Legislator Case Law & Legislation
978/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unfair contract grounds, upholding lower court's rejection of grossly disproportionate sale claim.

Case Number 978/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject the plaintiff's claim. The plaintiff argued that an 85-year-old mother was coerced into selling a shop worth 18 million drachmas for only 2 million, exploiting her age and need to stay with her son. The court held that the Second Instance Court correctly applied Article 179 of the Civil Code by finding the transaction unfair due to the gross disparity in value and the exploitation of the seller's vulnerability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 179 ΑΚ; A contract is voidable as unfair if it involves a gross disproportion between the consideration and the benefit obtained, achieved by exploiting the other party's need, weakness, or ignorance.

Keywords

AI generated
unfair contract gross disproportion exploitation of weakness voidable contract Civil Code Article 179 age vulnerability coercion in sale

Cited Legislation

AI generated
Article 179 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 978 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 978/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ηρώ Σινανίδου-Σιδερίδου και Γεώργιο Σινανίδη .

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Σαμαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 26-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται αφενός με η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν, κατά το χρόνο της συνομολόγησης τους, κατά τις περιστάσεις, σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες, περιεχομένου αναγκαίως, κατά την έννοια της εκμετάλλευσης και του, προϋπόθεση αυτής αποτελούντος, στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων.

Περαιτέρω, ως "ανάγκη" νοείται και η ψυχαναγκαστική τάση (η επιτακτική και μη ελεγχόμενη επιθυμία) ενός ηλικιωμένου ανθρώπου να διατηρήσει ή να εξασφαλίσει τα μέσα, το κατάλυμα και τις εν γένει βιοτικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έχει συνηθίσει και ζει ή στις οποίες στηρίζει τις ελπίδες του για μια όσο το δυνατόν ανώδυνη και αδιατάρακτη γήρανση μέχρι το τέλος του βίου του.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης δικαιοπραξίας κατά το άρθρο 179 ΑΚ, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Χ3 αποβίωσε την ......., στη Λάρισα, σε ηλικία περίπου 93 ετών και υπήρξε μητέρα του ενάγοντος Ψ1 και του εναγομένου Χ2, που είναι δίδυμοι αδελφοί.

Αυτή, εν ζωή, ήταν κυρία ενός καταστήματος εμβαδού περίπου 200 τ.μ., που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο οικοδομής επί της οδού ........ αρ. ......, στην περιοχή Νέα ........... της Λάρισας. Η ίδια, περίπου οκτώ χρόνια πριν το θάνατο της, με το .......... προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λαρίσης Δημητρίου Ψαθά, υποσχέθηκε να πωλήσει αντί καταβληθέντος τιμήματος 2.000.000 δραχμών και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον εναγόμενο εγγονό της Χ1, την ψιλή κυριότητα του εν λόγω καταστήματος, κρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία.

Στην πραγματικότητα, όμως, παραχώρησε αμέσως στον εγγονό της το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης του καταστήματος, ενώ με το ίδιο προσύμφωνο παρέσχε προς αυτόν δικαίωμα να καταρτίσει την οριστική σύμβαση ενεργώντας όχι μόνο για λογαριασμό του, ως αγοραστής, αλλά αϊ ως αντιπρόσωπος εκείνης, που ήταν πωλητής (ΑΚ 235).

Στο προσύμφωνο, μάλιστα, ορίσθηκε ρητώς ότι η δυνατότητα για αυτοσύμβαση θα ισχύει και μετά το θάνατο της αντιπροσωπευόμενης. Ο Χ1, μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν είχε κάνει χρήση του δικαιώματος αυτοσυμβάσεως, κατείχε, όμως, και νεμόταν με διάνοια κυρίου το κατάστημα. Κατά το χρόνο καταρτίσεως του προσυμφώνου, η αγοραία αξία του καταστήματος, εν όψει του εμβαδού του (200 τ.μ), κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου αναλογίας αυτού επί του οικοπέδου (εκτάσεως περίπου 500 τ.μ) και της θέσεως του σε εμπορική περιοχή, ήταν τουλάχιστον 18.000.000 δραχμές.

