω επενδυτική σύμβουλο της εναγομένης για τα πιο πάνω επενδυτικά προϊόντα, στις 27-7-2007, παρείχε εντολή στην εναγομένη, να προβεί στην αγορά 34 τίτλων, ονομαστικής αξίας καθενός 2.000 ευρώ, συνολικού ποσού 68.000 δολαρίων ΗΠΑ, με τριετή διάρκεια, από 16-8-2007 μέχρι 16-8-2010, του άνω επενδυτικού προϊόντος, υπό την ονομασία "BASKET ΟΡ WATER STOCKS", έκδοσης της "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.", θυγατρικής εταιρίας της αμερικάνικης πολυεθνικής Τράπεζας με την επωνυμία, "Lehman Brothers Holding INC", καταβάλλοντας το ποσό της επένδυσης και επιπλέον ως προμήθεια για τη διαμεσολάβηση της εναγομένης, το ποσό των 1.700 δολαρίων ΗΠΑ.
Στην επένδυση δε αυτή τέθηκε συνδικαιούχος η δεύτερη ενάγουσα. Το άνω ποσό της επένδυσης, ύψους 68.000 δολαρίων ΗΠΑ, προήλθε από πρόωρη ρευστοποίηση αντίστοιχων επενδυτικών προϊόντων, έκδοσης της Deutsche Bank, που είχαν αποκτήσει οι ενάγουσες, ομοίως με τη διαμεσολάβηση της εναγομένης, μετά από αίτηση προς την τελευταία, την ίδια ως άνω ημέρα.
Για την άνω αγορά, η πρώτη ενάγουσα υπέγραψε την από 27-7-2007 αίτηση αγοράς τίτλων εξωτερικού ("BASKET OF WΑTER STOCKS USD"), στην οποία αναφέρονται όλα τα στοιχεία της επένδυσης και συγκεκριμένα, ο εκδότης, ο εγγυητής, οι τίτλοι, το ποσό της επένδυσης και η προμήθεια, η διάρκεια της επένδυσης, η προστασία του ποσού της επένδυσης 100% στη λήξη από την εκδότρια, καθώς και οι όροι που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων και της εκδότριας των τίτλων.
Ειδικότερα, αναφορικά με τις σχέσεις αυτές, σε έντυπο κείμενο, ενσωματωμένο στην εν λόγω αίτηση, που υπογράφεται σε κάθε σελίδα από την πρώτη ενάγουσα, διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : α) "ο πελάτης αναγνωρίζει ότι η Τράπεζα (εναγομένη) ενεργεί στα πλαίσια της παρούσας αποκλειστικά ως παραγγελιοδόχος του πελάτη και δεν υπέχει καμιά ευθύνη για την ακρίβεια ή πληρότητα των πληροφοριών που παρέχονται σ' αυτόν σε σχέση με τους τίτλους.
Περαιτέρω, ο πελάτης αναγνωρίζει ότι αναλαμβάνει τον πιστωτικό κίνδυνο της "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ." και όχι της Τράπεζας ..... Σε καμία περίπτωση δεν θα ευθύνεται η Τράπεζα για πράξεις ή παραλείψεις του εκδότη των τίτλων, ή του Διαχειριστή/Εγγυητή Έκδοσης", β) "πιστωτικός κίνδυνος. Οι τίτλοι αποτελούν ενοχική υποχρέωση του Εκδότη τους, δηλαδή της "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.", η οποία ενεργεί στην παρούσα ως παραγγελιοδόχος του πελάτη.
Η επένδυση στους τίτλους δεν αποτελεί κατάθεση και δεν υπόκειται στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, αλλά στο Σύστημα Αποζημιώσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Πελάτης αναλαμβάνει τον πιστωτικό κίνδυνο της "Lehman Brothers Treasury Co Β.Υ.". Η έκδοση των τίτλων τελεί υπό την πρόσθετη εγγύηση της εταιρίας "Lehman Brothers Holding Inc" (της οποίας η πιστοληπτική ικανότητα έχει εκτιμηθεί σε Α+ από τον οίκο Standard & Poors και Α 1 σύμφωνα με τον οίκο Moody's).
Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του Εκδότη/του Εγγυητή, ο Πελάτης δικαιούται να ασκεί όλες τις αξιώσεις που απορρέουν από τους τίτλους εναντίον τους", γ) "πολιτικός κίνδυνος. Η εξόφληση των τίτλων από τον εκδότη δύναται να επηρεαστεί από οικονομικά και πολιτικά γεγονότα που διαδραματίζονται στη χώρα του εκδότη.
