Supreme Court partially allowed appeal against detention order for commercial debts due to change in law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had ordered the detention of a merchant for commercial debts. The lower court had applied a provision permitting such detention, but the Supreme Court found this violated the substantive law as it had been amended by a new statute. Consequently, the detention order was annulled while the remainder of the case was remanded for judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1047(1)(a) of the Code of Civil Procedure and Article 62 of Law 3994/2011; The Supreme Court held that a detention order for commercial debts is invalid if issued after the statutory amendment prohibiting such measures, thereby establishing that substantive law changes invalidate prior judicial decisions regarding the same issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 976 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Π. του Π., κατοίκου ... και 2. Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κακατσάκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Ε. Ζ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από δύο 10-2-2009 δύο αγωγές των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1689/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν του τετάρτου λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδίως των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., καλούνται σε εφαρμογή, όταν το "γράμμα" της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως.
Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως, αναζητείται η αληθής βούληση του δικαιοπρακτούντος χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 Α.Κ.) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 Α.Κ.). Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 361 Α.Κ.: "Για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".
Κατά το άρθρο 404 ΑΚ: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στον δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή που δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή". Κατά το άρθρο 407 ΑΚ: "Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης, εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε, και την εκπλήρωση της παροχής.
Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από την μη προσήκουσα εκπλήρωση". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, σχετικώς με την ποινική ρήτρα, να συμφωνήσουν, είτε ότι η συμβατική "ποινή" καλύπτει την (τεκμαιρόμενη) ζημία του δανειστή από την μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του οφειλέτη και ότι ο δανειστής έχει δικαίωμα να αξιώσει την αποκατάσταση και της τυχόν περαιτέρω ζημίας του, είτε ότι ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει σωρευτικά την συμφωνημένη ποινή και αποκατάσταση του συνόλου της ζημίας του, είτε ότι η αποζημίωση του δανειστού περιορίζεται και εξαντλείται στο ποσόν της συμφωνημένης ποινής και μόνον (Α.Π.1213/2010).
Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 AK "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 του ίδιου Κώδικα "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, με τις οποίες ρυθμίζεται ο μονομερής ή αναγκαστικός συμψηφισμός (ο εκούσιος ή συμβατικός είναι αναμφίβολος, ενόψει και της ΑΚ 361), η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε κάθε δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό.
Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται αναδρομικώς από το χρόνο που συνυπήρξαν, ως τοιούτου, ήτοι ως χρόνου που συνυπήρξαν, νοουμένου του χρόνου κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις προϋποθέσεις του συμψηφισμού (ΑΠ 294/2014).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 361, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.
Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσης δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 843/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα της πρώτης αγωγής Ε.
Ζ., (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) προκειμένου να ανεγείρει δύο ανεξάρτητες διώροφες κατοικίες στην περιοχή ..., κατήρτισε με τον πρώτο εναγόμενο, (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) υπεργολάβο οικοδομών, το από 1-10-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής, να κατασκευάσει τον φέροντα οργανισμό και τις λοιπές εν γένει κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα και δη, τους ξυλότυπους και τη σκυροδέτηση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα με την τοποθέτηση μόνωσης από εξηλασμένη πολυστερόλη στους ξυλότυπους, τα δάπεδα των κτιρίων (μπετόν καθαριότητας), την τοποθέτηση του σκυροδέματος θεμελιώσεων και του εμφανούς σκυροδέματος, τα στηθαία, τις σκάλες, τις φαλτσόπηχες, τις σκότιες, τους ποταμούς, τις πέργκολες και την κεκλιμένη στέγη, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη και τα σχέδια εφαρμογής του έργου, υπό τις εντολές και οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού της, καθώς και να πραγματοποιήσει τις εργασίες καθαρισμού του εργοταξίου από τα άχρηστα υλικά (όροι 1 και 3.5), υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται σ’ αυτό.
