Supreme Court partially allowed appeal regarding wrongful death damages for in-laws and step-relatives under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a second-instance judgment concerning wrongful death damages. The appellants, acting as heirs, argued that the lower court incorrectly awarded compensation to step-relatives and step-fathers, while the respondents claimed the in-laws were proper beneficiaries. The court ruled that while in-laws are eligible for compensation, step-relatives and step-fathers are not covered by the relevant statutory provision, leading to a partial reversal of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 330, 914, 932 paragraph 3 of the Civil Code; Compensation for mental distress is granted to first-degree in-laws but excludes step-relatives and step-fathers, who do not constitute the immediate family of the deceased.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 976 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 976/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. χας Δ. Κ., 2.Α. Κ. του Δ. και 3.Ι. Κ. του Δ., απάντων υπό την ιδιότητά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Δ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. χας Σ. Π. το γένος Ι. Ν., 2. Α. Π. του Σ., 3. Δ. - Φ. Π. του Σ., 4. Δ. Π. του Σ., 5.Σ. Π. του Σ., κατοίκων ... 6.Η. Π. του Σ., κατοίκου ..., 7-8. Σ. Π. του Σ., κατοίκου ως άνω και Η. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι (7η των αναιρεσιβλήτων Σ. Π. του Σ. και 8ος των αναιρεσιβλήτων Η. Π. του Σ.) συνεχίζουν την δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης Ε. συζ. Σ. Π., κατοίκου εν ζωή .... Απαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηεμμανουήλ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Οκτωβρίου 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2498/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 755/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6 Ιουνίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της. καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 755/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκείται παραδεκτά από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι νομιμοποιούνται στην άσκησή της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του εναγόμενου και εκκαλούντος Δ. Κ., ο οποίος αποβίωσε στις 10-9-2007 μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής με αρ. καταθ. 43584/1995 και της έφεσης με αρ. καταθ. 197/15-1-2007, επί της οποίας εκδόθηκε στις 20-4-2010 η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 62, 73, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από τον νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει, ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε. Το αν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζομένη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την πλευρά της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως είναι ιδίως ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη στον παθόντα ή, σε περίπτωση θανάτου αυτού, για ψυχική οδύνη στα μέλη της οικογενείας του, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ευθέως ή εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμοστεί, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΕΚΟ Α Β Ε Ε)", στη θέση της οποίας εισήλθε ως καθολική διάδοχος η πρώτη εναγομένη εταιρεία και ήδη εκκαλούσα, στις 6-3-1992 ανέθεσε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Δ.
Γ. Ξ.Π. Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν ο Σ. Π., με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ αυτών, την εκτέλεση του καθαρισμού και της επάλειψης, με σίλικον, 325 μονωτήρων των γραμμών υψηλής τάσης 150 KV Άγρα- Πτολεμαΐδας του υποσταθμού της, που βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της στη Θεσσαλονίκη και σε ύψος 12 μέτρων από το έδαφος.
Σύμφωνα με το άρθρο 5,παρ. 1 της σύμβασης αυτής "ο εργολάβος καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και μέχρι περάτωσης του, υποχρεούται να τηρεί τις κείμενες κάθε φύσεως διατάξεις και δη τις αστυνομικές και εκείνες που αφορούν την ασφάλεια και υγεία του παρ' αυτού απασχολούμενου προσωπικού, καθώς και τους "Κανονισμούς Ασφαλείας" (Παράρτημα Β της σύμβασης), ευθυνόμενος για κάθε παράβαση αυτών.
Ο εργολάβος είναι, επίσης, αποκλειστικά υπεύθυνος για κάθε ατύχημα, που ενδέχεται να συμβεί από την εκτέλεση, ή κατά την εκτέλεση του έργου στο προσωπικό αυτού, ή της εργοδότιδας, ή σε οποιοδήποτε τρίτο, θα αναλαμβάνει δε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας προς αποφυγή τέτοιων ατυχημάτων" (βλ. προσκομιζόμενη από 6-3- 1992 σύμβαση ανάθεσης έργου).
Κατά δε τις διατάξεις του άνω "Κανονισμού Ασφαλείας" (Παράρτημα Β), ο οπαίος αποτέλεσε και περιεχόμενο της σύμβασης αυτής, με βάση το προαναφερόμενο άρθρο της, του οποίου, κατά την εισαγωγή του, "κύριος σκοπός του είναι η πρόληψη των ατυχημάτων, που μπορεί να προξενήσουν τραυματισμό των υπαλλήλων της ΕΚΟ, ή του εργολάβου, "καμιά εργασία δεν εκτελείται, χωρίς να καλύπτεται από μία κατάλληλη άδεια εργασίας.
