Legislator Case Law & Legislation
977/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against securities commission members' immunity from civil liability for official acts.

Case Number 977/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court decision regarding the liability of the Capital Market Commission's board members. The appellant argued that the members were immune from civil liability for official acts, citing specific laws and constitutional rights. The court rejected these arguments, ruling that the statutory immunity applies only to official duties and does not shield members from liability for acts outside their scope, thereby upholding the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 para. 3 of Law 2836/2000; Art. 78 of Law 1969/1991: Members of the Capital Market Commission are exempt from civil liability for acts performed in the exercise of their official duties, and this statutory immunity is fully compatible with constitutional provisions and the European Convention on Human Rights.

Keywords

AI generated
securities commission immunity civil liability exemption official acts scope constitutional compatibility administrative oversight

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para. 3 of Law 2836/2000
Art. 78 of Law 1969/1991
Art. 4a of Law 1806/1988
Art. 2 para. 5 of Presidential Decree 148/1967
Art. 11 of Presidential Decree 35/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 977 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 977/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Θ. του Β., κατοίκου ..., 2.Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 3.Α. Β. του Α., κατοίκου ..., 4. Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 5.Π. Θ. Γ., κατοίκου ..., 6.Μ. Ε. Μ., κατοίκου ..., 7.Π. Κ., κατοίκου ... και 8. του εδρεύοντος στην Αθήνα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς", νομίμως εκπροσωπουμένου. Οι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αυγητίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., οι, πέμπτος και έκτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσιμπανούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και το όγδοο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Διονύσιο Παράσχη και Ευάγγελο Νισυραίο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 31 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β)με την από 7 Φεβρουαρίου 2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και έβδομου των ήδη αναιρεσιβλήτων γ) με την από 8 Φεβρουαρίου 2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των πέμπτου και έκτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και δ)με την από 16 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετη παρέμβαση του όγδοου των αναιρεσιβλήτων οι οποίες και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1914/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4066/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν.2836/2000 για την κεφαλαιαγορά κλπ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3483/2006, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στις περιπτώσεις δ' , ε' και στ' του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 και ιδίως στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 78 και 9 και 10 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991, στο άρθρο 4α του ν. 1806/1988, στην παρ. 5 του άρθρου 2 του α.ν. 148/1967, στο άρθρο 11 του π.δ. 350/1985, στο άρθρο 7 του π.δ. 360/1985, στο άρθρο 14 του π.δ. 51/1992 και στο άρθρο 11 του π.δ. 53/1992, τα μέλη των αρμόδιων οργάνων και το προσωπικό των υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν υπέχουν αστική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις τους, που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις, εκτός από τις περιπτώσεις της τέλεσης των αδικημάτων τής κατάχρησης εμπιστευτικής πληροφόρησης και της παραβίασης του χρηματιστηριακού απορρήτου.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 περιπτ. δ' (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 52 παρ. 3 ν.3371/2005), ε' και στ' του ν.1969/1991 ορίζεται ότι "η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες:...δ) διενεργεί ελέγχους σε εταιρίες, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, σε Ανώνυμες Χρηματιστηριακές Εταιρίες, σε συμβούλους χρηματιστηριακών επενδύσεων, σε Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων στην Α.Ε Αποθετηρίων Τίτλων, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας ιδία, ελέγχει την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας από τα στελέχη αυτών των εταιριών και προβαίνει σε ανακοινώσεις επί των αποτελεσμάτων των ελέγχων, ε) επιβάλλει τις από το νόμο προβλεπόμενες κυρώσεις και πειθαρχικές ποινές, στ) επιλαμβάνεται των περιπτώσεων που συνδέονται με την εκμετάλλευση εσωτερικών πληροφοριών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 13 στοιχ. β' του ίδιου ν. 1969/1991, στην οποία επίσης αναφέρεται το άρθρο 3 παρ. 3 του ν.2836/2000, ενόψει της ενδεικτικής μόνο απαρίθμησης των παραγράφων 9 και 10 του εν λόγω άρθρου 76, ορίζεται ότι "Απαγορεύεται στα Πρόσωπα που ασκούν ή άσκησαν δραστηριότητα για λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να γνωστοποιούν σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή τις πληροφορίες ή τα στοιχεία, τα οποία παρέχονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

Η απαγόρευση αυτή αίρεται: . . . β. όταν τα παραπάνω στοιχεία αναφέρονται στη διοικητική πράξη και κάθε άλλο έγγραφο της διαδικασίας επιβολής διοικητικών κυρώσεων από το διοικητικό συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Οι διοικητικές αυτές πράξεις είναι ελεύθερα ανακοινώσιμες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αρμόδιου κατά το νόμο οργάνου της Επιτροπής αυτής, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, επιφορτισμένο με την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά, δεν υπέχουν αστική ευθύνη έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των προαναφερόμενων δραστηριοτήτων τους, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης των αδικημάτων κατάχρησης εμπιστευτικής πληροφόρησης και παραβίασης του χρηματιστηριακού απορρήτου. 'Ετσι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαλλάσσονται κατά νομοθετική επιταγή από την αστική ευθύνη απέναντι σε τρίτους για την αποκατάσταση της ζημίας, περιουσιακής και μη, που προκαλείται από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους κατά τη διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες προβλέψεις του άρθρου 78 του ν.1969/1991, και της ανακοίνωσης των σχετικών διοικητικών πράξεων σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 76 παρ. 13 στοιχ.