Κατόπιν αυτού, η αγοραία αξία της ψιλής κυριότητας του καταστήματος, λαμβανομένης υπ' όψη της μεγάλης ηλικίας του επικαρπωτή, ήταν τουλάχιστον 15.000.000 δραχμές. Κατά συνέπεια το τίμημα των 2.000.000 δραχμών, του οποίου η καταβολή συνομολογείται, ήταν τουλάχιστον 7, 5 φορές μικρότερο από την αξία της ψιλής κυριότητας που (εν δυνάμει) περιήλθε στον Χ1.

Το εν λόγω κατάστημα ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Χ3. Το οικόπεδο, στο οποίο βρίσκεται, είχε περιέλθει σε αυτήν και τον προαποβιώσαντα σύζυγο της, ως προίκα. Επάνω από το κατάστημα έχουν κτισθεί δύο όροφοι, επί των οποίων έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία. Ο πρώτος από αυτούς περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου Χ2 και χρησιμοποιείται από αυτόν και την οικογένεια του ως κατοικία.

Ο δεύτερος όροφος που προστέθηκε αργότερα, περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος Ψ1 και χρησιμοποιείται ως κατοικία της δικής του οικογένειας (ως χωριστή κυριότητα ενός εκάστου κατά το σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας συνομολογείται). Μαζί με την οικογένεια του Χ2 διέμεναν ανέκαθεν οι γονείς του, οι οποίοι γηροκομήθηκαν από αυτόν και τη σύζυγο του.

Ο πατέρας των δύο αδελφών (Χ1) αποβίωσε κατά το έτος 1986. Η μητέρα του (Χ3) εξακολούθησε να διαμένει μέχρι το θάνατο της, κατά το έτος 2000, στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής, με το οποίο ήταν συνδεδεμένη και το οποίο θεωρούσε "δικό της" σπίτι. Στην κατοικία του Ψ1, που ήταν στον επάνω όροφο, πήγαινε σπάνια, διότι τα δύο αδέλφια είχαν κακές σχέσεις μεταξύ τους και οποιαδήποτε επίσκεψη της εκεί προκαλούσε αντιδράσεις εκ μέρους του Χ2.

Για λόγους που δεν προσδιορίσθηκαν, η Χ3 δεν είχε τη δυνατότητα να διαμένει στο σπίτι της θυγατέρας της (..........), που είχε δική της οικογένεια, κατοικούσε σε διαφορετική περιοχή και τηρούσε ίσες αποστάσεις στις διενέξεις των δύο αδελφών (για αυτό και αρνήθηκε να εμπλακεί στην παρούσα αντιδικία). Κατά το έτος 1982, η Χ3 συνέταξε την .............

δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαρίσης Φλωρίκας Χελιδόνη, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους στο κατάστημα τους τρεις άρρενες εγγονούς της (τον εναγόμενο Χ1 και τους δύο γιους του ενάγοντος), τον καθένα με εξ αδιαιρέτου ποσοστό 1/3. Η διαθήκη αυτή ανακλήθηκε μερικά χρόνια αργότερα, με την .........

πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, διότι η γνώση του περιεχομένου της προκάλεσε την αντίδραση της οικογένειας του Χ2, που προσδοκούσε την απόκτηση ολόκληρου του καταστήματος και όχι μόνο του 1/3 αυτού, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες γηροκομήσεως, οι οποίες είχαν προσφερθεί από τα μέλη της (κυρίως τη Χ4) στον προσφάτως (τότε) αποβιώσαντα παππού Χ1 και επρόκειτο να προσφερθούν προς τη γιαγιά Χ3.

