Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of legal basis regarding debt restructuring. The appeal is rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a legal entity against a first-instance judgment in a voluntary jurisdiction debt restructuring case. The appellants argued procedural irregularities and a lack of legal basis for the lower court's rejection of their claims, while the debtors were absent. The court ruled the appeal inadmissible because the contested decision had already rejected the underlying claim as unlawful, and the appeal lacked sufficient grounds to challenge that specific ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560, para. 6 of the Code of Civil Procedure; Art. 576, para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 8, para. 6, sec. 2 of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible when it challenges a decision rejecting a claim as unlawful, and the appeal fails to establish a new ground for review or a defect in the reasoning that affects the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 976 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 976/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. και 2) Σ. Π., συζ. Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-12-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 65/2014 και 66/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμ. 8230/10-6-2020 και 8231/10-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ευρυτανίας Νικόλαου Γέρνα, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "...", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της, από 8-7-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2019), αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 16-4-2021, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19[άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021)] και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4760/2021.
Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας τις από 16-12-2014 (αριθμ. καταθ. 65/2014 και 66/2014) αιτήσεις κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "..." και χάριν συντόμευσης ….., με τις οποίες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής της μοναδικής οφειλής τους προς αυτό, ύψους 24.303,93 ευρώ, που προερχόταν από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου (ο πρώτος αιτών ως πρωτοφειλέτης και η δεύτερη αιτούσα ως εγγυήτρια), ζήτησαν τη ρύθμιση του χρέους τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτοί πρότειναν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτού, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας τους.
Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 14/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι συντρέχει μόνιμη και γενική αδυναμία των αιτούντων πληρωμής της ληξιπρόθεσμης οφειλής τους και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και απερρίφθη ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός του καθ'ου οι αιτήσεις ΤΠΔ περί εξαίρεσης των αιτούντων από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010, διότι δεν εφαρμόζεται ο νόμος αυτός επί των προς αυτό οφειλών, αλλά εφαρμοστέες τυγχάνουν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 και του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, έγιναν δεκτές εν μέρει οι αιτήσεις και ρυθμίστηκε δικαστικά, το χρέος τους, ενώ εξαιρέθηκε από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία τους.
Ακολούθως, το αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης την από 14-5-2016 (αριθμ. κατάθ. 3/2016) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της (εκκαλουμένης αποφάσεως), προκειμένου να απορριφθούν οι αιτήσεις των οφειλετών του, ισχυριζόμενο ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στα πρόσωπα των αιτούντων-εφεσιβλήτων.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 82/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, με την οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το ... (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙ BEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά to άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.
Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ….χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το …...
Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του …..
από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Και τούτο, γιατί, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το …… από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το …… σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 82/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), αναφορικά με την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 του υφισταμένου, έναντι του αναιρεσείοντος, χρέους, κρίνοντας, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 του ν. 3869/2010, ως προς το ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και γενική αδυναμία των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων πληρωμής του ληξιπροθέσμου χρέους τους προς το καθ'ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ……και απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του τελευταίου [ΤΠΔ] περί μη υπαγωγής των αιτούντων στον ως άνω νόμο λόγω ανυπαρξίας ληξιπρόθεσμης οφειλής τους προς αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογενείας του.
Το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής των αιτούντων προς το …., στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής τους από την υφιστάμενη και προερχόμενη, εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής τους, αδυναμία τους κάλυψης των βιοτικών τους αναγκών.
Επομένως, μπορεί να υπαχθεί στο ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ο οποίος έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι του ΤΠΔ, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου οφειλέτη, αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το γεγονός ότι το …… παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβαση εκχωρήσεως ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Άλλωστε, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι αναιρεσίβλητοι, δεν μπορούν να υπαχθούν στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχαν ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού. Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή ή η ένσταση ή η αντένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 410/2017).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι απέρριψε τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 8-7-2019 (αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019), αίτηση, για αναίρεση της 82/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