Η επέλευση ενός τέτοιου κινδύνου δύναται να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια μέρους ή και ολόκληρου του ποσού επένδυσης, εφόσον λόγω των παραπάνω γεγονότων, η καταβολή πρέπει να πραγματοποιηθεί στο τοπικό νόμισμα της χώρας του εκδότη και όχι στο αρχικό νόμισμα επένδυσης" και δ) "συναλλαγματικός κίνδυνος.
Οι επενδυτές που επενδύουν σε άλλο πλην του τοπικού νομίσματος θα πρέπει να γνωρίζουν τον κίνδυνο μεγάλων διακυμάνσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν σε απώλεια κεφαλαίου". Επίσης, σε άλλο σημείο του ίδιου εντύπου αναφέρεται ότι, "τα επενδυτικά προϊόντα δεν είναι τραπεζικές καταθέσεις ή υποχρεώσεις της Citibank International plc (εναγομένης) ή των καταστημάτων και των θυγατρικών της, ούτε είναι εγγυημένα από αυτές, υπόκεινται σε επενδυτικούς κινδύνους συμπεριλαμβανομένης της πιθανής απώλειας του αρχικού κεφαλαίου και δεν διασφαλίζονται από το κράτος ή από κάποιο οργανισμό του".
Περαιτέρω, σε άλλη συνάντηση της πρώτης ενάγουσας με την ίδια όπως παραπάνω επενδυτική σύμβουλο της εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 5-10-2007, η πρώτη ενάγουσα παρείχε νέα εντολή προς την εναγομένη για την αγορά, 50 νέων τίτλων, έκδοσης και εγγύησης των ίδιων ως άνω εταιριών, που έφεραν την ονομασία "DJ Eurostoxx 50 Μίnίmum Retrum Note Ειιτ", αντί τιμήματος 50.000 ευρώ, πενταετούς διάρκειας, με ημερομηνία λήξης 15-11-2012, καταβάλλοντας το ποσό των 1.250 ευρώ, ως προμήθεια.
Οι άνω τίτλοι στο συνοπτικό ενημερωτικό φυλλάδιο, που συντάχθηκε γι' αυτούς, χαρακτηρίζονται ως τίτλοι προστατευμένου κεφαλαίου 100% στη λήξη της επένδυσης, πρόσφεραν στους επενδυτές τη δυνατότητα απόδοσης συνδεδεμένης με την πορεία του μετοχικού δείκτη DJ Eurostoxx 50, διατίθενταν δε στους επενδυτές, κατά τη χρονική περίοδο από 28-9-2007 μέχρι 30-7-2007.
Και στην επένδυση δε αυτή τέθηκε ως συνδικαιούχος η δεύτερη ενάγουσα. Οι παραπάνω εντολές της πρώτης ενάγουσας εκτελέστηκαν κανονικά από την εναγομένη ενώ η τελευταία συμπεριέλαβε τα προϊόντα αυτά στις ενημερωτικές καταστάσεις που απέστελλε στις ενάγουσες, κάθε μήνα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι τίτλοι διατηρήθηκαν από την πρώτη ενάγουσα έως τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2008, όταν η τελευταία ενημερώθηκε από την εναγομένη για τα προβλήματα που ανέκυψαν στις άνω επενδύσεις της, εξαιτίας της πτώχευσης της εκδότριας των ομολόγων Τράπεζας.
