Supreme Court dismisses appeal for failure to prove management status and rejects vague document distortion claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the plaintiff's employment status. The plaintiff argued she was not a manager, but the court found her arguments based on documents and an affidavit were baseless because the lower court had properly considered them. Furthermore, the claim that the lower court distorted the content of specific documents was rejected as too vague to be actionable under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 of the Washington Convention; Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure: Management status is determined by specific supervisory duties and authority, not merely by salary; an appeal alleging distortion of document content must specify the true content versus the accepted content to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 978 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 978/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΟΥΖΟΣ 4 ΚΑΠΠΑ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στη Ν. Χαλκηδόνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ρηγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12493/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας διάβασε την από 3-9-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 356/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια του εδαφ. α του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το Ν. 2269|1920, ως πρόσωπα, τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία λόγω των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, εις τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους λόγω της άσκησης των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού, έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι αυτό και τα πρόσωπα αυτά αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές, εβδομαδιαία ανάπαυση νυκτερινή εργασία, ετήσια χορήγηση άδειας. Επομένως οι υπάλληλοι αυτοί δε δικαιούνται να λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση είτε πρόκειται για ώρες εργασίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υπερεργασία, ως υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη μη έχοντας για την τελευταία αξίωση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη τους, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, αφού αυτή δεν οφείλεται σε παράνομη αιτία, είτε πρόκειται για νυκτερινή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και σε ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης καθώς επίσης και για αποδοχές, επίδομα και αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης.
Η έννοια της διευθυντικής θέσης, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνοι που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς εργαζόμενους.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απορρίπτοντας έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 12493/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή αυτής, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) εταιρία αποτελεί μια από τις μεγάλες επιχειρήσεις εισαγωγής έτοιμων ενδυμάτων στην Ελλάδα.
Διατηρεί 15 καταστήματα σε πολλές πόλεις της χώρας, από τα οποία δύο στη Θεσσαλονίκη και απασχολεί συνολικά 215 υπαλλήλους. Το έτος 1993 προσέλαβε την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για να εργαστεί ως πωλήτρια στο κατάστημα της στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ... αρ. ... Η ενάγουσα από τότε εργάστηκε συνεχώς μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1998, ως πωλήτρια στο ανωτέρω κατάστημα, επί πέντε μέρες την εβδομάδα, κατά το ωράριο των καταστημάτων πώλησης και λάμβανε ως αμοιβή το νόμιμο, σύμφωνα με τις Σ.Σ.Ε μισθό και επί πλέον κάθε μήνα ποσοστό 1% επί των καθαρών μηνιαίων εσόδων από τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε η ίδια.
Τότε (τον Οκτώβριο του 1998), η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην αναιρεσείουσα τη διεύθυνση του προαναφερόμενου καταστήματος της. Έκτοτε η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στο εν λόγω κατάστημα ως διευθύντρια μέχρι τις 8-5-2004, οπότε λόγω των διενέξεων που είχαν εμφανιστεί στη μεταξύ τους συνεργασία η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε εγγράφως την εργασιακή σύμβαση καταβάλλοντος στην αναιρεσείουσα και τη νόμιμη αποζημίωση.
Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα (δηλαδή από Οκτώβριο του 1998 μέχρι Μάιο του 2004) η αναιρεσείουσα ασκούσε τη διεύθυνση του άνω καταστήματος με όλες τις αρμοδιότητες και ευθύνες που είχαν οι διευθυντές (προϊστάμενοι) όλων των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης. Βέβαια, τη διεύθυνση των υποθέσεων της όλης επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και την αποφασιστική αρμοδιότητα των εν γένει δραστηριοτήτων της είχε διοικητικό συμβούλιο αυτής.
Όμως από αυτή έχουν ανατεθεί σε όλους τους προϊσταμένους των καταστημάτων της καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης κάθε καταστήματος, που το καθένα αποτελεί σημαντικό τμήμα της επιχείρησης της. Έτσι η αναιρεσείουσα, ως προϊσταμένη του προαναφερόμενου καταστήματος της αναιρεσίβλητης είχε την ευθύνη για την καλή λειτουργία του καταστήματος αυτού.
