Legislator Case Law & Legislation
979/2008 AI generated

Supreme Court reverses appeal court on abuse of right, remands case and orders restitution of property status.

Case Number 979/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the appeal court's dismissal of the abuse of right defense and remanded the case for retrial. The court found the lower court erred by ignoring the defendant's long-term possession and expenditures while the plaintiff remained silent. Consequently, the court accepted the request to restore the property to its pre-judgment state and awarded costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559(1) K.Pol.D.; Art. 580(3) K.Pol.D.; Art. 579(2) K.Pol.D.: The exercise of property rights is abusive if the claimant remains silent while the possessor performs labor or incurs expenses on the property for a long period, thereby binding the claimant to the status quo at the time of acquisition.

Keywords

AI generated
abuse of right property restitution good faith possession duration retrial remand court costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559(1) K.Pol.D.
Art. 580(3) K.Pol.D.
Art. 579(2) K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
207/19-12-2005
την 207/19-12-2005 έκθεση εκτελέσεως της 63/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Παναγιώτας Μπολώση).
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 979 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 979/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Βέλλη και Κωνσταντίνο Λιούμα.

Του αναιρεσίβλητου - καθού η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ηλιόκαυτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2000 προδικαστική, 63/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2004 προδικαστική, 228/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2005 αίτησή του και με την από 19-2-2008 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 13-4-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος-αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από αυτή τη διάταξη συνάγεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας επί πράγματος με τη μορφή της διεκδίκησης αυτού κατά του νομέα ή κατόχου του πράγματος, ασκείται καταχρηστικά ιδίως όταν επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από τη διεκδίκηση, που πάντως δεν φθάνει σε χρόνο πριν από την απόκτηση της κυριότητας εκ μέρους του διεκδικητή ή του δικαιοπαρόχου του, άμεσου ή απώτερου, ο νομέας ή κάτοχος διενεργούσε επί του πράγματος διακατοχικές πράξεις και μάλιστα τέτοιες που απορροφούσαν προσωπική εργασία ή δαπάνες εκ μέρους του αναγκαίες ή επωφελείς για το πράγμα, τις διενεργούσε δε υπό τα όμματα του διεκδικητή ή των δικαιοπαρόχων του, ενώ αντίστοιχα ο τελευταίος και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί του, αν και γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τη διενέργεια εκείνων των πράξεων αδράνησε, δηλαδή δεν άσκησε το από την κυριότητα δικαίωμά του προς απόκρουση της προσβολής του και έτσι δημιούργησε στο νομέα ή κάτοχο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει ποτέ πια αυτό το δικαίωμα.

Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζονται και όταν ακόμη το υπό συζήτηση δικαίωμα της κυριότητας αφορά γεωργικό κλήρο που παραχωρήθηκε για γεωργική αποκατάσταση ακτήμονα καλλιεργητή, σύμφωνα με τις δημόσιας τάξης διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, οσάκις στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραβίαση των (από το άρθρο 281 Α.Κ.) θεσπιζόμενων αρχών είναι τέτοια, ώστε, για την αποφυγή αφόρητων συνεπειών, επιβάλλεται να ισχύσει ο επιτασσόμενος από το άρθρο περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 229/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθ. ..... παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα - κατά πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί - του Γ1 εκτός άλλων, και το υπ' αριθ. .....

κληροτεμάχιο της εποικισθείσας περιοχής αγροκτήματος ..... Ν. Θεσπρωτίας, έκτασης 20.285 τ.μ., το οποίο συνόρευε με ιδιοκτησίες ανατολικά του ίδιου, νότια ....., δυτικά με "....." και βόρεια με "......" όπως αναφέρεται στο υπ' αριθ. ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το άνω παραχωρητήριο και δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος (άρθρ. 261 ΚΠολΔ).

Το ακίνητο αυτό, ο κληρούχος, με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. ....συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Αλέξανδρου Βαλασκάκη, πώλησε στο γιο του ........ Ο τελευταίος, με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. ...... συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στον Ψ, πατέρα του ενάγοντος, τμήμα του εν λόγω κληροτεμαχίου, έκτασης 15,065 στρεμ.

