Supreme Court partially allows appeal against appellate court decision on dividend distribution and capital reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third-instance Court of the Northern Aegean regarding dividend distributions and capital reduction. The appellant argued that the lower court improperly rejected a statute of limitations defense and failed to fully assess evidence regarding capital reduction. The court found the statute of limitations argument valid but rejected claims about the evidentiary sufficiency of the general assembly minutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 269(2)(g) and 527(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when a court of appeal rejects a defense as inadmissible contrary to law, and such rejection constitutes a ground for cassation if the defense was proven in writing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 976 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη θέση "..." του Δήμου Μυτιλήνης, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Ψύρρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2016 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 27-4-2016 αίτησης για αναίρεση της 13/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269παρ.2περ.γ και 527 παρ.3ΚΠολΔ,όπως η πρώτη ίσχυε μετά την αντικατάσταση της με το άρθρ. 21 παρ. 2 του Ν. 3911/2011 από της 21-7-2011 (και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό έγινε υπό την ισχύ της),προκύπτει, ότι είναι παραδεκτή η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν, ή προτάθηκαν απαράδεκτα στην πρωτόδικη δίκη, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως (ΑΠ1143/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟΛ Α.Π12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου και αποδεικνυομένη εγγράφως, ένσταση παραγραφής από τη διάταξη του άρθρου 250 αρ.15ΑΚ.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ.561 παρ.2ΚΠολΔ), στο πλαίσιο διερεύνησης του άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, αμυνόμενη κατά της από 17 Φεβρουαρίου 2011 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία, πλην άλλων, ζητούσε την αναγνώρισή της υποχρέωσής της για καταβολή εταιρικού μερίσματος της εταιρικής χρήσης του έτους 2004,ύψους 18.630ευρώ,προέβαλε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 11-9-2012 προτάσεις της την ένσταση της παραγραφής της σχετικής αξίωσης.
Μετά την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτής ως αόριστης, η αναιρεσείουσα, την επανέφερε, με την από 10-1-2014 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου, ζητώντας να γίνει δεκτή, έστω και το πρώτον προβληθείσα παραδεκτώς ενώπιον του, λαμβανομένου υπόψη ότι το στοιχείο του χρόνου κοινοποίησης της αγωγής, που θα διέκοπτε την παραγραφή είναι η 5-5-2011, μεταγενέστερο του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετίας, ενώ τούτο προέκυπτε εγγράφως και συγκεκριμένα από τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, τις εκθέσεις επίδοσης και την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του κοινοποιηθέντος δικογράφου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε και πάλι ως απαράδεκτη την επίμαχη ένσταση, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Εν προκειμένω, όπως ορθά κρίθηκε και από την εκκαλούμενη, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) προέβαλε αορίστως με τις πρωτόδικες προτάσεις της την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, ως προς το κονδύλιο του μερίσματος της εταιρικής χρήσης του έτους 2004,αναφέροντας μεν τον χρόνο γέννησης της απαιτήσεως και τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, όχι όμως και τον χρόνο επιδόσεως της ένδικης αγωγής, προκειμένου να κριθεί, αν, κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής είχε ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής του άρθρου 250 αριθ.15ΑΚ ή αν η ανωτέρω επίδοση διέκοψε αυτήν.".
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, εκτός του ότι παρά το νόμο θεώρησε ως απαραίτητο περιεχόμενο του ορισμένου της ένστασης παραγραφής, την αναφορά και του χρόνου επίδοσης της αγωγής, κάτι που όμως, ως διακοπτικό αυτής γεγονός, κατ’ άρθρο 261ΑΚ, θα μπορούσε να είναι περιεχόμενο αντένστασης διακοπής αυτής, σε κάθε περίπτωση, παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερθεισών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 527 παρ.3 και 269 παρ.2εδ.γΚΠολΔ απέρριψε ως αόριστη την προαναφερθείσα ένσταση, χωρίς να ερευνήσει ότι συνέτρεχε η συνδρομή της προϋπόθεσης του εδ.γ της παρ.2 του άρθρου 269ΚΠολΔ, της απόδειξης δηλαδή με έγγραφα του αναφερόμενου, με τον σχετικό λόγο της έφεσης, χρόνου επίδοσης της ένδικης αγωγής, η οποία την καθιστούσε παραδεκτή και επέβαλε την ουσιαστική διερεύνησή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακόμη και αν είχε υποβληθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο ανωτέρω υπό στοιχείο I λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της ...24-12-2003 πράξης του Συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γ. Δ. Μ. συστάθηκε νομίμως η εναγόμενη-εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία(ήδη αναιρεσείουσα) που καταχωρήθηκε την 29-12- 2003 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΕΚ τ.