β' του ίδιου νόμου, η οποία συντελείται και με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των πράξεων αυτών, μέσω της προβλεπόμενης από την παράγραφο ν στοιχ. Α του άρθρου 33 του ν. 2324/1995, ( ήδη έχει καταργηθεί με το άρθρο 24 του π.δ. 25/2003), ετήσιας έκθεσης απολογισμού του έργου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της ανάρτησης αυτής στη σχετική ιστοσελίδα της Επιτροπής στο διαδίκτυο αφού οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από το φάσμα των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2836/2000 εποπτικών, ελεγκτικών και κυρωτικών αρμοδιοτήτων του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Διατηρείται όμως πλήρως η αστική ευθύνη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία ως νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, μπορεί να εναχθεί για την αποκατάσταση της περιουσιακής και ηθικής βλάβης σε τρίτους από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι οποίες απορρέουν και από τις προαναφερόμενες διατάξεις, που έχουν τεθεί για την προστασία τόσο του γενικού, όσο και του ιδιωτικού συμφέροντος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, και 6 παρ. 1 της έχουσας υπερνομοθετική ισχύ Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 3/2006).

Στις συμβατές προς τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ εξαιρέσεις εντάσσεται και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν.2836/2000, με την οποία, περιορίζεται η αστική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων, μόνο στις περιπτώσεις της τέλεσης των αδικημάτων της κατάχρησης εμπιστευτικής πληροφόρησης και της παραβίασης του χρηματιστηριακού απορρήτου.

Πράγματι η θέσπιση της διάταξης αυτής υπαγορεύτηκε από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει του ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, απαλλαγμένα από τον κίνδυνο και την ταλαιπωρία αστικών διώξεων από ενδεχόμενες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, που δεν ενέχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, μπορούν αποτελεσματικότερα να επιδοθούν στο εποπτικό, ελεγκτικό και κυρωτικό έργο τους για χάρη της προστασίας και της ομαλής λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και συνακόλουθα για χάρη του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος.

Με την εξαίρεση αυτή, εξάλλου, δεν θίγεται η συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ 5 παρ. 1 του Συντάγματος ελεύθερη ανάπτυξη αυτής, ούτε η προστασία με βάση το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ της ιδιωτικής ζωής του ατόμου αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι ο ισχυριζόμενος ότι υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και της ιδιωτικής του ζωής από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους, (στις οποίες περιπτώσεις περιλαμβάνονται οι πράξεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων και η ανακοίνωση και δημοσιοποίησή των μέσω των εκθέσεων απολογισμού) έχει αστικώς υπεύθυνη απέναντί του την τελευταία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως παθητικά ανομιμοποίητη η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι προσβλήθηκε παρανόμως η προσωπικότητά του και παραβιάστηκαν τα προσωπικά του δεδομένα εκ μέρους των εναγομένων, μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με τη δημοσιοποίηση της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής αυτής και την ανάρτησή της στην ιστοσελίδα της εν λόγω Επιτροπής στο διαδίκτυο, στην οποία (έκθεση) ενέταξαν, ως διοικητικό συμβούλιο, δημοσίευμα, αναφερόμενο με παραπλανητικό, ψευδή και συκοφαντικό τρόπο στην επιβολή σε βάρος του προστίμου, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για εκμετάλλευση εμπιστευτικής πληροφορίας, στοιχεία για τα οποία ακολούθησαν και δημοσιεύσεις στις εφημερίδες ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ και Τύπος της Κυριακής, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 3 .000. 000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει με την ένδικη αίτηση αναίρεσης τις αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 το ν 2836/2000, με την οποία προβλέπεται απαλλαγή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, επιφορτισμένο με την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς και τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά, από την αστική ευθύνη τους έναντι οποιουδήποτε για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, διότι οι πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Επιτροπής αυτής, για τις οποίες τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της δεν υπέχουν αστική ευθύνη (πρώτος λόγος), διότι, αν αυτό δεν γίνει δεκτό, η εν λόγω διάταξη έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 2 Παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται αντίστοιχα ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, η ισότητα ενώπιον του νόμου, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η οποία προστατεύεται από τις προσβολές άλλων και η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας(δεύτερος λόγος) και διότι αντίκειται προς τις υπερκείμενες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες προστατεύεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του προσώπου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 6 παρ. 1α και 1 της ίδιας Σύμβασης, σύμφωνα με τις οποίες τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρεώνονται να παρέχουν πρόσβαση στο δικαστήριο και να εξασφαλίζουν κάθε πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους τα διαλαμβανόμενα στη Σύμβαση αυτή δικαιώματα (τρίτος λόγος).

Σύμφωνα όμως με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι οι φερόμενες, ως προσβλητικές της προσωπικότητας του ενάγοντος πράξεις των εναγομένων μελών του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, συνδέονται με την ενάσκηση των πιο πάνω διαλαμβανόμενων στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2836/2000 αρμοδιοτήτων τους, για τις οποίες τα μέλη αυτά απαλλάσσονται από κάθε αστική ευθύνη (πρώτος λόγος), και διότι η εξαιρετική ρύθμιση του άρθρου αυτού, εφόσον εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και παράλληλα δεν παρεμποδίζει την αναζήτηση εκ μέρους των θιγομένων στην προσωπικότητά τους της αρμόζουσας αποκατάστασης από το νομικό πρόσωπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που υπέχει πλήρη αστική ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου της κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι οποίες απορρέουν από τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι απολύτως συμβατή με τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (δεύτερος και τρίτος λόγοι).

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.2.2011 αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της απόφασης 4066/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Μαρτίου 2014.Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