που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος - μηχανικού ....... που είναι συνημμένο στο συμβόλαιο αυτό, με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΣΑ, και έλαβε από τον τελευταίο (Ψ) τμήμα του υπ' αριθ. .... κληροτεμαχίου, έκτασης 15,285 και με νεώτερη καταμέτρηση 14,740 στρ., που αποτυπώνεται στο άνω τοπογραφικό, με τα στοιχεία ΣΡΠΟΞΝΜΛΙΣ.

Η εν λόγω σύμβαση, με την οποία επήλθε κατάτμηση των άνω κληροτεμαχίων, κυρώθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή, σύμφωνα με το ν. 1644/1986 ενόψει και των διατάξεων του άρθρ. 15 παρ. 1 νδ 3958/1959, αναδρομικά από τότε που έγινε, και το επίμαχο ακίνητο που απέκτησε ο Ψ, απέβαλε την ιδιότητα του κληροτεμαχίου με τις απαγορεύσεις της αγροτικής νομοθεσίας σχετικά με την κατάτμηση και περαιτέρω μεταβίβασή του.

Ακολούθως, ο Ψ, με το νόμιμα μεταγραμμένο, υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στο γιο του Δ1, τμήμα του εν λόγω ακινήτου, έκτασης 6.873,75 τ.μ., λόγω γονικής παροχής. Ο Ψ, απεβίωσε το έτος 1986 χωρίς διαθήκη και οι νόμιμοι κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, γιος του, που αποδέχθηκαν την κληρονομία του, με τη νόμιμα μεταγραμμένη υπ' αριθ. ......

πράξη του ίδιου Συμβολαιογράφου, διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία, στην οποία περιλαμβάνονταν, εκτός άλλων και το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου (τμήματος του .... κληροτεμαχίου), μετά τη γονική παροχή, έκτασης 8.008 τ.μ., και από αυτή, ο ενάγων έλαβε τμήμα του, το αναφερόμενο στην αγωγή, έκτασης 4003 τ.μ., που φαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού ....

που είναι προσαρτημένο σ'αυτό, με τα στοιχεία 1.9. Β Γ Δ Ε 6.7.8.1 και φέρεται να συνορεύει ολόγυρα, με τμήμα (υπόλοιπο) του ίδιου ακινήτου, με δρόμο, με το υπ' αριθ. ... τεμάχιο - χερσολείβαδο και με ιδιοκτησία Δ1 και έγινε κύριος αυτού, με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στον εναγόμενο, με το νόμιμο μεταγραμμένο, προσκομιζόμενο και επικαλούμενο, υπ' αριθ. ....

συμβόλαιο του παραπάνω Συμβολαιογράφου (το οποίο επαναλήφθηκε με το υπ' αριθ. .... συμβόλαιο αυτού) μεταβιβάστηκε, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Χ, "το υπ' αριθ. .... τεμάχιο αγροκτήματος .... διανομής του έτους 1930" έκτασης 3.898 τ.μ. με εξήντα ελιές και "το υπ' αριθ. ...τεμάχιο αγροκτήματος .... έτους 1930" έκτασης 2475 τ.μ.

στη θέση ......" με 40 ελιές, τα οποία φέρεται ότι περιήλθαν σ'αυτόν (παρέχοντα) με έκτακτη χρησικτησία, με νομή που ασκούσε, κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Γ1, πριν από 25 χρόνια από τότε. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στις νομικές σκέψεις, εφόσον, όπως αναφέρεται στα άνω συμβόλαια - τίτλους του εναγομένου και συνομολογείται άλλωστε από αυτόν με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ότι το ακίνητο που του μεταβιβάστηκε ως τμήμα του ...

τεμαχίου, αφού φέρεται σ' αυτό να συνορεύει σε δύο πλευρές με το (ίδιο) .. τεμάχιο και κατέχεται από αυτόν, αποτελούσε τμήμα αγροτικού κλήρου, δεν ήταν δυνατή η νομή και δι' αυτής, η κτήση κυριότητας σ' αυτό με έκτακτη χρησικτησία από το δικαιοπάροχό του και η μεταβίβασή της περαιτέρω στον ίδιο με τα εν λόγω συμβόλαια, ανεξάρτητα από την κατοχή του και τη διενέργεια των πράξεων που αναφέρονται παρακάτω.