Ειδικότερα, οι ως άνω συμβληθέντες, συμφώνησαν μεταξύ άλλων, α) ότι ως χρόνος έναρξης των εργασιών ορίστηκε η 4η-10-2007 και ως χρόνος περαίωσης και παράδοσης του έργου ορίστηκε η 20η-1-2008, ενώ για την περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, συμφωνήθηκε να αφαιρείται από την αμοιβή του πρώτου εναγομένου 100 ευρώ για κάθε μια από τις πρώτες 10 ημέρες καθυστέρησης και 150 ευρώ για κάθε μια από τις επόμενες ημέρες, ως ποινική ρήτρα, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θεώρησαν δίκαιη και εύλογη, αν δε η καθυστέρηση υπερέβαινε τις είκοσι (20) ημέρες, παρείχετο επιπλέον στην ενάγουσα το δικαίωμα, να κηρύξει έκπτωτο τον πρώτο εναγόμενο, να παρακρατήσει το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του, να περατώσει το έργο σε βάρος του και για λογαριασμό του και να αναζητήσει και κάθε άλλη θετική ή αποθετική της ζημία (όρος 5:1), β) ότι η αγορά της απαιτούμενης βασικής ύλης (μπετόν) θα βαρύνει, την ενάγουσα, ενώ ο πρώτος εναγόμενος θα βαρύνεται με τα δευτερεύοντα υλικά κατασκευής (όπως ξυλότυπος, ήλοι, ξυλεία, ικριώματα κ.λ.π), καθώς και με την εισφορά στο έργο των αναγκαίων μηχανημάτων (όροι 3.1 και 3.3), γ) ότι οι πληρωμές θα γίνονταν ύστερα από την επιτόπια επιμέτρηση ολοκληρωμένης εργασίας με βάση τα σχέδια και με την παρουσία του επιβλέποντος μηχανικού του έργου (όρος 6.1), δ) ότι η ενάγουσα υποχρεούται και βαρύνεται με τις δαπάνες ασφάλισης στο ΙΚΑ και με το δωρόσημο, μέχρι το ελάχιστον ημερομίσθιο που δέχεται το ΙΚΑ (όρος 4.1) και ε) ότι ο μέγιστος αριθμός ενσήμων - ημερομισθίων που θα απαιτηθούν για το συμφωνημένο έργο δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό ένσημο ανά κ.μ τελικής κατασκευής σκυροδεμάτων, ενώ στην περίπτωση που θα απαιτηθούν περισσότερα ένσημα, αυτά θα πληρωθούν από την ενάγουσα και θα παρακρατηθούν από το λογαριασμό του πρώτου εναγομένου (όρος 4.2).
Προσέτι, ο δεύτερος εναγόμενος, πατέρας του πρώτου εναγομένου, (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψε με τους λοιπούς συμβληθέντες, εγγυήθηκε την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου από τον πρώτο εναγόμενο, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και σε ολόκληρον με αυτόν, για κάθε απαίτηση της ενάγουσας από τη σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων της διαιρέσεως και διζήσεως (όρος 7).
Μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, ο πρώτος εναγόμενος, εγκαταστάθηκε στο οικόπεδο της ενάγουσας και ξεκίνησε τις εργασίες κατασκευής του συμφωνηθέντος έργου, προβαίνοντας στην τμηματική παραλαβή του απαιτούμενου έτοιμου σκυροδέματος, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, από την εταιρία με την επωνυμία "Π.
ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΕ", με την οποία είχε καταρτίσει σχετική σύμβαση πώλησης, για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως άλλωστε τούτο έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα με αριθμ. 86/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, που εκδόθηκε επί αγωγής της ως άνω εταιρίας σε βάρος της νυν ενάγουσας, για την καταβολή μέρους του ανεξόφλητου τιμήματος του σκυροδέματος.
Πλην όμως, από υπαιτιότητά του, το έργο δεν εκτελέστηκε κατά τη συμβατικά καθορισμένη ημερομηνία της 20ης-1-2008, αλλά καθυστέρησε και παραδόθηκε ολοκληρωμένο και όχι ημιτελές στην ενάγουσα, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται, στις 18-6-2008, μία δηλαδή ημέρα μετά την εκ μέρους του πρώτου εναγομένου τελευταία παραλαβή 27 κ.μ.
έτοιμου σκυροδέματος επί συνόλου 863,50 κ.μ... ... Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, από αποκλειστική του υπαιτιότητα, παραβίασε τους ουσιώδεις, κατά τη θέληση των διαδίκων, όρους της από 1-10-2007 σύμβασης, που αναφέρονται στην έγκαιρη εκ μέρους του εκπλήρωση της παροχής, αυτός περιήλθε υπαιτίως σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη ως προς τη συμβατικά συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, και συνακόλουθα, συνέτρεξαν οι όροι κατάπτωσης σε βάρος του της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκ μέρους του εκπλήρωσης της παροχής ...