Λόγω δε του γεγονότος αυτού τα πιο πάνω επενδυτικά προϊόντα, στην ενημερωτική κατάσταση του χρονικού διαστήματος από 21-8-2008 μέχρι 25-9-2008, έφεραν ενδεικτική τιμή αποτίμησης και ενδεικτική αξία επένδυσης, μηδενική. Ακολούθως, η εναγομένη ενημέρωσε την πρώτη ενάγουσα σχετικά με την πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας και τις δικές της ενέργειες όσον αφορά την αναγγελία των απαιτήσεων, δηλώνοντας με την από 4-5-2009 επιστολή προς αυτή, ότι η ίδια θα αναγγείλει τις απαιτήσεις στην πτώχευση της εκδότριας εταιρίας των άνω προϊόντων για λογαριασμό όλων των δικαιούχων των τίτλων, εφόσον της επιτραπεί, σύμφωνα με τις οδηγίες του εκκαθαριστή και τους πτωχευτικούς κανόνες της Ολλανδίας και ότι θα υποβάλει επίσης τις αποδείξεις για τις απαιτήσεις από τους τίτλους στην πτώχευση της εγγυήτριας εταιρίας, εφόσον της επιτραπεί σύμφωνα με τους πτωχευτικούς κανόνες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγουσες, στις 17-5-2012, εισέπραξαν την πρώτη δόση από τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας της εγγυήτριας των τίτλων "Lehman Brothers Holding Inc", με την κατάθεση στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, που είχαν συνδεθεί με τις επίδικες επενδύσεις των ποσών, των 2.204,05 δολαρίων ΗΠΑ για την πρώτη επένδυση και 1.805,50 ευρώ για τη δεύτερη επένδυση.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα τήρησε τις υποχρεώσεις της, πληροφόρησης των εναγουσών, αποστέλλοντας στην πρώτη ενάγουσα, εντολέα της, κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση των τίτλων, μέχρι και Το Σεπτέμβριο 2009 μηνιαία ενημερωτική κατάσταση σχετικά με την τραπεζική της σχέση και την πορεία των άνω επενδυτικών προϊόντων.
Επιπλέον, η εναγομένη, δια της άνω προστηθείσας υπαλλήλου της, παρείχε ενημέρωση στην πρώτη ενάγουσα για το είδος της επένδυσης που της πρότεινε, προφορικά, αλλά και με την παράδοση των προαναφερθέντων ενημερωτικών φυλλαδίων. Ειδικότερα, στα περιληπτικά ενημερωτικά φυλλάδια, που εκδόθηκαν για τους άνω τίτλους, αντίγραφα των οποίων παραδόθηκαν στην πρώτη ενάγουσα, επισημαίνονται ξεκάθαρα η εκδούσα εταιρία και η εγγυήτρια αυτών, καθώς και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των τίτλων και, ιδίως, οι κίνδυνοι στους οποίους υπόκεινταν, μεταξύ των οποίων και ο πιστωτικός κίνδυνος του εκδότη και το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης και ότι δεν ήταν εγγυημένα από αυτή.
Τα ίδια δε ως άνω χαρακτηριστικά αναφέρονταν και στην άνω αίτηση για την απόκτησή τους. Ενόψει των ανωτέρω, η πρώτη ενάγουσα από την απλή και μόνο ανάγνωση των φυλλαδίων αυτών και της αίτησης γνώριζε, ότι τα επενδυτικά προϊόντα στα oποία θα επένδυε τα χρήματά της, ήταν ομόλογα έκδοσης και εγγύησης των άνω εταιριών και όχι της εναγομένης Τράπεζας, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος διάθεσης των προϊόντων αυτών, ότι το κεφάλαιο δεν καλυπτόταν σε κανένα σημείο από την εγγύηση της εναγομένης και ότι οι επενδυτές αναλαμβάνουν πλήρως τον πιστωτικό κίνδυνο της εκδότριας εταιρίας. ' Άλλωστε αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν σε θέση να αντιληφθεί όλους τους προαναφερθέντες όρους της αίτησης, τόσο λόγω του μορφωτικού της επιπέδου, ούσα απόφοιτος σχολής μάρκετινγκ εξωτερικού (ΗΠΑ) και τραπεζική υπάλληλος κατά τον ένδικο χρόνο, όσο και λόγω της εμπειρίας της στον τομέα των επενδύσεων, την οποία η ίδια στο πιο πάνω ερωτηματoλόγιo χαρακτήρισε ως εκτενή.
Μάλιστα ήδη η τελευταία, μετά τη συμμετοχή της με επιτυχία στην εξέταση της ενότητας "Παροχή επενδυτικών συμβουλών" του τμήματος "Ειδικά Θέματα Κεφαλαιαγοράς " της 20 και 21 Νοεμβρίου 2010, είναι πιστοποιημένη υπάλληλος πιστωτικών ιδρυμάτων (Τράπεζας Πειραιώς) από την Τράπεζα της Ελλάδος, κάτοχος πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσον αφορά τη λήψη και διαβίβαση εντολών σε κινητές αξίες και τη λήψη και διαβίβαση εντολών σε παράγωγα προϊόντα.