ΑΕ και ΕΠΕ 165/12-1-2004) με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 2.070.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 20.700 μετοχές, αξίας 100 ευρώ έκαστη. Στην άνω εταιρεία η Θ. Κ., μητέρα της εφεσίβλητης(ήδη αναιρεσίβλητης), συμμετείχε κατά ποσοστό 20 % καταβάλλοντος την αξία των αντίστοιχων μετοχών, ήτοι 4.140 μετοχών. Με την από 9-12-2006 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εκκαλούσας αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με την έκδοση 240 νέων μετοχών, αξίας 100 ευρώ εκάστη, εκ των οποίων η μητέρα της εφεσίβλητης ανέλαβε 48 μετοχές.
Ακολούθως, με την από 16-12-2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εκκαλούσας, αποφασίστηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με την έκδοση 340 ονομαστικών μετοχών, αξίας 100 ευρώ εκάστη, εκ των οποίων η μητέρα της εφεσίβλητης ανέλαβε 68 μετοχές, κατά το ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία. Επομένως, η μητέρα της εφεσίβλητης ήταν κυρία 4.256 μετοχών (4.140 + 48 + 68), που αντιστοιχεί στο 20 % του αρχικώς καταβεβλημένου κεφαλαίου, ποσοστό που δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα.
Η Θ. Κ. απεβίωσε την 29-5-2009 καταλείποντας την από 20-11-2008 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε με τα 229/29-6-2009 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και με την οποία εγκαθιστούσε ως μοναδική κληρονόμο της την κόρη της, πρώτη των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητη, στο σύνολο της περιουσίας της, και συνεπώς στις μετοχές της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας.
Με την από 30-7-2005 γενική συνέλευση των μετόχων της άνω εταιρείας αποφασίστηκε η διανομή του μερίσματος που αντιστοιχεί στην εταιρική χρήση 1-1-2004 έως 31-12-2004, ύψους 93.150 ευρώ, ο δε ισολογισμός της εκκαλούσας εταιρείας που πιστοποιεί μεταξύ άλλων το διανεμητέο μέρισμα στους μετόχους δημοσιεύτηκε με το με αριθ.
ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ) .../28-9-2005. Επομένως η μητέρα της πρώτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης δικαιούτο μέρισμα ανάλογο της συμμετοχής της στην άνω εταιρεία 18.630 (93.150 ευρώ Χ 20%) ευρώ. Αντίστοιχα, με την από 20-5-2006 γενική συνέλευση των μετόχων της αποφασίστηκε η διανομή του μερίσματος που αντιστοιχεί στην εταιρική χρήση 1-1-2005 έως 31-12- 2005, ύψους 90.666 ευρώ, ο δε ισολογισμός της εταιρείας που πιστοποιεί μεταξύ άλλων το διανεμητέο μέρισμα στους μετόχους δημοσιεύτηκε με το με αριθ.
ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ) .../2-6-6. Επομένως η μητέρα της εφεσίβλητης δικαιούτο μέρισμα ανάλογο της συμμετοχής της στην εταιρεία 18.133,20 (90.166 ευρώ Χ 20%) ευρώ. Τέλος, με την από 12-5-2007 γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας αποφασίστηκε η διανομή μερίσματος που αντιστοιχεί στην εταιρική χρήση 1- 1-2006 έως 31-12-2006, ύψους 209.400 ευρώ, ο δε ισολογισμός της άνω εταιρείας που πιστοποιεί μεταξύ άλλων το διανεμητέο μέρισμα στους μετόχους δημοσιεύτηκε με το με αριθ.