Λίγους μήνες αργότερα, το Φεβρουάριο του έτους 1987, η ίδια παραχώρησε συμβολαιογραφικώς προς τη νύφη της, Χ4, την πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται τις οικονομικές υποθέσεις της. Μετά από πέντε μήνες, όμως, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η Χ3 ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα αυτή και παράγγειλε στη νύφη της να μην αναμιγνύεται στις υποθέσεις της, παρά το γεγονός ότι ζούσαν στο ίδιο σπίτι.

Πέντε χρόνια αργότερα, σε ηλικία 85 ετών, η Χ3 υπέγραψε το προσύμφωνο που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη και, μάλιστα, ενώπιον συμβολαιογράφου που κλήθηκε και μετέβη για το σκοπό αυτό στην κατοικία του υιού της Χ2, όπου και η ίδια διέμενε. Τότε η Χ3 ήταν ακόμη καλά στην υγεία της και δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα στις νοητικές της λειτουργίες.

Η ηλικία της, όμως, ήταν προχωρημένη, ζούσε σε ένα σπίτι, όπου οι συγγενείς της προσέφεραν θαλπωρή, αλλά απαιτούσαν οικονομικά ανταλλάγματα (διότι η γιαγιά έπαιρνε σύνταξη από το ΤΕΒΕ και μίσθωμα από το κατάστημα), δεν είχε ούτε την πραγματική ούτε τη συναισθηματική δυνατότητα να μετεστεγασθεί και επιθυμούσε να μη βρεθεί σε δυσκολότερη θέση κατά τα εναπομένοντα, λίγα χρόνια της ζωής της.

Για αυτό, όταν της ζητήθηκε να "πουλήσει" το κατάστημα στον εγγονό της, με τον οποίο ζούσαν στο ίδιο σπίτι, δέχθηκε να το κάνει, χωρίς να δώσει τη σημασία που έπρεπε στο αντάλλαγμα, το οποίο θα έπαιρνε και το οποίο ούτως ή άλλως ήταν έτοιμη να διαθέσει (και διέθεσε, όπως συνομολογείται) υπέρ της νύφης και της εγγονής της, που θα τη γηροκομούσαν.

Κατά τις περιστάσεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, ο Χ1, με το προσύμφωνο που αναφέρθηκε, επέτυχε να λάβει από τη γιαγιά του το δικαίωμα κτήσεως της ψιλής κυριότητας του καταστήματος, δηλαδή ωφέλημα αξίας τουλάχιστον 15.000.000 δραχμών, καταβάλλοντος προς αυτήν ως αντιπαροχή μόνο το ποσό των 2.000.000 δραχμών, το οποίο βρίσκεται σε φανερή δυσαναλογία.

Η εν λόγω περιουσιακή μετάθεση επιτεύχθηκε λόγω της επιτακτικής ανάγκης, που πράγματι είχε και εσωτερικώς αισθανόταν η Χ3, για να εξασφαλίσει ήρεμα γεράματα κοντά σε συγγενείς και μέσα στο σπίτι, στο οποίο είχε ζήσει τις προηγούμενες δεκαετίες της ζωής της. Την ανάγκη αυτή γνώριζε ο Χ1, που συγκατοικούσε μαζί της και την εκμεταλλεύθηκε, ώστε να επέλθει η ωφέλεια που αναφέρθηκε".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αναγνώρισε την ακυρότητα του ως άνω προσυμφώνου, ως αντίθετου προς τα χρηστά ήθη λόγω του αισχροκερδούς χαρακτήρα του, για αυτό και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως και δεχθεί κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής της προμηνευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, αφού δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος γνώριζε και εκμεταλλεύτηκε, προκειμένου να καταρτιστεί το ως άνω προσύμφωνο, την επιτακτική, πραγματική και άμεση ανάγκη της συμβληθείσας πωλήτριας Χ3 για να εξασφαλίσει ήρεμα γεράματα κοντά σε συγγενείς και μέσα στο σπίτι, στο οποίο είχε ζήσει τις προηγούμενες δεκαετίες της ζωής της, ενώ εξάλλου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, για αυτό και όσα για το αντίθετο υποστηρίζονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, με την επίκληση των πλημμελειών των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

II. Επειδή, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση ως άκυρης, κατ' άρθρο 179 ΑΚ, συμβάσεως, αρκεί να εκτίθενται σε αυτήν α) η κατάρτιση της σύμβασης, β) η αξία παροχής, ωφελημάτων και η δυσαναλογία αυτών κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, γ) η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με την εκμετάλλευση της ανάγκης ή της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες και δ) η έκθεση των περιστατικών μιας από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, δηλαδή της ανάγκης ή της κουφότητας ή της απειρίας.