Έτσι, οι προβαλλόμενοι από μέρους της ισχυρισμοί ότι ουδέποτε ενημερώθηκε διεξοδικά για τους όρους των συμβάσεων με την εναγομένη και ότι οι προστηθέντες της εναγομένης την διαβεβαίωναν ότι η εναγομένη τελεί το ρόλο της προωθήτριας, όσο και της απόλυτης εγγυήτριας των συναλλαγών και ότι η επένδυσή της και η ασφάλεια των χρημάτων της, σε καμία περίπτωση δεν εξαρτιόνταν από την πορεία άλλης τράπεζας, δεν κρίνονται βάσιμοι.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι η πτώχευση της "Lehman Brothers", η οποία ήταν η τέταρτη σε μέγεθος επενδυτική Τράπεζα της Αμερικής, με χρόνο λειτουργίας 158 ετών, αποτέλεσε και για τους τραπεζικούς κύκλους ένα απρόβλεπτο γεγονός. Η εν λόγω πτώχευση χαρακτηρίστηκε από την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς, ως η μεγαλύτερη πτώχευση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, σε διάφορα δε άλλα δημοσιεύματα, ως ένα από τα μεγαλύτερα σοκ στην οικονομία για χρόνια, ενώ τα γεγονότα της πτώχευσης χαρακτηρίστηκαν ως "εξαιρετικά ασυνήθιστα".
Η άνω αξιολόγησή της από τους διεθνείς χρηματοοικονομικούς οίκους υποβαθμίστηκε λίγους μόνο μήνες πριν την πτώχευσή της. Συγκεκριμένα, στις 17 Μαρτίου 2008, ο οίκος αξιολόγησης Moody's μετέβαλε την αξιολόγηση της Lehman Brothers από Α 1 σε Α 2, ενώ στις 2 Ιουνίου 2008 ο οίκος Standar & Poor's την αξιολόγησε από Α= σε Α, υποβαθμίσεις, όμως, οι οποίες θεωρούνται ότι έχουν μικρή σημασία και δεν υποδεικνύουν ενδεχόμενο κίνδυνο πτώχευσης, καθώς ο πιστωτικός κίνδυνος του αξιολογούμενου πιστωτικού ιδρύματος παραμένει χαμηλός.
Επομένως, δεν ήταν απαραίτητη η ενημέρωση των πελατών για τις εν λόγω υποβαθμίσεις, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν επρόκειτο περί ουσιώδους μεταβολής των όρων των συμβάσεων, ούτε οι υποβαθμίσεις αυτές παρέπεμπαν σε κίνδυνο πτώχευσης. Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, τόσο κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, όσο και μεταγενέστερα γνώριζε το ενδεχόμενο της πτώχευσης της Lehman Brothers".
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί των εναγουσών ότι η εναγομένη γνώριζε το γεγονός της επικείμενης πτώχευσης και για το λόγο αυτό έλαβε συμψηφιστικά ποσό 512 εκατομμυρίων δολαρίων από λογαριασμό που διατηρούσε σ' αυτήν η "Lehman Brothers", λίγες ημέρες πριν την πτώχευση, δεν αποδείχθηκαν από στοιχεία της δικογραφίας.
Αναφορικά βεβαίως με τον άνω συμψηφισμό προσκομίζονται από τις ενάγουσες δημοσιεύματα του τύπου, καθώς και η από 1-10-2008 έκθεση του οίκου αξιολόγησης, Standard & Poor's, ωστόσο το Δικαστήριο από μόνα τα έγγραφα αυτά δεν μπορεί να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση για τη γνώση της επικείμενης πτώχευσης της "Lehman Brothers" από την εναγομένη.
Σημειώνεται ότι η εναγομένη, μετά την κατάρρευση της "Lehman Brothers" και την υπαγωγή της στη διαδικασία της πτώχευσης, με το από 31-5-2010 έγγραφό της, απευθυνόμενη στους πελάτες της, οι οποίοι είχαν αποκτήσει τίτλους της άνω τραπεζικής εταιρίας με τη διαμεσολάβησή της, προσφέρθηκε στην αγορά των τίτλων από την ίδια, με καταβολή του 70% της συνολικής ονομαστικής αξίας των τίτλων σε μετρητά, αναφέροντας ρητά ότι η άνω προσφορά αυτή γίνεται στο πλαίσιο της διαρκούς υποστήριξης των πελατών της και σε ένδειξη καλής θέλησης, χωρίς την παραδοχή οποιασδήποτε ευθύνης ή υποχρέωσής της και ότι η αποδοχή της άνω προσφοράς συνεπάγεται την παραίτηση από κάθε απαίτηση κατ' αυτής.