ΦΕΚ ( τ. ΑΕ και ΕΠΕ) .../30-5- 2007. Επομένως η μητέρα της εφεσίβλητης δικαιούτο μέρισμα αντίστοιχο της συμμετοχής της στην εταιρεία 41.880 (209.400 ευρώ Χ 20 %) ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά έχουν μεν πιστοποιηθεί με τις αντίστοιχες εγγραφές στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, πλην όμως ουδέν παραστατικό προσκομίστηκε από την εναγόμενη- εκκαλούσα εταιρεία περί πραγματικής καταβολής των αντίστοιχων μερισμάτων στη μητέρα της πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης.
Οι δε προσκομιζόμενες από την εταιρεία βεβαιώσεις πληρωμής μερίσματος (από 10-9-2005, 18-11- 2006 και 14-4-2007) για τις επίδικες περιόδους στην μητέρα της πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης των αναφερόμενων ως άνω ποσών φέρουν υπογραφές μόνο του προέδρου και του αντιπροέδρου του Δ.Σ. Γ. Σ. και Ι. Π., αντίστοιχα, για λογαριασμό της εναγόμενης-εκκαλούσας εταιρείας.
Αντίθετα, για την μέτοχο Θ. Κ. ουδείς υπογράφει και η θέση της αντίστοιχης υπογραφής παραμένει κενή, γεγονός που ενισχύει την κρίση περί μη πραγματικής καταβολής των μερισμάτων. Εξάλλου, για την περίοδο εταιρικής χρήσης 1-1-2009 έως 31-12-2009, το αναλογούν στην μητέρα της πρώτης ενάγουσας μέρισμα, ύψους 6.112 ευρώ, καταβλήθηκε προσηκόντως, όπως πιστοποιείται από το με αριθ. 55/2-12-2010 παραστατικό της ΕΤΕ, το οποίο προσκομίζεται από τους ενάγοντες και συνομολογείται από αυτούς, όπως και το αναλογούν μέρισμα για την εταιρική χρήση έτους 2007,που όμως δεν αντιστοιχεί στα επίδικα έτη, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα με αριθ. ...-9-2009 απόδειξη πληρωμής ποσού 18.846 ευρώ, που φέρει την υπογραφή του Ν.
Σ. ως εκπροσώπου της εφεσίβλητης, γεγονός που δεν δικαιολογεί την ανυπαρξία αντίστοιχων παραστατικών για τις επίδικες περιόδους προηγούμενων εταιρικών χρήσεων, εφόσον υπάρχει πραγματική καταβολή μερισμάτων. Οι δε ισχυρισμοί της εναγόμενης - εκκαλούσας περί κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των μετόχων (η εναγόμενη- εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία προήλθε από συγχώνευση και μετατροπή δύο ομόρρυθμων εταιρειών) και ότι τα αντίστοιχα μερίσματα καταβλήθηκαν χωρίς την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών, ακριβώς λόγω αυτού του κλίματος, δεν κρίνονται πειστικοί, αφενός επειδή το μέγεθος των διανεμητέων μερισμάτων αλλά και ο τύπος της εναγόμενης- εκκαλούσας ως ανώνυμης εταιρείας επιβάλλουν αυξημένη τυπικότητα στις συναλλαγές ακόμα και μεταξύ των μετόχων, η απουσία δε οποιουδήποτε παραστατικού κατά τις επίδικες περιόδους που να βεβαιώνει την καταβολή του αντίστοιχου μερίσματος στην μητέρα της πρώτης ενάγουσας - εφεσίβλητης, ενισχύει την άνω κρίση περί μη καταβολής των επίδικων μερισμάτων στην τελευταία, ανεξαρτήτως του ότι οι σχέσεις των μετόχων μεταξύ τους κάθε άλλο παρά αρμονικές υπήρξαν, ήδη από το έτος 2005 τουλάχιστον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 20-4-2005 εξώδικης απάντησης-πρόσκλησης του Δ.Σ.
