Supreme Court dismisses appeal on equal treatment claim regarding casino employee relocation bonuses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim for equal treatment. The plaintiffs argued they were discriminated against by not receiving a €10,000 relocation bonus granted to other casino employees transferred to private entities. The court held that the plaintiffs, who had been transferred to public bodies before the bonus law was enacted, were not in an identical employment situation and thus no unlawful discrimination occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 22, 1, 4, 6, 7 of the Constitution; Article 4, paragraph 7 of Law 3139/2003: No discrimination exists where individuals transferred to public bodies prior to the enactment of a relocation bonus for private casino entities were not eligible for the same financial incentive, as their employment circumstances differed fundamentally from those of employees transferred to the private companies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 978 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 978/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 4) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 6)α) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., β) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., γ) Χ. Κ. του Κ., 2, δ) Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως μόνων καθολικών διαδόχων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσης Ζ.
Μ. του Γ., σύμφωνα και με την από 18-5-2011 γνωστοποίηση βιαίας διακοπής δίκης, 7) Π. Σ. του Ξ., κατοίκου ..., 8) Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 9) Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 11) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 12) Γ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., 13) Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 14) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 15) Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 16) Δ.
Λ. του Χ., κατοίκου ..., 17) Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 18) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 19) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 20) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 21) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 22)α) Ζ. Γ. του Β., χήρας Δ. Ζ., κατοίκου ..., β) Ν. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., γ) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ως μόνων καθολικών διαδόχων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος Δ.
Ζ. του Ν., σύμφωνα με την από 18-5-2011 γνωστοποίηση βιαίας διακοπής δίκης, 23) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... και 24) Α. Κ. του Ε., κατοίκου .... Οι 1η, 2η, 3ος, 9η, 11ος, 12ος, 18ος, 19ος και 21η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τιτίκα Νικέα - Μουράτογλου. Οι 4ος, 14ος, 20η και 23η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Οι 5η, 6οςα, 6οςβ, 6οςγ, 6ηδ, 7η, 8η, 10ος, 13η, 15ος, 16ος, 17η, 22ηα, 22οςβ, 22οςγ και 24ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαργετίνα Στεφανάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 790/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5235/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 01-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 5-05-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Όμως, δε νοείται δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας όταν αυτή (η διάκριση) αφορά έννομες σχέσεις ή συνέπειες προγενέστερες της ισχύος της νομοθετικής ρυθμίσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εντελώς διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις. Εξάλλου, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση και διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ. Στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου νόμου ορίζεται ότι το προσωπικό που υπηρετεί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει προσληφθεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών των καταργούμενων, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του παρόντος, υπηρεσιών Αυτεπιστασίας του ΕΟΤ (Υ.Α./Ε.Ο.Τ.) σε θέσεις προσωπικού που έχουν συσταθεί σε εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 3 της υ.α. 32782/10-18.5.1968, μεταφέρεται αυτοδίκαια με την κατάργηση των ως άνω υπηρεσιών στην εταιρία με την ίδια σχέση εργασίας.
Στην δε παρ. 3 περίπτωση β' εδ. πρώτο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν η εταιρία διαπιστώσει ότι είναι αναγκαία η ορθολογικότερη αναδιάταξη του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν και προέρχεται από μεταφορά, ιδίως διότι μία ή περισσότερες μονάδες εκμεταλλεύσεως δεν λειτουργούν, υπολειτουργούν ή έχουν παραχωρηθεί κ.λπ.
τότε το πλεονάζον προσωπικό επιτρέπεται να μετατάσσεται στο Δημόσιο (κεντρικές υπηρεσίες και υπηρεσίες της Περιφέρειας), Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ α' και β' βαθμού με την ίδια ή συναφή σχέση εργασίας. Οι εν λόγω μετατάξεις σύμφωνα με την παρ. 5 επιτρέπεται να διενεργούνται για διάστημα τριών (3) ετών από τη σύσταση της εταιρίας.
Το χρονικό αυτό διάστημα παρατάθηκε διαδοχικά για δύο (2) ακόμη έτη με την Κ.Υ.Α Τ/4529/2001 και μέχρι τις 31-12-2004 με το άρθρο 49 παρ. 7α ν. 3220/2004. Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3139/2003 αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ" Καζίνο - Ξενοδοχείο Τελεφερίκ ...
και Καζίνο ..., από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές ...", ενώ με την παράγραφο 7 περίπτωση α' του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το πιο πάνω προσωπικό μπορεί "μέσα σε ένα έτος από τη μεταφορά του στις εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλλει αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο, είτε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α ή β βαθμού.
Την απόφαση για την αποδοχή της αίτησης λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο κάθε εταιρίας, το οποίο αποφασίζει για τη χορήγηση εφάπαξ ποσού σε κάθε μεταφερόμενο εργαζόμενο, ύψους, μετά την αφαίρεση όλων των νομίμων επιβαρύνσεων, 10.000 ευρώ και διαβιβάζει τις αιτήσεις στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης".
