Legislator Case Law & Legislation
978/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax recovery judgment due to inadmissible legal grounds.

Case Number 978/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a tax recovery notice. The State argued that the lower court erred in interpreting documents and failed to provide sufficient reasoning for rejecting the taxpayer's claim. The court ruled that these grounds were inadmissible because the disputed documents did not affect the final judgment and the lower court's reasoning was not legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 19, 20 KPolD; An appeal is inadmissible if the alleged error concerns documents that did not influence the judgment or if the reasoning is insufficient regarding matters without decisive impact on the outcome.

Keywords

AI generated
tax recovery notice inadmissible appeal insufficient reasoning document interpretation legal error standard tax enforcement court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 20 KPolD
Art. 561 no. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 978 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 978/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην … και, εν προκειμένω και τον Προϊστάμενο της ... Σερρών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Φ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Λαλούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1514/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 20-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 27-4-2015 αίτησης για αναίρεση της 1514/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη. Εξάλλου, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ) σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου", ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού Δημόσιο θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων της ανακοπής, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν την αντικατάσταση του με την παρ.2 του άρθρου 7 του ν.4224/2013), νόμιμο τίτλο, αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.

Γίνεται όμως δεκτό, ότι η ελλείπουσα από τον νόμιμο τίτλο λεπτομερής αναγραφή του φερόμενου ως οφειλόμενου χρηματικού ποσού, μπορεί να συμπληρωθεί με έγγραφα που το συγκεκριμενοποιούν επαρκώς, εφόσον αυτά έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί, με νόμιμο τρόπο, στον φερόμενο ως οφειλέτη πριν την καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικαστική του αμφισβήτηση με άσκηση ανακοπής, εφόσον έτσι ο τελευταίος έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος του και ουδεμία δικονομική βλάβη υφίσταται και κατ’ επέκταση αποτρέπεται η αιτία της οφειλόμενης εξειδίκευσης του νόμιμου τίτλου [σχ.ΑΠ 175/2015,434/2015,2284/2009].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας τον προβαλλόμενο από τον ανακόπτοντα ήδη αναιρεσίβλητο ,με την από 23-6-2009 ανακοπή του κατ’ άρθρο 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ, λόγο της αοριστίας και έλλειψης αιτιολογίας του νόμιμου τίτλου, ήτοι της ...-3-2009 ταμειακής βεβαίωσης και αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου της ..., βάσει των οποίων φέρεται να οφείλει στο καθού και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ποσό 55.266,55 ευρώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. ...-12-2003 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ...

Τράπεζας (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και του εφεσίβλητου, (ήδη αναιρεσίβλητου), ρυθμίστηκαν ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου, προς την παραπάνω Τράπεζα, από πλήθος δανειακών συμβάσεων που είχε συνάψει μ’ αυτήν. Συγκεκριμένα, με την παραπάνω πρόσθετη πράξη, κατόπιν μελέτης βιωσιμότητας της κτηνοτροφικής μονάδος που διατηρούσε ο εφεσίβλητος και εκτίμησης των ενυπόθηκων περιουσιακών του στοιχείων και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ 4216/Β/269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, διαγράφηκε μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και συμφωνήθηκε, ότι, μετά την παραπάνω διαγραφή και την τακτοποίηση των εκκρεμών εισπράξεων, οι μέχρι 31-12-2000 συνολικές οφειλές του εφεσίβλητου ανέρχονται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ, το οποίο ρητά συμφωνήθηκε, ότι με βάση την εν λόγω πρόσθετη πράξη, που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος των αναφερόμενων σ’ αυτήν δανειστικών συμβάσεων, αποτελεί πλέον ένα νέο δάνειο, που διέπεται από τους ειδικότερα αναφερόμενους στην πράξη αυτή όρους, περί περιόδου αποπληρωμής, επιτοκίων, πλέον εισφοράς του Ν. 128/1975, επιτοκίου υπερημερίας, χρεωλύσιου και τους όρους των δανειστικών συμβάσεων, που υποβλήθηκαν στη ρύθμιση.

Για την νέα δε, αυτή ρύθμιση, παρασχέθηκε, σύμφωνα με την παραπάνω, υπ’ αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001 (ΦΕΚ Β’ 162/16-2-2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, περί "Ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών - πτηνοτροφικών επιχειρήσεων", η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσείοντος). Επίσης, με την υπ’ αριθμ. ...-12-2003 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ...