της εκκαλούσας προς τον εκ των μετόχων και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Δ. Χ., γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας περί ηθικής αδυναμίας κτήσεως εγγράφων. Επομένως, η εναγόμενη-εκκαλούσα οφείλει στην ενάγουσα- εφεσίβλητη, ως αποκλειστική κληρονόμο της μητέρας της, Θ. Κ., τα κάτωθι ποσά: 18.630 ευρώ (ως μέρισμα για την εταιρική χρήση του έτους 2004), 18.133,20 ευρώ (ως μέρισμα για την εταιρική, χρήση του έτους 2005) και 41.880 ευρώ (ως μέρισμα για την εταιρική χρήση του έτους 2006), νομιμοτόκως έκαστο επιμέρους ποσό από 1-10- 2005, 21-7-2006 και 13-7-2007, αντίστοιχα, ήτοι από την επόμενη της παρέλευσης δύο μηνών από την αντίστοιχη γενική συνέλευση, όπου αποφασίστηκε η διανομή του μερίσματος ....
Περαιτέρω, κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης-εκκαλούσας στις 5-9-2009 αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 600.000 ευρώ, με παράλληλη ακύρωση του αριθμού των μετοχών κατά 6.000 ονομαστικές μετοχές και την διάθεση με καταβολή μετρητών ολόκληρου του ποσού αυτής της μείωσης στους μετόχους κατ’ αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφαλαίο, ήτοι ποσό 120.000 ευρώ (600.000 ευρώ Χ 20%) για την ενάγουσα- εφεσίβλητη που είχε ήδη καταστεί αναδρομικά κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, αποκλειστική κληρονόμος της μητέρας της Θ.
Κ.. Το ανωτέρω ποσό ομοίως δεν καταβλήθηκε πραγματικά στην πρώτη των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητη, καθώς δεν αποδείχθηκε η πραγματική εκταμίευση του ποσού, όπως κατέθεσε ρητά ο μάρτυρας απόδειξης. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό ύψους 588.437,20 ευρώ που φέρεται στον ισολογισμό της 31-12-2008 της εναγομένης - εκκαλούσας ως "χρεώστες διάφοροι" εγγράφηκε κατ’ εντολή των ορκωτών λογιστών και ενσωματώνει απαιτήσεις τρίτων προς την εταιρεία όσο και απολήψεις των ίδιων των μετόχων, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη - εκκαλούσα και επιβεβαιώνει και ο εξετασθείς ως μάρτυρας λογιστής της, στην προσπάθειά του να αποσείσει τις όποιες τυχόν προσωπικές του, ως εκ της άνω ιδιότητάς του, ευθύνες, και ότι η τελευταία (εταιρεία) έχει απαιτήσεις κατά των μετόχων κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία, ήτοι 117.687,44 ευρώ από την μητέρα της πρώτης των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητης, καθώς, όπως αναφέρεται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η ίδια η ενάγουσα εκκαλούσα, οι απολήψεις έγιναν χωρίς δικαιολογητικά, όπως άλλωστε η ίδια η εναγομένη-εκκαλούσα σημειώνει στις προτάσεις της, στο σκέλος που αναπτύσσει την ένσταση εξόφλησης, άλλως συμψηφισμού, που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως, ότι δηλαδή με αυτό τον τρόπο επεστράφησαν ποσά που είχε εισπράξει αυτή χωρίς παραστατικά και για ταμειακή διευκόλυνση των μετόχων.
Εξάλλου, η εναγομένη-εκκαλούσα διαθέτει οργανωμένο λογιστήριο και το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των μετόχων που εκ νέου προβάλλεται ως δικαιολογητικός λόγος για την απουσία οποιουδήποτε εγγράφου (ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφων) που να βεβαιώνει τις επικαλούμενες από την εναγομένη-εκκαλούσα απολήψεις δεν συνάδει με την οικονομική επιφάνεια της εταιρείας και την αυξημένη τυπικότητα που απαιτείται από τον τύπο της (ανώνυμη εταιρεία), αλλά και με τις ήδη (από το έτος 2005 τουλάχιστον) διαταραχθείσες σχέσεις μεταξύ των μετόχων, όπως προαναφέρθηκε ...