Με δεδομένο δε, ότι το ύψος της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε, στο ποσό των 100 ευρώ για κάθε μια από τις δέκα (10) πρώτες ημέρες καθυστέρησης και στο ποσό των 150 ευρώ για κάθε μια από τις επόμενες ημέρες καθυστέρησης, η οφειλόμενη στην ενάγουσα ποινική ρήτρα από την προεκτεθείσα αιτία, ανέρχεται για το από 21-1-2008 έως και 18-6-2008 χρονικό διάστημα, στο συνολικό ποσόν των 20.800 ...
ευρώ. Σημειωτέον, ότι το ποσό αυτό, οφείλεται από τον πρώτο εναγόμενο σωρευτικά με τις κατωτέρω αναφερόμενες και μη καλυπτόμενες από την ποινική ρήτρα ζημίες που υπέστη η ενάγουσα, κατά το σαφή και ρητό με αριθμ. 5.1 όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, αν η υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης του έργου εκ μέρους του πρώτου εναγομένου υπερβεί τις είκοσι (20) ημέρες, όπως εν προκειμένω, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την καταπεσούσα ποινική ρήτρα και κάθε άλλη περαιτέρω ζημία της.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, η οποία όπως προεκτέθηκε, ήταν υπόχρεη για την χορήγηση της βασικής ύλης και δη του έτοιμου σκυροδέματος που ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση του έργου που συμφωνήθηκε, παρέσχε στον πρώτο εναγόμενο 863,50 κ.μ. μπετόν ... η συνολική δε ποσότητα που πράγματι χρησιμοποιήθηκε και ενσωματώθηκε στο έργο, συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερομένων πρόσθετων εργασιών που ανέλαβε εκ των υστέρων να εκτελέσει ο πρώτος εναγόμενος, ανήλθε σε 788,63 κ.μ.
μπετόν ... Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν χρησιμοποίησε με επιμέλεια τις παραγγελθείσες ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος που παραλάμβανε τμηματικά και όφειλε να τις ενσωματώνει άμεσα στο έργο, λόγω της μικρής διάρκειας ζωής τους (2 ώρες από τη σφράγιση της βαρέλας), κατά παράβαση της σχετικής προς τούτο υποχρέωσής του, με βάση τη φύση του εκτελούμενου έργου, το σκοπό της σύμβασης, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υποχρεούμενος από την αιτία αυτή σε αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, η οποία αντιστοιχεί στην απώλεια 74,87 (863,50-788,63) κ.μ μπετόν και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.567,07 ευρώ (74,87 κ.μ Χ 61 ευρώ) συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ, που η τελευταία (ενάγουσα) κατέβαλε προς την πωλήτρια εταιρία Π.
ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΕ για την αγορά του. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα κατέβαλε στο ΙΚΑ, για ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού που χρησιμοποίησε ο πρώτος εναγόμενος στο έργο, το συνολικό ποσό των 24.968 ευρώ που αντιστοιχεί σε 504 ημερομίσθια. Με βάση όμως τον με αριθμ. 4.2 όρο της από 1-10-2007 σύμβασης, η ενάγουσα συμφωνήθηκε να βαρύνεται, κατ’ ανώτατο αριθμό ενσήμων, με μισό ένσημο ανά κυβικό μέτρο τελικής κατασκευής σκυροδεμάτων, ενώ κατά τον πλεονάζοντα αριθμό, συμφωνήθηκε να βαρύνεται ο πρώτος εναγόμενος.
Δοθέντος δε του ότι, η συνολική ποσότητα του σκυροδέματος που επιμετρήθηκε και ενσωματώθηκε στο έργο (συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων εργασιών), ανήλθε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα σε 788,63 κ.μ, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούσαν σε 394,31 (788,63 : 2) ημερομίσθια και όχι σε 504 ημερομίσθια.
Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τις επιπλέον καταβληθείσες από την ίδια και βαρύνουσες τον πρώτο εναγόμενο εισφορές, που αντιστοιχούν σε 109,69 (504-394,31) ημερομίσθια και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 6.915,95 (109,69 ημ. Χ 63,05 ευρώ) ευρώ, το οποίο υποχρεούται ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει, κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.