Είχε τα κλειδιά τούτου και ήταν η μόνη που γνώριζε τους κωδικούς του συναγερμού. Το ωράριο εργασίας της δεν ελεγχόταν από άλλον και αυτή μόνο είχε τον έλεγχο των ταμείων και των εισπράξεων. Είχε την εποπτεία των λοιπών εργαζομένων, στους οποίους υποδείκνυε τις εργασίες που έπρεπε να κάνουν. Προγραμμάτιζε τις άδειες των εργαζομένων, τους ενημέρωνε σχετικά με τα καθήκοντα τους και έλεγχε την απόδοση τους.
Έκανε τις εισηγήσεις για την πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού και τις σχετικές συμβάσεις εργασίας τις υπέγραφε αυτή. Αυτή, επίσης έκανε την αναγγελία στον ΟΕΑΔ για τις προσλήψεις ή αποχωρήσεις των υπαλλήλων του καταστήματος. Στις προσλήψεις ή απολύσεις των υπαλλήλων είχε αποφασιστικό λόγο αφού ερχόταν σε επαφή μαζί τους και πάντοτε οι εισηγήσεις της γινόταν δεκτές από το Δ.Σ της αναιρεσίβλητης, όπως και όλων των άλλων προϊσταμένων.
Ήταν υπεύθυνη για τις παραγγελίες εμπορευμάτων στο κατάστημα της και προέβαινε σε κάθε ενέργεια που ήταν αναγκαία για την προώθηση των πωλήσεων του καταστήματος. Είχε οριστεί εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και αστικώς και ποινικώς υπεύθυνη αυτής ενώπιον κάθε αρχής και Δικαστηρίου. Κυρίως όμως η αναιρεσείουσα, μαζί με τους υπόλοιπους προϊσταμένους των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης συμμετείχε συχνά στο συμβούλιο προϊσταμένων, το οποίο συνερχόταν στην Αθήνα και το οποίο αποφασιστικά μαζί πάντοτε με το Δ.Σ αυτής, προσδιόριζε το είδος και την ποιότητα των εμπορευμάτων και λάμβανε ενεργά μέρος στη λήψη αποφάσεως για την αύξηση των πωλήσεων της επιχείρησης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα μέχρι τον Οκτώβριο του 1998 ως πωλήτρια λάμβανε το νόμιμο μισθό της και επί πλέον κάθε μήνα και ποσοστό 1% επί των πωλήσεων που αυτή πραγματοποιούσε στο κατάστημα. Το ίδιο συνέβαινε και με τους άλλους υπαλλήλους (πωλητές) του ίδιου καταστήματος. Από τότε όμως που ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης άλλαξε ο τρόπος πληρωμής της και πλέον αυτή (όπως και όλοι οι προϊστάμενοι των άλλων καταστημάτων) εισέπραττε πέρα από το νόμιμο μισθό της και ποσοστό 1,5% επί των πωλήσεων που πραγματοποιούσαν όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος.
Έτσι οι μηνιαίες αποδοχές της αυξήθηκαν σημαντικά και σχεδόν διπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα το έτος 1997 έλαβε ως πωλήτρια 2.875.000 δρχ. (= 8.437 ευρώ) για μισθούς και 812.520 δρχ. (= 2384 €) ποσοστό επί των πωλήσεων (ατομικά) και συνολικά 3.687.520 δρχ. (= 10821 €) και το έτος 1999, ως προϊσταμένη έλαβε 3.186.230 δρχ. ( =9.350 €) για μισθούς, 2.726.330 δρχ. (= 8.000 €) για ποσοστό επί των πωλήσεων (όλων των υπαλλήλων του καταστήματος) και συνολικά 5.912.550 δρχ. (= 17.351€).
