Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claim of violation of contract law articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court of Larissa's judgment regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the lower court violated substantive contract law provisions by accepting the plaintiff's claim based on specific factual assumptions. The court rejected this, ruling that the lower court's assessment of evidence and legal application was correct and did not constitute a violation of the cited articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681, 694 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals for violation of substantive law only when the lower court's decision is based on erroneous legal application or factual assumptions that contradict the evidence, not merely on the court's own evaluation of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 979 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 979/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Κοινοπραξίας "Χ. Δ. - Γ. Κ. - Α. Σ.", που εδρεύει στο Βόλο, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2. Χ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 3. Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Παρασκευά Αρβανιτάκη και Δημήτριο Τσιμπανούλη.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. οριστικού συνδίκου της αρχικώς ενάγουσας και ήδη πτωχευσάσης δυνάμει της υπ' αριθ. 33/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕΓΕ", που εδρεύει στον Βόλο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βερώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 750/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Απριλίου 2011 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2012 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 34/7.4.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 750/29.10.2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 34/7-4-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 750/29-10-2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 56/7-2-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕΓΕ", μετά την κήρυξη της οποίας σε πτώχευση με την 33/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου στην δικονομική αυτή θέση υπεισήλθε, ως μη δικαιούχος διάδικος, ο οριστικός σύνδικος (άρθρα 534 ΕμπΝ,17 παρ.1, 4 ν. 3588/2007), εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της οφειλόμενου από τους εναγομένους (α) κοινοπραξία "Χ.Δ.-Γ.Κ.-Α.Σ.", (β) Χ.Δ. (γ)Γ.Κ.
και (δ) Α.Σ. υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από συνομολογηθείσα μεταξύ αυτής και της πρώτης των εναγομένων κοινοπραξίας, της οποίας οι λοιποί είναι μέλη, σύμβαση έργου, με τη μορφή της υπεργολαβίας. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του τρίτου των εναγομένων, η 147/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 306/9-10-2007 εφέσεως του οριστικού συνδίκου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της αγωγής, απολιπομένου ομοίως του τρίτου των εφεσιβλήτων-εναγομένων, η 750/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Με την από 03-05-1991 σύμβαση, μεταξύ των δευτέρου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, συστάθηκε κοινοπραξία με την επωνυμία "Κοινοπραξία Χ. Δ. - Γ. Κ. - Α. Σ." (πρώτη εναγομένη), με έδρα- το Βόλο και σκοπό την εκτέλεση της εργολαβίας "Συγκρότημα Μουρτζούκου (Γυμνάσιο Β' Φάση)", που είχε προϋπολογισμό δαπάνης 150.000.000 δραχμές.
Η συμμετοχή των κοινοπρακτούντων μελών στις κερδοζημίες καθορίστηκε σε ποσοστό 42% για τον δεύτερο εναγόμενο, σε ποσοστό 42% για τον τρίτο εναγόμενο και σε ποσοστό 16% για τον τέταρτο εναγόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κοινοπρακτικού ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση των χωματουργικών, των κονιοδεματων, των τοιχοδομων, των ξυλουργικών και των μονώσεων, ήτοι αυτοτελών εργασιών που αντιπροσώπευαν το ήμισυ περίπου των οικοδομικών εργασιών, ο τρίτος εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση των σιδηρουργικών και των καλύψεων, ήτοι.
επίσης αυτοτελών εργασιών που αντιπροσώπευαν το ήμισυ περίπου των οικοδομικών εργασιών και ο τέταρτος εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση των υδραυλικών, της κεντρικής θέρμανσης, των ηλεκτρολογικών, του αλεξικέραυνου και του ανελκυστήρα. Ακόμη, στο άρθρο 7 του κοινοπρακτικού ορίστηκε, ότι το κάθε μέλος της κοινοπραξίας, στον τομέα του, θα φέρει ακέραιη την ευθύνη του για τη βάση των τεχνικών προδιαγραφών των υπό της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.
Μαγνησίας χορηγουμένων στοιχείων εκτελέσεως αυτών. Μεταξύ των αναληφθεισών υποχρεώσεων περιλαμβανόταν και η σύνταξη των απαραίτητων εγγράφων, όπως λογαριασμών, επιμετρήσεων, πρωτοκόλλων, τηρήσεως ημερολογίου του έργου, κατά το μέρος εκτέλεσης που αναλογούσε στο κάθε μέλος, και ό,τι άλλου απαιτείτο προκειμένου να διεκπεραιώνεται ομαλά και απρόσκοπτα κάθε τμήμα του έργου.
Τέλος, στο άρθρο 8 του κοινοπρακτικού ορίστηκε ότι σε περίπτωση που θα ανακύπτει διαφωνία ανάμεσα στα μέλη της κοινοπραξίας, αυτή θα λύεται με διαιτησία, όπως ρυθμίζεται στις διατάξεις του ΚΠολΔ, Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕΓΕ" ιδρύθηκε με το με αριθμό .../1988 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Αδαμίδη, κατά μετατροπή ατομικής επιχείρησης που ανήκε στον τρίτο εναγόμενο.
Με το ιδρυτικό καταστατικό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας (ενάγουσας) ορίστηκε ο τρίτος εναγόμενος ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Αρχές Φεβρουαρίου 1994 η κοινοπραξία (πρώτη των εναγομένων), νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον τέταρτο εναγόμενο, συνήψε προφορική σύμβαση με την οποία ανέθεσε υπεργολαβικά στην ενάγουσα την εκτέλεση των εξής εργασιών στο συγκεκριμένο έργο αντί της αμοιβής, που ορίστηκε για όλες τις εργασίες σε 52.000.000 δρχ.