Επειδή όμως το Δικαστήριο τούτο, δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (αρθρ. 106 του Κ.Πολ.Δικ), επιδικαστέο είναι το αιτούμενο από την ενάγουσα υπολειπόμενο ποσό και δη αυτό των 6.614,58 ευρώ ... Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, ο πρώτος εναγόμενος, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις προεκτεθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 31.981,65 (20.800 + 4.567,07 + 6.614,58) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Στην καταβολή του ποσού αυτού, ενέχεται εις ολόκληρον και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε έναντι της ενάγουσας, για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των εργασιών του έργου, αναλαμβάνοντας παράλληλα κάθε ευθύνη και κάθε υποχρέωση προς αποκατάσταση κάθε ζημίας από οποιαδήποτε αιτία, απορρέουσα από την από 1-10-2007 σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων της διαιρέσεως και διζήσεως ...
Περαιτέρω, από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα της δεύτερης αγωγής Α. Ζ., (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) προκειμένου να ανεγείρει δύο ανεξάρτητες διώροφες κατοικίες στην περιοχή ..., κατήρτισε με τον πρώτο εναγόμενο, υπεργολάβο οικοδομών, το από 25-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής, να κατασκευάσει τον φέροντα οργανισμό και τις λοιπές εν γένει κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα και δη, τους ξυλότυπους και τη σκυροδέτηση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα με την τοποθέτηση μόνωσης από εξηλασμένη πολυστερόλη στους ξυλότυπους, τα δάπεδα των κτιρίων (μπετόν καθαριότητας), την τοποθέτηση του σκυροδέματος θεμελιώσεων και του εμφανούς σκυροδέματος, τα στηθαία, τις σκάλες, τις φαλτσόπηχες, τις σκότιες, τους ποταμούς, τις πέργκολες και την κεκλιμένη στέγη, σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη και τα σχέδια εφαρμογής του έργου, υπό τις εντολές και οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού της, καθώς και να πραγματοποιήσει τις εργασίες καθαρισμού του εργοταξίου από τα άχρηστα υλικά (όροι 1 και 3.5), υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται σ’ αυτό.
Ειδικότερα, οι ως άνω συμβληθέντες, συμφώνησαν μεταξύ άλλων, α) ότι ως χρόνος έναρξης των εργασιών ορίστηκε η 25η-9-2007 και ως χρόνος περαίωσης και παράδοσης του έργου ορίστηκε η πάροδος 45 εργάσιμων ημερών και δη η 30η-11-2007, ενώ για την περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, συμφωνήθηκε να αφαιρείται από την αμοιβή του πρώτου εναγομένου 100 ευρώ για κάθε μια από τις πρώτες 10 ημέρες καθυστέρησης και 150 ευρώ για κάθε μια από τις επόμενες ημέρες, ως ποινική ρήτρα, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θεώρησαν δίκαιη και εύλογη, αν δε η καθυστέρηση υπερέβαινε τις είκοσι (20) ημέρες, παρείχετο επιπλέον στην ενάγουσα το δικαίωμα, να κηρύξει έκπτωτο τον πρώτο εναγόμενο, να παρακρατήσει το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του, να περατώσει το έργο σε βάρος του και για λογαριασμό του και να αναζητήσει και κάθε άλλη θετική ή αποθετική της ζημία (όρος 5.1), β) ότι η αγορά της απαιτούμενης βασικής ύλης (μπετόν) θα βαρύνει την ενάγουσα, ενώ ο πρώτος εναγόμενος θα βαρύνεται με τα δευτερεύοντα υλικά κατασκευής (όπως ξυλότυπος, ήλοι, ξυλεία, ικριώματα κ.λ.π), καθώς και με την εισφορά στο έργο των αναγκαίων μηχανημάτων (όροι 3.1 και 3.3), γ) ότι οι πληρωμές θα γίνονταν ύστερα από την επιτόπια επιμέτρηση ολοκληρωμένης εργασίας με βάση τα σχέδια και με την παρουσία του επιβλέποντος μηχανικού του έργου (όρος 6.1), δ) ότι η ενάγουσα υποχρεούται και βαρύνεται με τις δαπάνες ασφάλισης στο ΙΚΑ και με το δωρόσημο, μέχρι το ελάχιστον ημερομίσθιο που δέχεται το ΙΚΑ (όρος 4.1) και δ) ότι ο μέγιστος αριθμός ενσήμων - ημερομισθίων που θα απαιτηθούν για το συμφωνημένο έργο δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό ένσημο ανά κ.μ τελικής κατασκευής σκυροδεμάτων, ενώ στην περίπτωση που θα απαιτηθούν περισσότερα ένσημα, αυτά θα πληρωθούν από την ενάγουσα και θα παρακρατηθούν από το λογαριασμό του πρώτου εναγομένου (όρος 4.2).