Οι αποδοχές της συνολικά ήταν σχεδόν διπλάσιες των πωλητών του ίδιου καταστήματος. Ειδικότερα το έτος 2003 η αναιρεσείουσα εισέπραξε συνολικά 23.939 ευρώ, ενώ η ..., ..., ... και ... (πωλητές) εισέπραξαν 12.241, 1 1.885, 1 1.885 και 10418 ευρώ, αντίστοιχα. Περαιτέω, το Εφετείο, δέχθηκε ότι "ναι μεν η διεύθυνση των υποθέσεων της όλης επιχείρησης της εναγομένης και την αποφασιστική αρμοδιότητα των εν γένει δραστηριοτήτων της είχε το διοικητικό συμβούλιο αυτής, πλην από την εναγομένη έχουν ανατεθεί σε όλους τους προϊσταμένους των καταστημάτων της καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης κάθε καταστήματος, που το καθένα αποτελεί σημαντικό τμήμα της επιχείρησης.
Ακόμη έχουν ανατεθεί στους προϊσταμένους και αρμοδιότητες, να ασκούν ουσιαστικά δικαιώματα του εργοδότη. Οι προϊστάμενοι των καταστημάτων ενεργούν πάντοτε στα πλαίσια του κερδοσκοπικού προσανατολισμού της εναγομένης και των αποφάσεων του Δ.Σ., τις οποίες εξειδικεύουν. Όμως, πέραν των αποφασιστικών πρωτοβουλιών, που αναπτύσσει ο καθένας τους στο κατάστημά του, όλοι τους είναι μέλη του συμβουλίου προϊσταμένων των καταστημάτων, το οποίο συνεδριάζει τακτικά, μαζί με το Δ.Σ.
της εταιρίας και λαμβάνει αποφάσεις, σε σχέση κυρίως με τις παραγγελίες των εμπορευμάτων.. Η ενάγουσα ασκούσε, με τη συμμετοχή της στο ως άνω συμβούλιο προϊσταμένων ευρύτερες αρμοδιότητες σε σημαντικό τομέα της όλης επιχείρησης της εναγομένης, ώστε να επηρεάζεται αποφασιστικά από τις δραστηριότητές της η όλη πορεία και εξέλιξη της επιχειρήσεως".
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι "Ο έλεγχος και η εποπτεία της ενάγουσας από την εργοδότιδα έγινε χαλαρότερος από τότε (Οκτώβριος 1998) που αυξήθηκε προς το πρόσωπό της ενάγουσας η εμπιστοσύνη της εναγομένης και της ανατέθηκαν καθήκοντα εποπτείας προσωπικού και γενικότερης διεύθυνσης του ως άνω καταστήματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η αναιρεσείουσα κατείχε θέση εποπτείας διευθύνσεως και εμπιστοσύνης στην επιχείρηση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν είχε νόμιμες αξιώσεις αμοιβής για υπερεργασία, υπερωρία (ιδιόρρυθμη και παράνομη), εργασία για Σάββατα και Κυριακές και για αποζημίωση και επίδομα άδειας και γι' αυτό απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή αυτής και συνεπώς ο πρώτος, εκ του άρθρου δε 559 περ. 1 λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα τα αντίθετα υποστηρίζει, ήτοι δηλαδή ότι δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο ορθά οι διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογία ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα" δηλαδή ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, ήτοι τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα' αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.
Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τ' αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο ίδιο κανόνα δικαίου (Ολ.
ΑΠ 608/1976, Ολ. ΑΠ 966/1985). Εκ τούτων παρέπεται αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παράβασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων δε δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 861/1994, ΑΠ 1486/1997 ). Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες ή άλλως, διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί των ακόλουθων ζητημάτων:
α) γιατί η συμμετοχή της στο συμβούλιο των προϊσταμένων των 22 υποκαταστημάτων της επιχείρησης της αναιρεσείουσας ήταν αποφασιστική, ενώ αυτή διαθέτει μία μόνο γνωμοδοτική ψήφο, β)σε ποια συγκεκριμένη απόφαση του συμβουλίου των προϊσταμένων η ατομική της ψήφος είχε αποφασιστική σημασία και γιατί, γ)δεν αναφέρει στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την λήψη από αυτήν αυξημένων αποδοχών σε σχέση με αυτές των συναδέλφων της δ) γιατί δεχόταν καθημερινώς εντολές από τους διευθυντές της αναιρεσίβλητης επί θεμάτων της καθημερινότητας, ενώ δέχθηκε ότι είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες ε)γιατί ένα υποκατάστημα από την αλυσίδα υποκαταστημάτων που έχει η αναιρεσίβλητη αποτελεί σημαντικό τομέα της επιχείρησης και στ) δεν διευκρινίζεται ποιους από τους 215 υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης επόπτευε και πως ρύθμιζε το ωράριο του καταστήματος έτσι που να επηρεάζει αποφασιστικά τη λειτουργία του.