Τράπεζας και του εφεσίβλητου, ρυθμίστηκαν ληξιπρόθεσμες οφειλές, που είχε, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...28-12-2001 βεβαιωτική κατάσταση της ΔΟΥ ..., προς το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 119.043,56 ευρώ, "από εγγυημένα και μόνο δάνεια της ΑΤΕ, που είχαν βεβαιωθεί στην αρμόδια ΔΟΥ, έπειτα από κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για τα εν λόγω δάνεια, την 31-12-2000, όπως αναφέρεται στην εν λόγω σύμβαση, την είσπραξη δε, των οφειλών αυτών και την επιστροφή των εισπραττόμενων ποσών, στο Ελληνικό Δημόσιο, ανέλαβε, η ΑΤΕ, ως εντολοδόχος αυτού (Δημοσίου), για λογαριασμό του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη, υπ’ αριθμ. 4216/Β/269/7-2-2001, απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

Στις 6-2-2009, η Προϊσταμένη της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το υπ’ αριθμ πρωτ .../6-2-2009 έγγραφό της, με θέμα "Βεβαίωση οφειλών των Δανειοληπτών του συνημμένου χρηματικού καταλόγου", προς την ..., απέστειλε στην τελευταία, "συνημμένα δικαιολογητικά, που αφορούν την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", σε βάρος των κατονομαζόμενων στο έγγραφο αυτό 11 δανειοληπτών, μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος, προκειμένου, όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, να βεβαιωθεί σε βάρος όλων των (11) δανειοληπτών, το συνολικά αναφερόμενο ποσό των 155.122,76 ευρώ.

Τα δικαιολογητικά που απεστάλησαν στην ..., σχετικά με την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, είναι, όπως προκύπτει και επικαλείται και το εκκαλούν Δημόσιο, τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και με την έφεσή του, ένας "Χρηματικός κατάλογος οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου", στον οποίο αναφέρονται τα ονόματα των οφειλετών, οι διευθύνσεις τους και το ΑΦΜ και παραπλεύρως αυτών, ένα συνολικό χρηματικό ποσό, μεταξύ δε, των αναγραφόμενων οφειλετών είναι και ο εφεσίβλητος, ο οποίος αναγράφεται τρεις φορές, ως οφειλέτης και παραπλεύρως των στοιχείων του, αναγράφονται μόνο, τα συνολικά ποσά των 16.566,68 ευρώ, 18.188,97 και 20.155,01 ευρώ.

Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της ..., με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθμ ...-3-2009 ταμειακή βεβαίωση, βεβαίωσε σε βάρος των αναφερόμενων στον χρηματικό κατάλογο δανειοληπτών, το συνολικό ποσό των 155.122,76 ευρώ, κάτω από "Τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου οικ.

έτους 2009", στην οποία αναγράφεται "Ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού- ... (ΚΑΧΚΕΕΔ)" και στη συνέχεια το προαναφερόμενο ποσό των 155.122,76 ευρώ, αναλύεται ως εξής: "Κεφάλαιο 29.781,46, τόκοι συμβατικοί 104.792,10, τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 16.801,64, τόκοι υπερημερίας υπέρ Δημοσίου 3.747,56". Η παραπάνω δε, ταμειακή βεβαίωση, έχει το εξής περιεχόμενο: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης της ΔΟΥ με ...

και για ποσό 155.122,76 ευρώ" και σ’ αυτήν επισυνάφθηκε ο παραπάνω χρηματικός κατάλογος, με το προαναφερόμενο, όσον αφορά τον ανακόπτοντα περιεχόμενο. Άλλα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, ότι συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο, εκτός του παραπάνω χρηματικού καταλόγου.

Ακολούθως, εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ..., σε βάρος του εφεσίβλητου, η υπ’ αριθμ. ...-5-2009 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών, για κεφάλαιο ποσού 54.719,36 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων ποσού 547,19 ευρώ, μέχρι την ημέρα έκδοσης της ειδοποίησης αυτής και συνολικά, για ποσό 55.266,55 ευρώ, η εν λόγω δε, ειδοποίηση επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 27-5-2009, οπότε έλαβε αυτός γνώση της προαναφερόμενης συνολικής οφειλής του, την οποία και κλήθηκε, με την ίδια ειδοποίηση, να τακτοποιήσει, εντός 15 ημερών από την έκδοσή της.

Από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, με την συνοδεύουσα αυτήν τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση, που αφορά όλους τους αναφερόμενους στον χρηματικό κατάλογο δανειολήπτες και τον χρηματικό κατάλογο, στον οποίο, όσον αφορά τον εφεσίβλητο, αναγράφονται μόνο, τα συνολικά ποσά των 16.566,68 ευρώ, 18.188,97 και 20.155,01 ευρώ, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των ποσών αυτών και ειδικότερα, δεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, από ποιές συγκεκριμένα, συμβάσεις προκύπτουν τα παραπάνω ποσά, δηλαδή, αν προέρχονται από την υπ’ αριθμ. ...-12-2003 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών ή την υπ’ αριθμ ...-12-2003 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, μεταξύ του εφεσίβλητου και της ΑΤΕ ή και από τις δύο αυτές συμβάσεις, ούτε περαιτέρω, γίνεται κανένας ειδικότερος προσδιορισμός, των τριών αυτών συνολικών ποσών, ούτε καν κατά κεφάλαιο και τόκους, με συνέπεια, να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής, από τον εφεσίβλητο.