Πράγματι, ο δικαιοπάροχος του εναγομένου και ο ίδιος κατέχει και τμήμα του υπ' αριθ. ... κληροτεμαχίου, το οποίο είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος και τον τελευταίο, με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ο οποίος διαπίστωσε την κατάληψη το έτος 1996, όταν έδωσε εντολή στον πολιτικό μηχανικό ...., να προβεί σε οριοθέτηση του ακινήτου του, και από αυτή, σύμφωνα και με το από .....

τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε, προέκυψε ότι τμήμα αυτού, έκτασης 2.100 τ.μ. κατέχει ο Χ (δικαιοπάροχος του εναγομένου και μετέπειτα κατέχει, όπως συνομολογεί, την έκταση αυτή ο τελευταίος). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε, τόσο ο πραγματογνώμονας που διορίστηκε με την άνω, προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ...., όσο και ο πραγματογνώμονας που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 101/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ......, τοπογράφοι - μηχανικοί, οι οποίοι, στις από ....

και ...., αντίστοιχα, εκθέσεις που συνέταξαν, αποφαίνονται, παρά τις μικρές διαφορές που διαπίστωσαν κατά την τοπογραφική μέτρηση, ως προς το εμβαδόν του επιδίκου, το οποίο αναφέρεται σ' αυτές και τα τοπογραφικά που τις συνοδεύουν, στην πρώτη, ως έκταση 2.100 τ.μ. και στη δεύτερη, ως έκταση 2.199 τ.μ. και εν μέρει τις πλευρικές διαστάσεις, σε σχέση με το συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα και τη θέση σ'αυτό των κτισμάτων για τα οποία θα γίνει λόγος (στα δύο πρώτα, τοποθετούνται εν όλω μέσα στο επίδικο και στο τρίτο συνημμένο στην αγωγή, κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους) αποφαίνονται, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιήλθε με το υπ' αριθ. ......

συμβόλαιο ανταλλαγής στο Ψ δικαιοπάροχο του ενάγοντος (του οποίου, τμήμα περιήλθε στη συνέχεια στον τελευταίο με το άνω συμβόλαιο διανομής και περιλαμβάνει και το επίδικο). Αντίθετη ή διαφορετική κρίση, δεν συνάγεται από την από .... τεχνική έκθεση του τοπογράφου - μηχανικού .... που διορίστηκε από τον εναγόμενο ως τεχνικός σύμβουλος - στην οποία απλώς εκφέρονται παρατηρήσεις στην από ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αναφέρεται καταμέτρηση της ιδιοκτησίας που κατέχει ο ενάγων που έγινε κατόπιν υπόδειξης των αναφερομένων προσώπων μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, και εκτίμηση των κατασκευών που υπάρχουν στο επίδικο - και το τοπογραφικό που τη συνοδεύει, στο οποίο μάλιστα δεν αποτυπώνονται οι κατασκευές που, όπως συνομολογείται και θα αναφερθεί, υπάρχουν στο επίδικο, ούτε οι πλευρικές του διαστάσεις.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν δημιουργείται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης σε περίπτωση που ο πραγματογνώμονας δεν ακολούθησε τις οδηγίες του δικαστηρίου, δεν κάλεσε τους διαδίκους να παραστούν κατά την επιτόπια εξέταση του επιδίκου και δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας ή από την εσφαλμένη κρίση του πραγματογνώμονα αφού στο δικαστήριο εναπόκειται να αποδώσει σ' αυτή την προσήκουσα βαρύτητα, συνεκτιμώντας και τις λοιπές αποδείξεις (βλ.

ΑΠ 200/2001, ό.π.), όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, που ζητεί για τους παραπάνω λόγους, να κηρυχθεί άκυρη η υπ' αριθ. .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω αποδείχθηκε, όπως κατατέθηκε από όλους τους μάρτυρες και συνομολογείται από τον εναγόμενο, ότι ο δικαιοπάροχός του (εναγομένου) στην έκταση που κατείχε από το υπ' αριθ. ...