Στην εν λόγω μάλιστα πρόσκληση ανταποκρίθηκε η συντριπτική πλειοψηφία των επενδυτών στα άνω προϊόντα, σε ποσοστό της τάξης του 99% περίπου, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όχι δε και οι ενάγουσες, η πρώτη από τις οποίες αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του επενδεδυμένου κεφαλαίου.
Περαιτέρω, με βάση όσα ήδη εκτέθηκαν η εναγομένη εκτέλεσε επακριβώς και προσηκόντως την δοθείσα σ' αυτή εντολή και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της πλήρως έναντι των εναγουσών, τα δε όργανα αυτής δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, Γνώση της εναγομένης αναφορικά με το ενδεχόμενο της πτώχευσης της εκδότριας των άνω προϊόντων, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, όπως ήδη εκτέθηκε.
Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται αντισυμβατική ή παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγουσών σε σχέση με την ενημέρωση και πληροφόρησή της. Αντίθετα, η εναγομένη αφού έλαβε το επενδυτικό προφίλ της πρώτης ενάγουσας, εντολέα της, δια της άνω επενδυτικής της συμβούλου, της πρότεινε το επενδυτικό πρόγραμμα που άρμοζε στις απαιτήσεις της, αφού την ενημέρωσε τόσο εγγράφως με τα άνω ενημερωτικά φυλλάδια και την αίτηση, όσο και προφορικώς για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους ενώ συνέχισε να την ενημερώνει καθόλη τη διάρκεια της επένδυσης, αλλά και μετά την πτώχευση της εκδότριας των άνω προϊόντων.
Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας και εντεύθεν ευθύνης εκ μέρους της εναγομένης για την απώλεια των χρημάτων των εναγουσών, αφού σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, η πρώτη ουδέποτε είχε αναλάβει τον πιστωτικό κίνδυνο της εκδότριας των τίτλων, δηλαδή δεν εγγυήθηκε τη διατήρηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, Σε κάθε δε περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώχευση της άνω εταιρίας, γεγονός, που ούτε η εναγομένη θα μπορούσε να προβλέψει με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου, πριν από την πραγματοποίηση της ένδικης επένδυσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την πτώχευση.
Είναι βέβαια αληθές ότι σε βάρος της εναγομένης επιβλήθηκαν πρόστιμα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 300.000 ευρώ και 250.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε σχέση με τη διάθεση των άνω επενδυτικών προϊόντων. Στο σχετικό δελτίο τύπου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφέρεται ότι το σχετικό πρόστιμο επιβλήθηκε για παράβαση των κανόνων συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών αναφορικά με τα επενδυτικά προϊόντα που είχαν εκδοθεί από τον επενδυτικό οίκο "Lehman Brothers" και ειδικότερα διότι διαπιστώθηκαν ελλείψεις στο ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των παρεχομένων συμβουλών σε επενδυτές, καθώς επίσης και διότι η αναφορά στην κάλυψη των παρεχομένων επενδυτικών υπηρεσιών από το Σύστημα Ασφάλισης Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου έγινε με τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανόηση ως προς το ακριβές περιεχόμενό της.
Με αντίστοιχη δε αιτιολογία επιβλήθηκε στην εναγομένη και το άνω πρόστιμο από την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Ωστόσο, σε έλεγχο που είχε διενεργηθεί στο υποκατάστημα της ... της εναγομένης από την Τράπεζα της Ελλάδας (Τμήμα Ελέγχου Διαφάνειας Συναλλαγών της Δ/νσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος), τον Ιούλιο του έτους 2007, προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωση της εναγομένης σε ότι αφορά την προσυμβατική ενημέρωση των πελατών της σχετικά με την κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και τους πιθανούς κινδύνους των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων, στα πλαίσια του οποίου (ελέγχου) εξετάστηκε και η διάθεση των προϊόντων της πρώτης επένδυσης, δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις.