Το εκκαλούν- καθ’ ου η ανακοπή, το οποίο...., βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή, καθόσον, στη δίκη επί της ένδικης ανακοπής, επέχει τη θέση ενάγοντος, ενώ ο εφεσίβλητος- ανακόπτων τη θέση εναγομένου, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, που αποτελεί το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της οφειλής του εφεσίβλητου, κατά τον ΚΕΔΕ ....

και αφορά, όπως επίσης ισχυρίζεται την προαναφερόμενη, υπ’ αριθμ ...-12-2003 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, μεταξύ του εφεσίβλητου και της ΑΤΕ, "στηρίζεται και σε εξαιρετικά λεπτομερειακές καταστάσεις του Υποκαταστήματος Νιγρίτας της ΑΤΕ, από τις οποίες προκύπτουν όλα τα στοιχεία που αφορούν τις επίδικες οφειλές (είδος οφειλής, σχετικές υπουργικές αποφάσεις, λογαριασμούς, τύπος απαίτησης, κωδικός αριθμός πελάτη, επώνυμο, όνομα, ΑΦΜ, αριθμός και ημερομηνία σύμβασης, αρμόδια ΔΟΥ, εκταμιεύσεις, διάρκεια, συμβατικό επιτόκιο και επιτόκιο υπερημερίας, υπόλοιπο κεφάλαιο, κεφάλαιο και τόκοι στη λήξη της απαίτησης, τόκοι ποινής υπέρ ΑΤΕ, τόκοι ποινής υπέρ Δημοσίου, συμβατικό επιτόκιο, επιτόκιο υπερημερίας κλπ)", χωρίς να επικαλεστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κανένα συγκεκριμένο έγγραφο της παραπάνω Τράπεζας.

Πρώτη φορά, στην παρούσα δίκη, επικαλείται με τις προτάσεις του και προσκομίζει τρία έγγραφα, της ΑΤΕ, με τίτλο " Εκτύπωση βεβαιωμένης απαίτησης" και ημερομηνία εκτύπωσης, 19-2-2008, στα οποία αναγράφονται, ως ποσά απαίτησης προς βεβαίωση, τα παραπάνω συνολικά ποσά των 16.566,68 ευρώ, 18.188,97 και 20.155,01 ευρώ, αντίστοιχα, αριθμός λογαριασμού ...

και "προϊόν: ...", σ’ όλες. Στην εκτύπωση δε, που αφορά το ποσό των 16.566,68 ευρώ, αναγράφεται, ως "τύπος απαίτησης", "Απαιτητοί τόκοι" και το ποσό αυτό αναλύεται στη συνέχεια, με αιτιολογίες, "Τόκοι στη λήξη της απαίτησης, τόκοι μετά τη λήξη με συμβατικό επιτόκιο, τόκοι ποινής υπέρ ΑΤΕ, τόκοι ποινής υπέρ Δημοσίου", στις δε, λοιπές δύο εκτυπώσεις, που αφορούν τα ποσά των 18.188,97 και 20.155,01 ευρώ, αντίστοιχα, αναγράφεται ως "τύπος απαίτησης", "Ρύθμιση ...- οφειλ.

ΔΟΥ", τα ποσά δε αυτά, αναλύονται στη συνέχεια με αιτιολογίες "Κεφάλαιο στη λήξη της απαίτησης, τόκοι στη λήξη της απαίτησης, επιβαρύνσεις στη λήξη της απαίτησης, τόκοι μετά τη λήξη με συμβατικό επιτόκιο, τόκοι ποινής υπέρ ΑΤΕ, τόκοι ποινής υπέρ Δημοσίου" και παραπλεύρως των παραπάνω αιτιολογιών και στις τρεις εκτυπώσεις, αναγράφεται ένα συνολικό ποσό, ανά αιτία, χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο προσδιορισμό, των ποσών αυτών και χωρίς να προκύπτει, ποιά ή ποιες συμβάσεις αφορούν.

Πέραν όμως, της ασάφειας των παραπάνω εγγράφων, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτά συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, ούτε εξάλλου προκύπτει ούτε άλλωστε, το εκκαλούν επικαλείται, ότι κοινοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο, τα έγγραφα που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ’ αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο, πριν την άσκηση της ανακοπής του, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους του, που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ατομική ειδοποίηση, η οποία είναι το μόνο έγγραφο που προκύπτει, ότι επιδόθηκε στον εφεσίβλητο και στο οποίο αναφέρεται μόνον, ότι έχει "ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Δημόσιο", συνολικού ύψους 55.266,55 ευρώ, από το οποίο, ποσό 54.719,36 ευρώ, αντιστοιχεί σε κεφάλαιο και ποσό 547,19 ευρώ σε προσαυξήσεις, χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και της αιτίας τους.