Τέλος, κατά το άρθρο 11 του ιδίου νόμου η ισχύς αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και της παραγράφου 1 του άρθρου 5, οι οποίες ισχύουν από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του ν. 2837/2000. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η ρύθμιση της παραγράφου 7α' του άρθρου 4 ν. 3139/2003, που αφορά στο προσωπικό των επιχειρηματικών μονάδων Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας το οποίο μεταφέρθηκε στις ιδρυθείσες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών, θυγατρικές της ΑΕ "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα" εταιρείες και στην οποία (ρύθμιση) δεν περιλαμβάνονται όσοι από τους εργαζόμενους είχαν ήδη μεταταχθεί βάσει της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 3 περίπτωση β' του ν. 2636/1998, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού όπως προαναφέρθηκε, διάκριση αντίθετη προς την εν λόγω αρχή δε νοείται όταν αυτή αφορά σε προγενέστερες και μη ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του νόμου έννομες σχέσεις.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 790/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αυτής, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, τα εξής:
«Οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες προσλήφθηκαν από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΕΟΤ)", μεταξύ των ετών 1973 και 1998, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών εργάσθηκαν στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας "Καζίνο -Ξενοδοχείο - Τελεφερίκ Πάρνηθας" με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες ο καθένας, μέχρι την κατάργησή της με το νόμο 2837/2000, οπότε μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στη συσταθείσα με το νόμο 2636/1998, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", μετονομασθείσα στη συνέχεια σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΕΤΑ Α.Ε)", ως διάδοχο εταιρεία (αναίρεσίβλητη - εναγομένη), όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη.
Ακολούθησε η υποβολή αιτήσεων από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες προς την τελευταία, για τη μετάταξή τους, κατόπιν των οποίων, εντός του έτους 2002, μετατατάχθηκαν οι πρώτη και δεύτερη στο Δήμο Ιλίου, ο τρίτος στο Δήμο Βύρωνα, ο τέταρτος στο Ταμείο Λαϊκών Αγορών, η πέμπτη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, η έκτη στο ΙΚΑ, η έβδομη στο Δήμο Λυκόβρυσης, η όγδοη στο Υπουργείο Ανάπτυξης, η ενάτη στο ΙΚΑ, ο δέκατος στην Περιφέρεια Αττικής, ο ενδέκατος στο ΤΕΙ Αθήνας, ο δωδέκατος στο Δήμο Αθηναίων, οι δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος στο Ταμείο Λαϊκών Αγορών, οι δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος και δέκατη έβδομη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, οι δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος και εικοστή στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης του ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α, η εικοστή πρώτη στο Δήμο Ζωγράφου, ο εικοστός δεύτερος στον ΟΑΕΔ Πάτρας, η εικοστή τρίτη στο ΙΚΑ Σιδηροκάστρου και ο εικοστός τέταρτος στο Ταμείο Λαϊκών Αγορών.
Η μετάταξή τους έγινε μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως πλεονάζον προσωπικό χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό κίνητρο, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν κατά τον πιο πάνω χρόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις. Τέτοιο οικονομικό κίνητρο, ποσού 10.000 ευρώ, προβλέφθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3139/2003 για τη μετάταξη υπαλλήλων που υπηρετούσαν στα Καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και ειδικότερα αυτών που εργάζονταν στις Υπηρεσίες Αυτεπιστασίας Καζίνου Πάρνηθας και λοιπών Καζίνο, οι οποίοι από 3-8-2000 μεταφέρθηκαν στην "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" μετονομασθείσα σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και ήδη σε "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" (αναιρεσίβλητη -εναγομένη) και στη συνέχεια μετά την ίδρυση από αυτή των ανωνύμων εταιριών με τις επωνυμίες "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" και "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΕ", στις τελευταίες εταιρίες.
Ειδικότερα, η πιο πάνω ρύθμιση σχετικά με την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ αφορά τη συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στις συσταθείσες εταιρίες των Καζίνο, που διαφοροποιείται από αυτή των αναιρεσειόντων - εναγόντων, οι οποίοι ουδέποτε μεταφέρθηκαν στις εν λόγω εταιρίες, αλλά κατόπιν αίτησής τους μετατάχθηκαν σε φορείς του Δημοσίου, ΟΤΑ κ.λπ.
Έτσι δεν πρόκειται για όμοιες εργασιακές καταστάσεις και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαολόγητα δυσμενής διάκριση σε βάρος των αναιρεσειόντων - εναγόντων από τη μη χορήγηση σ' αυτούς του άνω βοηθήματος, καθόσον μάλιστα λόγοι δημόσιου συμφέροντος οδήγησαν στη θέσπιση του βοηθήματος αυτού ως κινήτρου για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος προσωπικού από τις εταιρίες των Καζίνο και την ιδιωτικοποίηση στη συνέχεια αυτών με ρυθμίσεις που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα τους».
Με βάση δε αυτές τις παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι δε που έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, πλην όμως αφού κατέληξε σε ορθό διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ήδη μεταταγεί στους προαναφερθέντες φορείς πριν όμως θεσπισθεί με το άρθρο 4 παρ. 7α ν. 3139/2003 το ως άνω οικονομικό κίνητρο, με συνέπεια να μην υπάγονται αυτοί στη ως άνω διάταξη, αφού δεν ήσαν τότε ενεργές οι έννομες σχέσεις τους και συνακόλουθα δεν ετίθετο ζήτημα άνισης μεταχείρισης ως προς αυτούς, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22, 1 παρ.
εδ. β του ισχύοντος Συντάγματος καθώς και αυτή του άρθρου 4 παρ. 6 και 7 του ν. 3139/2003 τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ και όχι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα όπως εσφαλμένα αναφέρουν στο αναιρετήριό τους οι αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 5235/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