Αντίθετα, στο σχετικό από 20-8- 2007 πόρισμα, που συντάχθηκε μετά τον άνω έλεγχο, αναφέρεται, ότι η διάθεση των άνω προϊόντων από το κατάστημα της εναγομένης στους πελάτες της, πραγματοποιείται από στελέχη, τα οποία διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα και έχουν εκπαιδευθεί κατάλληλα ότι οι πελάτες της εναγομένης κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με ειδικό ερωτηματολόγιο, αναλόγως του επενδυτικού τους επιπέδου και ακολούθως ενημερώνονται προσυμβατικά για τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που τους ταιριάζουν και ότι η ενημέρωση γίνεται, α) προφορικά από τους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος, β) μέσω ειδικών πληροφοριακών εντύπων, στα οποία περιγράφονται αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται από τον επενδυτή σε περίπτωση δυσμενούς εξέλιξης των παραμέτρων από τις οποίες εξαρτάται η απόδοσή του και γ) από τα έντυπα των συμβάσεων που υπογράφονται από αυτούς και στα οποία περιγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Ανεξαρτήτως, όμως, αυτών, στην προκειμένη, περίπτωση δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι η ζημία των εναγουσών συνδέεται αιτιωδώς με τις άνω παραβάσεις και συγκεκριμένα τις ελλείψεις στο ερωτηματολόγιο για την κατάρτιση του επενδυτικού προφίλ ή σε οποιαδήποτε ασάφεια αναφορικά με τον κριθέντα ως άνω αδιαφανή όρο, για την κάλυψη των παρεχομένων επενδυτικών υπηρεσιών από το Σύστημα Ασφάλισης Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι παραβάσεις του κώδικα Δεοντολογίας Επιχειρήσεων παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, για τις οποίες επιβλήθηκαν τα πρόστιμα από τα άνω Όργανα, μόνον διοικητικής φύσης κυρώσεις είναι δυνατόν να επιφέρουν και δεν συνιστούν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ πράξη, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές του Εφετείο απέρριψε ως βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της υπό της εναγομένης παροχής ή μη σαφούς και επαρκούς πληροφόρησης της πρώτης ενάγουσας για τη φύση και τους κινδύνους της επένδυσης στην οποία προέβη, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, είναι επαρκείς οι αιτιολογίες ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν έμπειρη τραπεζική υπάλληλος, διέθετε πανεπιστημιακή εκπαίδευση και μεγάλη εμπειρία σε επενδύσεις σε επενδυτικά προϊόντα, με αρνητικά και θετικά αποτελέσματα, και ως εκ τούτου ήταν σε θέση να κατανοήσει πλήρως τις έγγραφες και προφορικές πληροφορίες που της παρασχέθηκαν από την εναγομένη α)αναφορικά με το είδος και τους κινδύνους της επένδυσης, β)ότι συμβάλλεται με την "Lehman Brother'sTreasury Co B.Y." και όχι με την εναγομένη, γ)ότι η έκδοση των τίτλων τελεί υπό την πρόσθετη εγγύηση της μητρικής εταιρίας "Lehman Brother's Holding Inc ", δ)ότι η εκδότρια εταιρία κατά τον κρίσιμο χρόνο της επένδυσης φαινόταν ότι ήταν φερέγγυα, αφού η αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας ήταν υψηλή (Α+ από τον οίκο Standad & Roors και Α1 από τον οίκο Moody's), χωρίς να γνωρίζει το αντίθετο η εναγομένη, όπως αντίθετα διαλαμβάνονταν στην αγωγή, υποβαθμίστηκε δε η πιστοληπτική της ικανότητα λίγους μήνες πριν από την πτώχευσή της, χωρίς το γεγονός αυτό να παραπέμπει σε ενδεχόμενο πτώχευσης, το οποίο η εναγομένη δεν μπορούσε να προβλέψει.
Οι ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν με την εν συνεχεία παραδοχή του Εφετείου ότι η Επιτροπή κεφαλαιαγοράς επέβαλε στην εναγομένη πρόστιμα για παράβαση των κανόνων συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών και ειδικότερα, επειδή διαπιστώθηκαν ελλείψεις στο ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των παρεχομένων συμβουλών, καθώς και διότι η αναφορά στην κάλυψη των επενδυτικών υπηρεσιών από το Σύστημα Ασφάλισης Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου έγινε με τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρανόηση ως προς το ακριβές περιεχόμενό της, και τούτο διότι ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δεν υιοθετεί τις ως άνω παραβάσεις, δέχεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι η ζημία των εναγουσών συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παραβάσεις, παραδοχή που δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν ο αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτησή τους απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα τη αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2014 αίτηση των Α. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6136/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