και με τον αναλογούντα εκ 18% ΦΠΑ σε (52.000.000 + 9.360.000) 61.360.000 δρχ, ποσό για το οποίο εξέδωσε αυτή το υπ' αριθμ. 287/94 τιμολόγιο επί πιστώσει το οποίο παρέλαβε, χωρίς να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη ο κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας τέταρτος των εναγομένων, που ορίστηκε με το υπ' αριθμ. .../27-1-1994 ειδικό πληρεξούσιο του συμ/φου Βόλου Ιω.
Πολυχρονάκη (βλ. αυτό προσκομιζόμενο), κατέβαλε δε μάλιστα ο ίδιος στον τρίτο των εναγομένων με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου της ενάγουσας για τις ως άνω εργασίες 45.800.000 δρχ. (βλ. την από 19-12-94 μη αμφισβητούμενη απόδειξη είσπραξης) και απομένει υπόλοιπο με τον αναλογούντα ΦΠΑ εκ (61.360.000 - 45.800.000 =) 15.560.000 δρχ.
ή 45.663,98 ευρώ, το οποίο αρνούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα. Προς απόκρουση της αγωγής οι πρώτη, δεύτερος, και τέταρτος των εναγομένων που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοδικείο πρότειναν τον (επαναφερόμενο και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο) ισχυρισμό, ότι το ως άνω τιμολόγιο είναι εικονικό με την έννοια, ότι δεν ενσωματώνει στην πραγματικότητα καμία απολύτως απαίτηση της ενάγουσας ,αλλά αποτελεί μόνον παραστατικό δαπάνης.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον ναι μεν ο μάρτυρας των εν λόγω εναγομένων καταθέτει ότι "δεν υπήρξε καμία σύμβαση, απλώς υπήρξε ένα τιμολόγιο σαν παραστατικό δαπανών", δεν εξηγεί όμως για ποιο λόγο στην υπ' αριθμ. 2/7-9-01 απόφαση διαιτησίας, στην οποία προσέφυγαν τα μέλη της Κοινοπραξίας, αναφέρεται ότι στον Γ.
Κ. (τρίτο των εναγομένων) πρέπει να αποδοθεί ο εξ 9.36Ρ.000 δρχ. ΦΠΑ του τιμολογίου, εάν αυτό ήταν πράγματι εικονικό, ούτε για ποιο λόγο δήλωσε ο Γ. Κ. ως εκπρόσωπος της ενάγουσας το αναγραφόμενο ποσό του τιμολογίου στην από 24-11-94 δήλωση παρακράτησης φόρου προς την Α' Δ.Ο.Υ. - Βόλου καταβάλλοντας μάλιστα και τον εξ 1.560.000 δρχ.
φόρο (βλ. προσκομιζόμενο διπλότυπο είσπραξης με α/α 03/00014/3591592/95 ίδιας υπηρεσίας)". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες με στοιχ. (α), (β) και (δ) εφεσίβλητοι-εναγόμενοι και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η προβαλλόμενη με αμφότερους τους λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 681, 694 ΑΚ προκύπτει ότι Ι. με τη σύμβαση μισθώσεως έργου, ο μεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή, η οποία, δυναμένη να συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα εργασίας, είναι καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου (ΑΚ 694)και II.
ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την συμφωνημένη αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοση του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαίως ο χρονικός προσδιορισμός πραγματοποιήσεως τους, εφόσον δεν συνδέονται με το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσας αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, ότι ύστερα από σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε προς τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1994 μεταξύ της πρώτης από τους αναιρεσείοντες κοινοπραξίας και της αρχικώς ενάγουσας και ήδη πτωχής εταιρείας "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕΓΕ" η τελευταία ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση έργου, αποτελούμενο από τις ειδικότερα αναφερόμενες στις αιτιολογίες της κατ' είδος και ποσότητα οικοδομικές εργασίες μετά της έναντι εκάστης τούτων σημειούμενης, ως συνομολογηθείσης, εργολαβικής αμοιβής, για την καταβολή της οποίας δεν είναι αναγκαίος ο χρονικός προσδιορισμός παραδόσεως του έργου, εφόσον επιδικάσθηκε με το νόμιμο τόκο για το από της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 681, 694 ΑΚ παραδοχή της κατά των ήδη αναιρεσειόντων απευθυνόμενης αγωγής της αρχικώς ενάγουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με αμφότερους τους προβαλλόμενους λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από την αναφορά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την αξιολόγηση ως αποδεικτικών μέσων, της εκδοθείσης μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας, τρίτων ως προς τους διαδίκους, 2/7-9-2001 διαιτητικής αποφάσεως και των 287/1994 τιμολογίου και 03/00014/3591592/95 διπλοτύπου εισπράξεως της Α' ΔΟΥ Βόλου για την εξαγωγή εξ αυτών, έστω και με τη μορφή ρητορικού ερωτήματος, πραγματικού επιχειρήματος, επιβεβαιωτικού της παραδοχής της για την κατάρτιση της θεμελιωτικής της αξιώσεως της ενάγουσας συμβάσεως έργου, σε άρνηση καταρτίσεως της οποίας περιορίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, πραγματικό επιχείρημα, το οποίο όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί αιτιολογία, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως.
Ομοίως, δεν αποτελεί αιτιολογία, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, οι παραδοχές της αποφάσεως στις οποίες στήριξε την αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί εικονικότητας του επίμαχου τιμολογίου, ως αναφερόμενες σε εκτίμηση αποδεικτικού μέσου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 34/7-4-2011 αίτηση για αναίρεση της 750/29-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 5 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