Εν προκειμένω, με την ένδικη από 19-12-2001 αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι η μητέρα του (Χ3), σε ηλικία περίπου 85 ετών, με το ...........προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λαρίσης Δημητρίου Ψαθά, υποσχέθηκε να πωλήσει αντί αμέσως καταβληθέντος τιμήματος 2.000.000 δραχμών και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον τρίτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα εγγονό της (Χ1,παρέχοντας συγχρόνως προς αυτόν δικαίωμα αυτοσυμβάσεως) την ψιλή κυριότητα ενός καταστήματος εμβαδού περίπου 200 τ.μ., που βρίσκεται στον ισόγειο όροφο οικοδομής επί της οδού ......

αριθμός ......., στη Λάρισα και είχε (η ψιλή κυριότητα), κατά το χρόνο της καταρτίσεως της εν λόγω δικαιοπραξίας, πραγματική αξία 18.000.000 δραχμών. Και ακόμη, ότι η κατάρτιση του προσυμφώνου αυτού έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο η Χ3, λόγω της πολύ μεγάλης ηλικίας της και της επί μακρά ετών διαμονής της στην κατοικία του τέταρτου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος υιού της (Χ2, πατέρα του αγοραστή) αισθανόταν επιτακτική την ανάγκη να συνεχίσει να διαμένει εκεί και να γηροκομηθεί από τα μέλη της οικογένειας αυτού, τα οποία δεν ήθελε να δυσαρεστήσει με κάθε θυσία, περιστατικό το οποίο γνώριζαν τόσο ο υιός της όσο και ο εγγονός της, που συγκατοικούσαν μαζί της και το οποίο εκμεταλλεύθηκαν αμφότεροι προκειμένου ο εναγόμενος Χ1 να καταστεί εκ προσυμφώνου δικαιούχος ωφελήματος (της ψιλής κυριότητας του καταστήματος) αξίας 18.000.000 δραχμών, παρέχοντας προς τη μάμμη του, ως αντάλλαγμα, μόνο το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω υποσχετικής συμβάσεως (η οποία, λόγω του παρασχεθέντος δικαιώματος αυτοσυμβάσεως, ισχύοντος και για την περίπτωση θανάτου, δύναται να καταστεί εκποιητική κατά πάντα χρόνο, με μόνη τη βούληση του δικαιούχου) και μετά ταύτα να αναγνωρισθεί το δικό του εξ αδιαθέτου δικαίωμα επί της κληρονομιάς της χήρας μητέρας του, που αποβίωσε την ........, στη Λάρισα, ως συντρέχοντος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μετά του εναγομένου αδελφού του (Χ2) και της επίσης, εναγομένης αδελφής του (...........) και να υποχρεωθεί, τέλος, ο εναγόμενος ανεψιός του (Χ1) να αποδώσει προς αυτόν το εν λόγω ποσοστό, το οποίο εκείνος ήδη νέμεται μετά το θάνατο της μάμμης του και επί του οποίου ο ενάγων έχει αποκτήσει κυριότητα με τυπική αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής πράξεως.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς το περί αναγνωρίσεως ως άκυρης, ως αισχροκερδούς, της αναφερόμενης συμβάσεως αίτημα της, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, που αποφάνθηκε ομοίως, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο περί του εναντίον δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, γιατί αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα η προαναφερθείσα διάταξη απαιτεί προς θεμελίωση του δι' αυτής ασκούμενου δικαιώματος.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 405/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