κληροτεμάχιο, που περιλάμβανε και το επίδικο, όπως προαναφέρθηκε, την οποία ισοπέδωσε και διαμόρφωσε, το έτος 1976, και την περιέφραξε με τσιμεντοκολώνες και συρματόπλεγμα, δαπανώντας τότε, ποσό 600.000 δραχ., φύτεψε ελαιόδενδρα και οπωροφόρα δέντρα και διαμόρφωσε το έτος 1980, δρόμο, για την επικοινωνία αυτού με τον κεντρικό δρόμο, και στο διάστημα των ετών 1981 - 1983 κατασκεύασε σ'αυτό ισόγεια οικία και αποθήκη, αφού ζήτησε και έλαβε από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία την υπ' αριθ. .....

οικοδομική άδεια (η οποία όμως εκδόθηκε για το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο), δαπανώντας τότε ποσό 15.000.000 δραχμών. Όμως, οι ως άνω διακατοχικές πράξεις και κατασκευές στο επίδικο έγιναν σταδιακά, από το έτος 1976 μέχρι και το έτος 1983 από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου, όπως συνομολογεί και ο ίδιος (παρότι δεν αναφέρονται στον τίτλο του που συντάχθηκε το έτος 1994) δηλαδή έγιναν σε χρόνο που δεν είχε καταρτιστεί το υπ' αριθ. .....

συμβόλαιο ανταλλαγής με το οποίο περιήλθε η μεγαλύτερη έκταση του υπ' αριθ. ..... κληροτεμαχίου, στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος και πολύ περισσότερο, το υπ' αριθ. .... συμβόλαιο διανομής, με το οποίο περιήλθε στον ενάγοντα το προαναφερόμενο τμήμα του, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο και απέκτησε το δικαίωμά του και συνεπώς, οι προαναφερόμενες περιστάσεις και η κατάσταση που διαμορφώθηκε μέχρι τότε, και οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο επαχθείς συνέπειες από την ανατροπή της, δεν προήλθαν και δεν τελούν σε αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος αφού δεν ήταν κύριος του επιδίκου και αν τις είχε αντιληφθεί, δεν είχε δικαίωμα ούτε να διαμαρτυρηθεί, ούτε να εναντιωθεί σ'αυτές.

Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στην τέταρτη σκέψη, η άσκηση από τον ενάγοντα της κρινόμενης αγωγής για την προστασία του δικαιώματός του, δεν παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., και η ένσταση του εναγομένου είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., κατά το σχετικό πρώτο λόγο, μέρος πρώτο, της αναίρεσης που προβάλλει σχετική αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές και το αποδεικτικό του πόρισμα, αγνόησε ότι κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής αξιολογείται όχι μόνο η προηγούμενη αδρανής συμπεριφορά του διεκδικητή (ενάγοντος) προς άσκηση των εκ της κυριότητας δικαιωμάτων του, αλλά και εκείνη του άμεσου ή και του απώτερου δικαιοπαρόχου του υπό τα όμματα των οποίων (διεκδικητή, δικαιοπαρόχων) διενεργούσε επί μακρό χρονικό διάστημα ο νομέας ή κάτοχος και πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχός του διακατοχικές πράξεις επί του πράγματος και υποβαλλόταν σε σημαντικές δαπάνες προς αξιοποίησή του, τις οποίες εκείνοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν.

Τούτο, εξάλλου, είναι απόλυτα εναρμονισμένο προς την αρχή ότι ο αποκτών συμβατικώς την κυριότητα ακινήτου, αποδέχεται το δικαίωμα στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης, συνεπώς και με το βάρος των ενστάσεων που θα μπορούσαν να προταθούν κατ' αυτού. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, η αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις του, οι οποίες κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την παραμονή της συζήτησης της υποθέσεως, για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της 63/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, σε συνδυασμό με την απόφαση που αναιρέθηκε, διότι αποδεικνύεται προαπαραδεκτικώς η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση (βλ.

την 207/19-12-2005 έκθεση εκτελέσεως της 63/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Παναγιώτας Μπολώση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 228/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της 63/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1η Απριλίου 2008 . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