Χαρακτηριστικό είναι το από 15-11-2003 ανυπόγραφο ιδιόγραφο σημείωμα που προσκομίζει η εναγομένη, ισχυριζόμενη ότι ανήκει στον αποβιώσαντα μέτοχο Δ. Χ. και ότι απεικονίζει τα ληφθέντα δάνεια από τους εταίρους κατά τον χρόνο λειτουργίας των ομόρρυθμων εταιρειών, από το οποίο (σημείωμα) ουδέν συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε βέβαιη δικανική πεποίθηση, καθώς πέρα ότι είναι ανυπόγραφο, είναι πρόχειρο, αναφερόμενο σε μικρά ονόματα με αντιστοιχία ποσών, η αιτία καταβολής των οποίων δεν αποδεικνύεται.
Ακόμη και η το πρώτον προσκομιζόμενη στο παρόν Δικαστήριο, φερομένη από 28-9-2015 εκτύπωση από τον υπολογιστή του λογιστηρίου της εκκαλούσας, περί ενισχύσεως των ισχυρισμών της για χρεώσεις σε βάρος της μητέρας της εφεσίβλητης, Θ. Κ., ουδέν αποδεικνύει σχετικά, καθόσον από το ίδιο το ως άνω έγγραφο προκύπτει ότι αναφέρεται σε ατομικό λογαριασμό στο όνομα "....", δηλαδή όχι μόνο δεν αναφέρεται το όνομα της Θ.
Κ., αλλά ούτε καν του συζύγου της Α. Κ., όπως ισχυρίζεται εσφαλμένα η εκκαλούσα. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, όπως σημειώνεται στην από 4-6-2010 έκθεση ελέγχου του ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή λογιστή Α. Π., που εμπεριέχεται στον δημοσιευμένο στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθ. .../21-6-2010 ισολογισμό της εναγόμενης-εκκαλούσας (για εταιρική χρήση έτους 2009) "Στην κλειόμενη χρήση με βάση την από 5-9-2009 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών την 12-10-2009 (ΦΕΚ 12432/16-10-2009 τ.
ΑΕ και ΕΠΕ) μειώθηκε το μετοχικό κεφάλαιο κατά ευρώ 600.000 με σκοπό την επιστροφή του εν λόγω ποσού στους Μετόχους. Η επιστροφή του ποσού της μείωσης στους μετόχους φέρεται λογιστικά ότι έγινε την 9-9-2009. Περί της εν λόγω πληρωμής δεν τέθηκαν υπόψη μας τα ενδεδειγμένα ενυπόγραφα παραστατικά" Επομένως, κατά τα ανωτέρω, η εναγομένη - εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη ατομικά το ποσό των 120.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής της (20%) από την μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της (εναγομένης-εκκαλούσας εταιρείας) κατά 600.000 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε ποτέ πραγματικά σε αυτήν, παρά μόνο έγινε λογιστική εγγραφή αυτού, νομιμοτόκως από την 12-10-2009 απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης μερικής καταβολής, άλλως συμψηφισμού ποσού 117.687,44 ευρώ, (που επαναφέρεται και ως λόγος εφέσεως), το οποίο αντιστοιχεί κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης-εκκαλούσας στο ποσοστό συμμετοχής της μητέρας της ενάγουσας-εφεσίβλητης στο κονδύλιο των 588.437,20 ευρώ "χρεώστες διάφοροι"...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς τα ανωτέρω ποσά και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της τα καταβάλει με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Αν και καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναίρεσε ίο υ σα, με τον υπό στοιχείο II λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο ,ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την απόρριψη της προταθείσας ένστασης εξόφλησης των αιτούμενων μερισμάτων των εταιρικών χρήσεων των ετών 2004, 2005 και 2006 δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα και δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, από τα οποία αποδεικνυόταν η ως άνω ένσταση και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη:1)τις από 10-9-2005,18-11-2006 και 23-6-2007 βεβαιώσεις πληρωμής μερισμάτων, 2)τα αποσπάσματα από το αναλυτικό καθολικό 3)τους ισολογισμούς της πρώτης εταιρικής χρήσης από 1-1-2004 έως 31-12-2004,1-1-2005 έως 31-12-2005 και 1-1-2006 έως 31-12-2006 με τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης και διάθεσης κερδών 4)τα αντίγραφα των υπογεγραμμένων από τους υποχρέους κοινών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος (Ε1) για τα οικονομικά έτη 2006, 2007 και 2008 των συζύγων Α.