Προσέτι, ο δεύτερος εναγόμενος, πατέρας του πρώτου εναγομένου, με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψε με τους λοιπούς συμβληθέντες, εγγυήθηκε την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου από τον πρώτο εναγόμενο, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και σε ολόκληρον με αυτόν, για κάθε απαίτηση της ενάγουσας από τη σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων της διαιρέσεως και διζήσεως (όρος 7).
Μετά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, ο πρώτος εναγόμενος, εγκαταστάθηκε στο οικόπεδο της ενάγουσας και ξεκίνησε τις εργασίες κατασκευής του συμφωνηθέντος έργου, προβαίνοντας στην τμηματική παραλαβή του απαιτούμενου έτοιμου σκυροδέματος, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, από την εταιρία με την επωνυμία "Π.
ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΕ", με την οποία η ενάγουσα είχε καταρτίσει σχετική σύμβαση πώλησης. Πλην όμως, από υπαιτιότητά του, το έργο δεν εκτελέστηκε κατά τη συμβατικά καθορισμένη ημερομηνία της 30ης-11-2007, αλλά καθυστέρησε και παραδόθηκε ολοκληρωμένο και όχι ημιτελές στην ενάγουσα, όπως η τελευταία αβάσιμα ισχυρίζεται, στις 24-7-2008, δηλαδή μετά την εκ μέρους του πρώτου εναγομένου τελευταία παραλαβή 9 κ.μ έτοιμου σκυροδέματος επί συνόλου 967 κ.μ. ...
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, από αποκλειστική του υπαιτιότητα, παραβίασε τους ουσιώδεις, κατά τη θέληση των διαδίκων, όρους της από 25-9-2007 σύμβασης, που αναφέρονται στην έγκαιρη εκ μέρους του εκπλήρωση της παροχής, αυτός περιήλθε υπαιτίως σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη ως προς τη συμβατικά συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου, και συνακόλουθα, συνέτρεξαν οι όροι κατάπτωσης σε βάρος του της ποινικής ρήτρας που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθέντων για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκ μέρους του εκπλήρωσης της παροχής ...
Με το δεδομένο δε, ότι το ύψος της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε, στο ποσό των 100 ευρώ για κάθε μια από τις δέκα (10) πρώτες ημέρες καθυστέρησης και στο ποσό των 150 ευρώ για κάθε μια από τις επόμενες ημέρες καθυστέρησης, η οφειλόμενη στην ενάγουσα ποινική ρήτρα από την προεκτεθείσα αιτία, ανέρχεται για το από 1-12-2007 έως και 24-7-2008 χρονικό διάστημα, στο συνολικό ποσό των ... 34.300 ...
ευρώ. Σημειωτέον, ότι το ποσό αυτό, οφείλεται από τον πρώτο εναγόμενο σωρευτικά με τις κατωτέρω αναφερόμενες και μη καλυπτόμενες από την ποινική ρήτρα ζημίες που υπέστη η ενάγουσα, κατά το σαφή και ρητό με αριθμ. 5.1 όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, αν η υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης του έργου εκ μέρους του πρώτου εναγομένου υπερβεί τις είκοσι (20) ημέρες, όπως εν προκειμένω, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την καταπεσούσα ποινική ρήτρα και κάθε άλλη περαιτέρω ζημία της.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, η οποία όπως προεκτέθηκε, ήταν υπόχρεη για την χορήγηση της βασικής ύλης και δη του έτοιμου σκυροδέματος που ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση του έργου που συμφωνήθηκε, παρέσχε στον πρώτο εναγόμενο 967 κ.μ μπετόν ... η συνολική δε ποσότητα που πράγματι χρησιμοποιήθηκε και ενσωματώθηκε στο έργο, συμπεριλαμβανομένων και των προαναφερομένων προσθέτων εργασιών που ανέλαβε εκ των υστέρων να εκτελέσει ο πρώτος εναγόμενος, ανήλθε σε 869,65 κ.μ.