Ενόψει αυτών, εφόσον από την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, την προαναφερόμενη Τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών και το χρηματικό κατάλογο που την συνοδεύουν, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σ’ αυτήν, οφειλής του εφεσίβλητου, όπως απαιτείται .... ώστε, να λάβει αυτός πλήρη γνώση της οφειλής που βεβαιώθηκε δυνάμει αυτής και να παρέχεται σ’ αυτόν η ευχέρεια να ελέγξει τη νομιμότητα και τη βασιμότητα των αναφερόμενων στα έγγραφα αυτά κονδυλίων και να προβάλλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, το δε δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής του, να μπορεί με ασφάλεια, να διαγνώσει την αμφισβητούμενη από τον εφεσίβλητο οφειλή, η βεβαίωση αυτή δεν έχει την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή, τόσον από τον ίδιο όσο και από το Δικαστήριο.....".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2,3 του ΚΕΔΕ, 11 του ν.2322/1995, 65 του ν. 2362/1995 και 51 του π/δτος 16/1989, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες εφόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι από τον προσβληθέντα με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου "νόμιμο τίτλο", αποτελούμενο από την ταμειακή βεβαίωση και τα μοναδικά έγγραφα που την συνόδευαν, ήτοι την τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση και τον χρηματικό κατάλογο, δεν προέκυπτε η ακριβής αιτία της αναφερόμενης σ’ αυτά οφειλής του, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να μην μπορεί να ελέγξει την νομιμότητα και βασιμότητά της, υφιστάμενος έτσι δικονομική βλάβη, δικαιολογούν την ακύρωση, λόγω αοριστίας και έλλειψης αιτιολογίας, του προσβληθέντος νόμιμου τίτλου.

Το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης επικαλούμενο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ΚΕΔΕ και εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του ν.2322/1995, 65 του ν.2362/1995 και 51 του π/δτος 16/1989, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συγχέει την έννοια του νόμιμου τίτλου με αυτήν της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον μετά την αποστολή της σχετικής ταμειακής ειδοποίησης του Προϊσταμένου της ...

μπορούσε και όφειλε να λάβει ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος γνώση όλων των εγγράφων που συγκροτούν τον νόμιμο τίτλο και ότι "ανεξάρτητα με όσα δέχθηκε", ο συγκροτούμενος από τα διαβιβασθέντα από την ΑΤΕ και συνοδεύοντα τους χρηματικούς καταλόγους έγγραφα, νόμιμος τίτλος, περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτού στοιχεία.

Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στο αυθαίρετο και μη στηριζόμενο στις ανωτέρω διατάξεις συμπέρασμα, ότι η δυνατότητα του αναιρεσίβλητου να πληροφορηθεί την αιτία της οφειλής του, αίρει την δική του δικονομική υποχρέωση συγκεκριμενοποίησης του νόμιμου τίτλου του οποίου επιδιώκει την εκτέλεση, ως προς το δεύτερο δε σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι με επίφαση την άνω αναιρετική πλημμέλεια πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας αντίθετη παραδοχή του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για την ίδια ως άνω δικαιολογητική αιτία, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό την κατ’ επίκληση αιτίασης περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έκανε δεκτό ότι ο νόμιμος τίτλος συνοδευόταν από όλα τα έγγραφα που συγκεκριμενοποιούσαν την απαίτηση.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Εξάλλου για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει επί πλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού με ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης. Αντίθετα αν το έγγραφο αφορά απόδειξη ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην δίκη, ο λόγος είναι απαράδεκτος (ΑΠ2060/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ. επικαλούμενο εσφαλμένη ανάγνωση των τριών εγγράφων της ΑΤΕ, τα οποία για πρώτη φορά προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιόν του, με την έννοια ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε το περιεχόμενό τους ασαφές, ενώ από αυτό προέκυπτε επαρκώς η οφειλή του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον τα ανωτέρω έγγραφα καμμία επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ασκούν, αφού τo Εφετείο, με παραδοχή που δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναίρεσης, δέχθηκε, ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν συνόδευαν τον νόμιμο τίτλο, ούτε είχαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο γνωστοποιηθεί στον αναιρεσίβλητο πριν την άσκηση της ανακοπής του, οπότε και μόνο θα ήταν ουσιώδη με την προαναφερόμενη έννοια.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ.176,183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν.3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1514/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