Κ. και Θ. Κ. και 5)την περιεχόμενη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι η μητέρα της όπως προκύπτει από τις άνω βεβαιώσεις της αρμόδιας ΔΟΥ είχε δηλώσει τα επίδικα μερίσματα, την ομολογία δε αυτή η αναιρεσείουσα την είχε επικαλεσθεί ενώπιον του Εφετείου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την σε αυτή διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ανωτέρω με αριθμούς 4 και 5 αποδεικτικά στοιχεία κατά τη μόρφωση του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης των αιτούμενων εταιρικών μερισμάτων.
Τούτο γιατί, παρά τη μη κατ’ αρχάς ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς μνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο κατά την αναιρεσείουσα περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων φορολογίας των γονέων της αναιρεσίβλητης, σε συνδυασμό με την πράγματι(όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) υφιστάμενη στην από 19-9-2012 προσθήκη αντίκρουση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεών της, αλλά και στις ενώπιον του Εφετείου από 7-10-2015 προτάσεις της, ομολογία αυτής περί δήλωσης των επίδικων μερισμάτων στην αρμόδια ΔΟΥ ως εισπραχθέν εισόδημα, γεννά αμφιβολία για το αν ελήφθησαν πράγματι υπόψη από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, οι ανωτέρω δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και η ομολογία της αναιρεσίβλητης για το περιεχόμενο αυτών, τα οποία είναι κρίσιμα και θα μπορούσαν να είχαν επηρεάσει το δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την σχετική ένσταση εξόφλησης της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο λόγος αναίρεσης, σε σχέση με τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Ο ίδιος λόγος όμως, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα λοιπά ‘ προαναφερθέντα αποδεικτικά έγγραφα είναι αβάσιμος, διότι τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση αυτού ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν όσο και από το περιεχόμενο και τις παραδοχές της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατά τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με ειδικότερη αιτίαση του υπό στοιχείο III λόγου αναίρεσης, που πλήττει την παραδοχή του Εφετείου σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα που αφορά το αγωγικό κονδύλιο των 120.000 ευρώ, λόγω της επικαλούμενης μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ,ότι παρέλειψε να ερευνήσει τον περί αρχής έγγραφης απόδειξης ισχυρισμό της, η παραδοχή του οποίου θα επέτρεπε την λήψη υπόψη όλων των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, ο άνω ισχυρισμός (εκτός του ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων της αναιρεσείουσας, δεν προτάθηκε), δεν αποτελεί "πράγμα",διότι όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 394 παρ.2ΚΠολΔ ούτε και από άλλη διάταξη (ΑΠ 230/2014).Πέραν αυτού, στηρίζεται στην εσφαλμένη και στηριζόμενη στην επιχειρηματολογία του Εφετείου, ως προς την μη ελεγχόμενη αναιρετικά, αποδεικτική βαρύτητα των αποδείξεων, προϋπόθεση, της μη λήψης υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση όλων των προσκομισθέντων ενώπιον του αποδεικτικών στοιχείων, παρά μόνο εγγράφων υπογεγραμμένων από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη ρητή αναφορά της απόφασης ότι έλαβε υπόψη της όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις.
Με επικουρική αιτίαση του ίδιου (υπό στοιχείο III) αναιρετικού λόγου, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γΚΠολΔ,η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, απορριπτικού της ένστασης μερικής εξόφλησης-συμψηφισμού του ίδιου αγωγικού κονδυλίου των 120.000 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που είχε παραδεκτώς επικαλεστεί και προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνυόταν η άνω ένσταση της ήτοι: 1)τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων της 16-12-2008 και 5-9-2009, 2) την από 23-6-2010 επιστολή της αναιρεσίβλητης 3) την από 4-10-2005 και από 1-6-2007 απόδειξη είσπραξης ...ΑΕ που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στον κοινό λογαριασμό της Θ.