μπετόν ... Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι ο πρώτος εναγόμενος, δεν χρησιμοποίησε με επιμέλεια τις παραγγελθείσες ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος που παραλάμβανε τμηματικά και όφειλε να τις ενσωματώνει άμεσα στο έργο, λόγω της μικρής διάρκειας ζωής τους (2 ώρες από τη σφράγιση της βαρέλας), κατά παράβαση της σχετικής προς τούτο υποχρέωσής του, με βάση τη φύση του εκτελούμενου έργου, το σκοπό της σύμβασης, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υποχρεούμενος από την αιτία αυτή σε αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, η οποία αντιστοιχεί στην απώλεια 97,35 κ.μ (967-869,65) μπετόν και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 5.938,35 ευρώ (97,35 κ.μ Χ 61 ευρώ) συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ, που η τελευταία (ενάγουσα) κατέβαλε προς την πωλήτρια εταιρία Π.
ΜΠΕΤΟΝ ΑΒΕΕ για την αγορά του. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα κατέβαλε στο ΙΚΑ, για ασφαλιστικές εισφορές του εργατοτεχνικού προσωπικού που χρησιμοποίησε ο πρώτος εναγόμενος στο έργο, το συνολικό ποσό των 25.712,81 ευρώ που αντιστοιχεί σε 524 ημερομίσθια. Με βάση όμως τον με αριθμ. 4.2 όρο της από 25-9-2007 σύμβασης, η ενάγουσα συμφωνήθηκε να βαρύνεται, κατ’ ανώτατο αριθμό ενσήμων, με μισό ένσημο ανά κυβικό μέτρο τελικής κατασκευής σκυροδεμάτων, ενώ κατά τον πλεονάζοντα αριθμό, συμφωνήθηκε να βαρύνεται ο πρώτος εναγόμενος.
Δοθέντος δε του ότι, η συνολική ποσότητα του σκυροδέματος που επιμετρήθηκε και ενσωματώθηκε στο έργο (συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων εργασιών), ανήλθε κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα σε 869,65 κ.μ, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούσαν σε 434,825 (869,65 : 2) ημερομίσθια και όχι σε 524 ημερομίσθια.
Επομένως, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τις επιπλέον καταβληθείσες από την ίδια και βαρύνουσες τον πρώτο εναγόμενο εισφορές, που αντιστοιχούν σε 89,18 (524-434,825) ημερομίσθια και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5.622,80 (89,18 ημ. Χ 63,05 ευρώ) ευρώ, το οποίο υποχρεούται ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει, κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.
Επειδή όμως το Δικαστήριο τούτο, δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον του αιτηθέντος (αρθρ. 106 του Κ.Πολ.Δικ), επιδικαστέο είναι το αιτούμενο από την ενάγουσα υπολειπόμενο ποσό και δή αυτό των 781,82 ευρώ... Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, ο πρώτος εναγόμενος, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, για τις προεκτεθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 41.020,17 (34.300 + 5.938,35 + 781,82) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Στην καταβολή του ποσού αυτού, ενέχεται εις ολόκληρον και ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εγγυήθηκε έναντι της ενάγουσας, για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των εργασιών του έργου, αναλαμβάνοντας παράλληλα κάθε ευθύνη και κάθε υποχρέωση προς αποκατάσταση κάθε ζημίας από οποιαδήποτε αιτία, απορρέουσα από την από 25-9-2007 σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων της διαιρέσεως και διζήσεως....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την ερήμην τους εκδοθείσα απόφαση, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και εδίκασε τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε αυτές εν μέρει και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας και νομιμοτόκως στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη 31.981,65 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη 41.020,17 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς εφάρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 361, 404, 407, 681, 847 Α.Κ. και περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες: 1)Όσον αφορά το δικαίωμα των εργοδοτριών να απαιτήσουν σωρευτικώς την καταπεσούσα ποινική ρήτρα και αποζημίωση για όλες τις ζημίες τις οποίες υπέστησαν εξ υπαιτιότητος του εναγομένου εργολάβου, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τον υπ’ αριθ.5.1.