Ο λόγος αυτός (4ος) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε "ζητήματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε αλλά πλήττει τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων από τις οποίες το πόρισμα είναι σαφές αφού, με βάση αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατείχε θέση εποπτείας και διεύθυνσης στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης.
Επειδή, από τα άρθρα 552 και 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσίδικων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας, για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ίδιου Κώδικα περιοριστικώς λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 παρ. 2 αυτού, κατά το οποίο είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκτός των αναφερόμενων σ' αυτό εξαιρέσεων, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή ενώπιον του Άρειου Πάγου λόγων αναίρεσης, οι οποίοι έχουν ως περιεχόμενο ισχυρισμό ή ισχυρισμούς που δεν έχουν προταθεί καθόλου ή δεν έχουν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 605/1995 ).
Και τούτο διότι ο Άρειος Πάγος δεν δικάζει την υπόθεση αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή είχε διεξαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων, για τα οποία δεν κλήθηκε τούτο να κρίνει (ΑΠ 605/1995). Στην προκείμενη περίπτωση αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα, παρά το νόμο, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα ως διευθύνουσα υπάλληλος, δεν δικαιούται να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 2 εδ.
Α' της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 648, 653, 659 του ΑΚ, άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 και άρθρου 4 του ν. 2874/2000 τα όσα με την αγωγή της ζητεί, δηλαδή αμοιβή για υπερεργασία υπερωριακή απασχόληση για εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και αποζημίωση και επίδομα άδειας, με βάση την από ...
ατομική σύμβαση εργασίας, την οποία προσκόμισε με επίκληση και με την οποία η αναιρεσίβλητη δεσμεύτηκε, παρά την ιδιότητα της ως διευθύνουσας, για την εφαρμογή και ως προς αυτήν της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις ανωτέρω αξιώσεις. Ο λόγος αυτός (5ος) της αίτησης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προτάθηκε στο Εφετείο.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να είναι αδιστάκτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου έγγραφα και την 4898/14-1 1-2005 ένορκη βεβαίωση που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με αυτά αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την ιδιότητα της διευθύνουσας υπαλλήλου.
Οι λόγοι αυτοί (2ος και 3ος) ως προς όλα τ' αναφερόμενα έγγραφα, πλην ενός για το οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω, καθώς και για την ένορκη βεβαίωση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του, σχετικά με τη βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων έλαβε υπόψη του "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια" καθώς και τη ρητή μνεία της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του τ' ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε αυτά με τα υπόλοιπα.
Όσον αφορά, ειδικότερα την από ... έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας, την οποία αναφέρει η αναιρεσείουσα στον τρίτο λόγο της αίτησης και την οποία δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προτάσεις ενώπιον αυτού, ο λόγος (3ος) ως προς αυτό το έγγραφο δεν ιδρύεται και γιαυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο α)το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ)το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν κρίσιμα ή όχι πραγματικά γεγονότα και δ)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τ' αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί (ΑΠ 81 1/1998). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο λόγο αυτόν εγγράφων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, προεχόντως, διότι στο αναιρετήριο δεν σημειώνεται ποιο είναι το περιεχόμενο του κάθε εγγράφου και ποιο διαφορετικό περιεχόμενο για το καθένα δέχθηκε το δικαστήριο.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2006 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 356|2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