Κ. και του Α. Κ.,4)την πρωτότυπη απόδειξη πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών της Θ. Κ. στον ΟΑΕΕ,6ου διμήνου 2006,1ου διμήνου 2007,4ου διμήνου 2007,5ου διμήνου 2007, 5)ακριβές αντίγραφο της καρτέλας-ατομικού λογαριασμού της Θ. Κ.. Και 6) την παρατήρηση του ορκωτού λογιστή στη συνοδευτική του ισολογισμού χρήσεως 1.1-31-12/2008 έκθεση ελέγχου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος εφόσον τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων που παραδεκτώς η εκκαλούσα(ήδη αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται τον πρώτον στο παρόν Δικαστήριο",όσο και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, απορριπτικού της προαναφερθείσας ένστασης της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.
Η με τον ίδιο λόγο εξάλλου προβαλλόμενη αιτίαση περί εσφαλμένης εκτίμησης των ανωτέρω εγγράφων από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα προέκυπτε η βασιμότητα της ένστασής της, είναι απαράδεκτη, εφόσον ανάγεται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας(ΑΠ600/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής αιτιολογία, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, ενώ αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογίας ,όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ575/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με ειδικότερη αιτίαση του ίδιου (υπό στοιχείο III) αναιρετικού λόγου, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι το ποσό των 600.000 ευρώ, δεν ήταν πραγματικό διαθέσιμο κεφάλαιο αυτής, αξιολογώντας αρνητικά το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρος λογιστή της σε συνδυασμό με το ότι δεν διέθετε έγγραφες αποδείξεις για τις έναντι των μετόχων της αξιώσεις της και χωρίς να αναφέρει τον λόγο της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου.
Η αιτίαση ,εκτός του ότι είναι απαράδεκτη, εφόσον με την κατ’ επίφαση αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, είναι και αβάσιμη. Ειδικότερα, η επικαλούμενη αντιφατικότητα στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της αποδοχής ότι το ποσό των 600.000ευρώ δεν ήταν πραγματικά διαθέσιμο κεφάλαιο, παραδοχή όμως που δεν υφίσταται στο αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης απόφασης, ενώ η μη αναφορά του λόγου της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου, δεν ήταν απαραίτητη, για την επάρκεια του σαφώς διατυπωθέντος αποδεικτικού πορίσματος, ότι,"...κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) στις 5-9-2009 αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 600.000 ευρώ, με παράλληλη ακύρωση του αριθμού των μετοχών κατά 6.000 ονομαστικές μετοχές και την διάθεση με καταβολή μετρητών ολόκληρου του ποσού αυτής της μείωσης στους μετόχους κατ’ αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, ήτοι ποσό 120.000 ευρώ ...
για την ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη)".
Με τον υπό στοιχείο IV λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.12ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο διότι δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεών της ως προς την αναφερόμενη σ’ αυτά επιστροφή, με λογιστικό τρόπο, του ποσού της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου στις 9-9-2009, αξιώνοντας έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία των χρηματικών διευκολύνσεων προς την μητέρα της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στη εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι με τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία της αναιρεσείουσας προέκυπτε η λογιστική καταβολή του οφειλόμενου λόγω της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου ποσού. Η αναιρεσείουσα δε, δεν υποστηρίζει στο πλαίσιο του ίδιου αναιρετικού λόγου, ότι από το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών προέκυπτε και η πραγματική καταβολή του επίδικου ποσού.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της που αφορά στα μερίσματα των εταιρικών χρήσεων των ετών 2004, 2005 και 2006 ,ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων σε σχέση με αυτό, και να παραπεμφθεί, κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ.580 παρ.3ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ’ αυτή παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας .συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά ,λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών(αρθρ.178,183ΚΠολΔ)/κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο την 13/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