όρο της συμβάσεως έργου και ποινικής ρήτρας, συνεφωνήθη, ότι "....για την περίπτωση υπέρβασης της προθεσμίας αυτής, συμφωνήθηκε να αφαιρείται από την αμοιβή του πρώτου εναγομένου 100 ευρώ για κάθε μια από τις πρώτες 10 ημέρες καθυστέρησης και 150 ευρώ για κάθε μια από τις επόμενες ημέρες, ως ποινική ρήτρα, την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θεώρησαν δίκαιη και εύλογη, αν δε η καθυστέρηση υπερέβαινε τις είκοσι (20) ημέρες, παρείχετο επιπλέον στην ενάγουσα το δικαίωμα, να κηρύξει έκπτωτο τον πρώτο εναγόμενο, να παρακρατήσει το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του, να περατώσει το έργο σε βάρος του και για λογαριασμό του και να αναζητήσει και κάθε άλλη θετική ή αποθετική της ζημία...". 2)Ομοίως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την έκταση της ευθύνης του δευτέρου αναιρεσείοντος - εγγυητή, ο οποίος, όπως δέχθηκε το Εφετείο (και σύμφωνα με τον υπ’ αριθ.7 όρο της συμβάσεως), "...εγγυήθηκε την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου από τον πρώτο εναγόμενο, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και σε ολόκληρον με αυτόν, για κάθε απαίτηση της ενάγουσας από την σύμβαση, παραιτούμενος των ενστάσεων της διαιρέσεως και δεζήσεως".
Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του, δεν διεπίστωσε ούτε αμέσως, ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων και ειδικότερα των εργοδοτριών και του εγγυητού όσον αφορά την έκταση της εγγυήσεως.
Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη το Εφετείο να προσφύγει και ορθώς δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. 3)Τέλος, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την υποχρέωση του εργολάβου να καταβάλει την ποινική ρήτρα και δεν την αφήρεσε από το απομένον ενδεχομένως υπόλοιπο της αμοιβής του, αφού το δικαστήριο δέχθηκε αφ’ ενός μεν ότι οι εργοδότριες είχαν καταβάλει σημαντικά ποσά για την αμοιβή του εργολάβου, αφ’ ετέρου δε, ότι σύμφωνα με τον υπ’ αριθ.5.1 όρο της συμβάσεως, πλέον της ποινικής ρήτρας, οι εργοδότριες απαλλάσσονται από την καταβολή του ενδεχομένως οφειλομένου υπολοίπου της αμοιβής του εργολάβου.
Επομένως, οι σχετικοί τρείς πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον νόμο, ο οποίος ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Όταν όμως το ίδιο δικαστήριο εξαφανίζει κατ’ αποδοχήν λόγου εφέσεως την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και επιλαμβάνεται κατά το άρθρο 535 ΚΠολΔ της εκδικάσεως της ουσίας της υποθέσεως, εφαρμόζει περαιτέρω τον νόμο ο οποίος ισχύει κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως η οποία εκδίδεται επί της ουσίας της υποθέσεως.
Εξ άλλου, το άρθρο 1047 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 1689/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (14-4-2011) και προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 62 Ν.3994/25-7-2011 όριζε, ότι: "Προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις".
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εδίκασε ερήμην των εναγομένων, δέχθηκε μερικώς τις αγωγές και μεταξύ των άλλων διατάξεων απήγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του πρώτου εναγομένου - εμπόρου διαρκείας 2 μηνών για κάθε αγωγή. Το Εφετείο, το οποίο όπως έχει ήδη αναφερθεί, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε τις αγωγές και δέχθηκε εν μέρει αυτές και απήγγειλε σε βάρος του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος και προσωπική κράτηση 2 μηνών για κάθε αγωγή, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως, λόγω της εμπορικής ιδιότητος εκείνου.
Η απόφαση όμως του Εφετείου δημοσιεύθηκε την 29-1-2014, ότε πλέον η προσωπική κράτηση κατά εμπόρων για εμπορικά χρέη δεν είναι επιτρεπτή, καθόσον το άρθρο 1047 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 Ν.3994/25-7-2011 και ορίζει πλέον, ότι: "Προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες".
Επομένως, το Εφετείο, κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1047 παρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ επέβαλε την προσωπική κράτηση κατά του πρώτου αναιρεσείοντος για εμπορικά χρέη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνον όσον αφορά το κεφάλαιο της προσωπικής κρατήσεως του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί το αίτημα των εναγουσών περί προσωπικής κρατήσεως εκείνου, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό και να συμψηφισθούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού, λόγω της μερικής νίκης και ήττας κάθε διάδικου μέρους (άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 532/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς αυτό.
Απορρίπτει το αίτημα αμφοτέρων των αγωγών περί προσωπικής κρατήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Ν. Π..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6 Ιουνίου 2014 αναίρεση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