Η άδεια αυτή χορηγείται γραπτά στην εργολάβο, από τον υπεύθυνο της περιοχής, όπου εκτελείται η εργολαβική εργασία. Για κάθε εργασία θα υπάρχει ένας εκπρόσωπος της εταιρείας (εντεταλμένος), που θα αποτελεί το σύνδεσμο μεταξύ εργολάβου και εργοδότριας, ήτοι ΕΚΟ. 0 εργολάβος υποχρεούται να υποβάλει "στον εντεταλμένο" και στην Κεντρική Πύλη έγκαιρα, πριν από την έναρξη του έργου, που έχει αναλάβει, ονομαστική κατάσταση με τις ειδικότητες του προσωπικού του, που θα απασχοληθεί στο συγκεκριμένο έργο.
Η Κεντρική Πύλη εκδίδει άδειες εισόδου στο συγκρότημα για τα προσωπικό του εργολάβου. 0 εξοπλισμός του εργολάβου πρέπει να είναι εγκεκριμένου τύπου και γενικά να ανταποκρίνεται στους απαιτούμενους όρους ασφαλείας....Καμιά εργασία, σε οποιοδήποτε χώρο του συγκροτήματος, δεν θα εκτελείται χωρίς προηγούμενα, να έχει εκδοθεί η κατάλληλη άδεια εργασίας, συμπληρωμένη και εγκεκριμένη από τον υπεύθυνο της περιοχής.
Η άδεια εργασίας μπορεί να ανακληθεί από τους υπεύθυνους της εργοδότριας εταιρίας ΕΚΟ, σε περίπτωση που μεταβληθούν σι συνθήκες εργασίας, ή οι υπάλληλοι του εργολάβου δεν τηρούν τους κανόνες ασφαλείας..". Περαιτέρω προέκυψε ότι η ως άνω γραμμή, στην οποία η εργολάβος εταιρεία θα εκτελούσε το έργο, που της ανατέθηκε, είναι 150 KV, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. 14/25-10-1937 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 12.9.1935 π.δ. "περί διαιρέσεως των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και ειδικοτήτων σε κατηγορίες" και των αρ. 6 και 6 του β.5.
της 19/26-3-193Ε "περί χορηγήσεως αδειών εκτελέσεως και πτυχίων βοηθητικού προσωπικού κατασκευής και επιβλέψεως ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων Ε' ειδικότητας παραγωγής, μεταφοράς, μετασχηματισμού και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας" (η άνω εγκατάσταση) υπάγεται, στην Γ' κατηγορία της ΣΤ' ειδικότητος και ως εκ του ότι είναι 150 KV, δικαίωμα συντηρήσεως των μονωτήρων των άνω γραμμών έχουν μόνο διπλωματούχοι μηχανικοί.
Επίσης, κατά την τεχνική προδιαγραφή εκτελέσεως της προαναφερόμενης εργασίας έπρεπε: α) οι εργασίες να γίνονται μόνο όταν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες και μόνο στη μία από τις δύο γραμμές 150 KV που υπάρχουν, γιατί η άλλη στην ίδια ώρα θα βρίσκεται στο κύκλωμα, β) η ανάδοχος του έργου να γνωστοποιήσει εγγράφως στην εταιρεία το όνομα του ηλεκτρολόγου μηχανικού, που θα είναι υπεύθυνος για το έργο και γ) τα μεν ανυψωτικά μηχανήματα και οι σκαλωσιές θα παρέχονταν από την εργοδότρια εταιρεία, τα δε ατομικά είδη ασφαλείας του προσωπικού (γάντια, γυαλιά, φόρμες, παπούτσια, κράνη, ζώνη κ.λπ.) θα παρέχονταν από την εργολάβο εταιρεία.
Σ ε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης έργου και συγκεκριμένα στις 14.9.1992, ο ως άνω Σ. Π., ο οποίος ήταν μεν πτυχιούχος εργοδηγός ηλεκτρολόγος, πλην, όμως, δεν είχε την κατά νόμο άδεια (Ε κατηγορίας), για την εκτέλεση της άνω εργασίας, μετέβη στις ευρισκόμενες στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάσεις της εργοδότριας εταιρείας, για την εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου, δηλαδή τον καθαρισμό των μονωτήρων και την επάλειψη αυτών με σίλικον.
Επίσης, μαζί του μετέβη και ο εργάτης της εργολάβου εταιρείας, Α. Λ., ο οποίος για πρώτη ημέρα θα απασχολείτο στην εργασία αυτή και δεν ήταν κάτοχος σχετικής άδειας, όπως ηλεκτροτεχνίτη, ή βοηθού ηλεκτροτεχνίτη. Κατά την ημέρα αυτή, θα γινόταν η συντήρηση των μονωτήρων, που βρίσκονται σε ύψος δώδεκα (12) μέτρων από το έδαφος, στον πυλώνα από όπου διέρχεται η γραμμή υψηλής τάσης από Πτολεμαΐδα και κατευθύνεται προς στο χαλυβουργείο HELLENIC STEEL.
Σε απόσταση δε 4,85 μέτρα οπό την ως άνω γραμμή διέρχεται η γραμμή υψηλής τάσης, που έρχεται από τον Άγρα και η οποία, κατά τη σύμβαση, δεν θα ετίθετο εκτός τάσης. Αμέσως μετά την άφιξη των ως άνω προσώπων στο χώρο εργασίας, ήτοι στον πυλώνα της γραμμής Πτολεμαΐδας, τέθηκε από υπαλλήλους της εργοδότριας εταιρείας (ΕΚΟ), εκτός τάσης η γραμμή αυτή και τους δόθηκε η άδεια εργασίας.
Ακολούθως στον ίδιο τόπο εργασίας έφθασε και ο αυτοκινούμενος γερανός της ίδιας εργοδότριας, που θα χρησιμοποιείτο, κατά τη σύμβαση, για την εκτέλεση της εργασίας, με χειριστή υπάλληλο της τελευταίας, ο οποίος τοποθέτησε τον κινούμενο γερανό ανάμεσα στα δύο, από τα τρία οριζόντια, καλώδια της προαναφερόμενης γραμμής και ετοιμάστηκε για την ανύψωση του εργαζόμενου, στην κατάλληλη θέση, για την εκτέλεση της άνω εργασίας.
Σημειώνεται ότι την ημέρα εκείνη ο καιρός ήταν βροχερός, ενώ η βάση του καλαθιού του ανυψωτήρα, στην οποία πατούσε ο προαναφερόμενος υπάλληλος της εργολάβου, ήταν γεμάτη νερό, από νερά που είχαν συσσωρευτεί, λόγω βροχόπτωσης, και κατά την προηγούμενη νύκτα. Περαιτέρω προέκυψε ότι το γερανοφόρο όχημα, που διατέθηκε προς χρήση από την εργοδότρια δεν είχε, όπως όφειλε, τη δυνατότητα να μετακινεί αυτόματα το καλάθι, με ειδικό χειριστήριο, που να βρίσκεται εντός του κιβωτίου του οχήματος, γεγονός που ανάγκαζε τους εργαζομένους να μετακινούν το καλάθι από το έδαφος με ένα σχοινί, το οποίο δένονταν μέσα σ' αυτό.
Κατά τη χρονική αυτή στιγμή, δηλαδή πριν την έναρξη της εργασίας, δεν παρευρίσκετο στον τόπο εργασίας διπλωματούχος μηχανικός, ή άλλος υπεύθυνος ηλεκτρολόγος της εργολάβου εταιρείας, αλλά ούτε και της εργοδότριας, παρά το ότι, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, έπρεπε αυτός να παρευρίσκεται, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας, προκειμένου να ελέγξει αν είχαν ληφθεί από τον θανόντα, ως εργολάβο, όλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων, ή των διερχομένων κάτω από τα εναέρια δίκτυα, εάν ο θανών, ως εργολάβος έφερε τον αναγκαίο ατομικό εξοπλισμό προστασίας (υποδήματα ασφαλείας χειρόκτια) και εάν το σχοινί, που η εργοδότρια είχε χορηγήσει στον εργολάβο και προτίθετο να χρησιμοποιήσει αυτός, ήταν κατάλληλο για την προαναφερθείσα χρήση.
Αρμόδιος δε και υπεύθυνος για τον ορισμό και την παρουσία διπλωματούχου μηχανικού, ή υπεύθυνου ηλεκτρολόγου, ο οποίος θα ήλεγχε αν είχαν ληφθεί όλα τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, για την εκτέλεση της ως άνω εργασίας, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, ως Διευθυντής συντήρησης της εργοδότριας και προστήσασας αυτόν εταιρείας, πρώτης εναγομένης.
Η παρουσία δε του ηλεκτρολόγου μηχανικού επιβαλλόταν από την πλευρά της εργοδότριας- και για το λόγο ότι η τελευταία γνώριζε ότι δεν παρευρισκόταν τέτοιος από την πλευρά της εργολάβου εταιρίας , με την οποία είχαν συνεργαστεί και άλλες φορές στο παρελθόν. Η απουσία δε ηλεκτρολόγου μηχανικού, ορισθέντος από την εργοδότρια εταιρία, κατά την έναρξη εκτέλεσης εργασιών από τον εργολάβο Σ.
Π. προκύπτει από την από 14-9-1992 έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας Η. Μαραγκού, την οποία συνέταξε αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα και στην οποία αναφέρει ότι η άδεια εργασίας, που εκδίδεται, από την ΕΚΟ, εκδόθηκα από τον Α Σπρούλη, εργοδηγό παραγωγής και παραδόθηκε στον Β. Καμπουράκη ηλεκτρολόγο υπομηχανικό του τμήματος ηλεκτρολογικής συντήρησης, ο οποίος έδωσε εντολή σε δύο υφισταμένους του να βγάλουν εκτός τάσης την γραμμή Πτολεμαΐδας, όπου θα γινόταν η επέμβαση, οι δύο δε εργαζόμενοι, αφού έβγαλαν εκτός τάσης την συγκεκριμένη γραμμή, αμέσως μετά έδωσαν την άδεια εργασίας στον Αν.
Λαζαρίδη και αποχώρησαν από τον υποσταθμό (βλ την από 14-2-199 έκθεση αυτοψίας). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο Σ. Π., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, παρευρισκόταν στον τόπο εργασίας, ως εργολάβος, κατά την έναρξη της εκτέλεσης φορούσε σαγιονάρες και δεν έφερε γάντια ασφαλείας, κράνος και φόρμα, και ο ίδιος έδωσε εντολή στον προμνησθέντα εργάτη να ανεβεί στο καλάθι του γερανού και να ανυψωθεί στη θέση εργασίας.
Όταν ο εν λόγω εργάτης ανυψώθηκε στη θέση εργασίας και έριξε το υπάρχον σ' αυτή (καλάθι) βρεγμένο σχοινί στον Σ. Π., προκειμένου ο τελευταίος, με την ανάλογη μετακίνηση του σχοινιού, να μετακινήσει το καλάθι του γερανού λίγο αριστερότερα, για να φτάσει στον αριστερό μονωτήρα της γραμμής, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε το καλάθι του γερανού δεν μετακινούνταν μ ε ειδικό χειριστήριο, που να βρίσκεται εντός του κιβωτίου του οχήματος, το βρεγμένο σχοινί ήλθε σε επαφή με ένα από τα τρία (3) καλώδια του διπλανού πυλώνα της γραμμής Άγρα που βρισκόταν υπό τόση και ο Σ.
Π. υπέστη ηλεκτροπληξία, από την οποία επήλθε ακαριαία ο θάνατος του. Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι ο θάνατος του Σ. Π., που επήλθε υπό τις ως άνω συνθήκες, οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ως Διευθυντή συντήρησης της προστήσασας εργοδότριας εταιρείας, διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, λόγω της ως άνω ιδιότητας και επαγγέλματος του, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου συνίσταται στο ότι: 1) επέτρεψε υπό την άνω ιδιότητα του, την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας, αν και δεν υπήρχε στον τόπο εργασίας διπλωματούχος μηχανικός, ή υπεύθυνος ηλεκτρολόγος της εργολάβου εταιρείας, ή και της εργοδότριας για την παρουσία του οποίου, από τη πλευρά της εργοδότριας, αρμόδιος και υπεύθυνος, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, ήταν αυτός και ο οποίος (μηχανικός ή ηλεκτρολόγος) θα ήλεγχε αν είχαν ληφθεί από την εργολάβο εταιρία όλα τα αναγκαία ως άνω μέτρα προστασίας των εργαζομένων, ή των διερχομένων κάτω από τα άνω εναέρια δίκτυα, αν ο θανών έφερε τον αναγκαίο ατομικό εξοπλισμό προστασίας [υποδήματα ασφαλείας, χειρόκτια, κράνος, φόρμα κ.λπ.) και αν το άνω σχοινί ήταν κατάλληλο για την προαναφερθείσα χρήση και σε αντίθετη περίπτωση δεν θα χορηγούσε την αναγκαία άδεια εργασίας, ή θα απαιτούσε την λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας από τον εργολάβο. 2).
ο ίδιος (β' εναγόμενος) χορήγησε άδεια εργασίας και επέτρεψε τη διεξαγωγή των εργασιών κάτω από ακατάλληλες καιρικές συνθήκες (προηγηθείσα βροχή, υγρό έδαφος και ατμόσφαιρα και υγρή βάση καλαθιού), οι οποίες από μόνες τους δημιουργούσαν αυξημένε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας και 3)χορήγησε ακατάλληλα και επικίνδυνα προς τον σκοπό της εργασίας μέσα και δη γερανοφόρο όχημα, το οποίο δεν είχε τη δυνατότητα αυτόματης μετακίνησης του καλαθιού, γεγονός που εξέθετε σε κίνδυνο τον ευρισκόμενο στο έδαφος εργαζόμενο [εργολάβο), σ οποίος αναγκάζονταν να μετακινεί το καλάθι με τον επισφαλή τρόπο, που προεκτέθηκε.
Πρέπει εδώ να λεχθεί ότι τα ισχυριζόμενα από τους εκκαλούντες - εναγόμενους ότι η εκτέλεση των εργασιών με γερανό, με σταθερή κεραία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια, γιατί ελαχιστοποιούσε τον κίνδυνο από ηλεκτροπληξία, που προκαλείται από απρόσεκτο χειρισμό του καλαθιού, με το τηλεχειριστήριο του γερανού με αρθρωτή κεραία, καθώς και γιατί αυτός ελίσσονταν με μεγαλύτερη ευκολία ανάμεσα στα υπό συντήρηση καλώδια, από τον γερανό με αρθρωτή κεραία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται άλλο τρόπο μετακίνησης, από τον προαναφερθέντα με το σχοινί, του καλαθιού, στην περίπτωση της εκτέλεσης των εργασιών με αυτόν με σταθερή κεραία.
Επιπλέον οι ίδιοι αναφέρουν στις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ότι το σχοινί που χρησιμοποίησε ο αποβιώσας Σ. Π. χρησιμοποιούνταν για την σταθεροποίηση του καλαθιού σε θέση εργασίας πλησίον του εκάστοτε προς συντήρηση μονωτήρα. Όλα το παραπάνω επί μέρους περιστατικά, που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του δεύτερου αναγομένου, ως Διευθυντή συντήρησης, προστηθέντα από την εργοδότρια εναγομένη εταιρία, που αυτός επέδειξε κάτω την άσκηση των καθηκόντων του, βρίσκονται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ηλεκτροπληξία, που ο Σ.
Π. υπέστη και η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο ως άνω εναγόμενος με την υπ' αριθμ. 672/1999 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναίρεσης, που ασκήθηκε κατ ' αυτής, με την υπ' αριθ 103/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του προαναφερθέντος αποβιώσαντος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι ο θάνατος του Σ. Π. από ηλεκτροπληξία βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης ότι η εκκαλουμένη έσφαλε πρωτίστως, γιατί δεν έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για το επίδικο ατύχημα τον αποβιώσαντα Σ.
Π. και δευτερευόντως, γιατί δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα από αυτούς ένσταση περί συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος, κατά ποσοστό 95%, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα αυτός, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ειδικότερα όσον αφορά την επικαλούμενη από τους εκκαλούντες- εναγόμενους προβολή της ένστασης συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος στο πρώτο βαθμό, πρέπει να σημειωθεί ότι από την επισκόπηση τον προτάσεων τους, που οι ίδιοι κατέθεσαν κατά την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, προκύπτει ότι σ' αυτές περιλαμβάνονται και αναπτύσσονται ισχυρισμοί μόνο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αποβιώσαντος στην πρόκληση του ατυχήματος, χωρίς καμία αναφορά σε συνυπαιτιότητα αυτού.
Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση, στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, δεν περιλαμβάνεται και ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας, αλλά πρέπει να γίνεται σαφής μνεία ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά προτείνονται προς θεμελίωση και της ενστάσεως αυτής. Επίσης, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εκκαλούντες -εναγόμενοι προβάλλουν, το πρώτον με την έφεσή τους, την ερειδόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προβαλλόμενη, επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην ίδια θέση, αυτή δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι "... Όλοι οι ενάγοντες, εκ των οποίων η πρώτη είναι σύζυγος του παθόντος και τα εκπροσωπούμενα από αυτή ανήλικα, Ά. και Φ., τέκνα, η 2η αρχικώς ενάγουσα μητέρα του, η 3η αρχικώς ενάγουσα, γιαγιά, οι 4η και 5°ς αρχικώς ενάγοντες, θείοι και οι 9ος και 10Ος των αρχικώς εναγόντων πεθερικά του, διατηρούσαν άριστη σχέση με τον θανόντα και ήταν στενότατα συνδεδεμένοι συναισθηματικά με αυτόν και αποτελούσαν μια ενιαία οικογένεια, κατά την έννοια της ΑΚ 932, παρά τη δημιουργία αυτοτελών οικογενειών και ανεξάρτητα από το ότι εκτός της συζύγου του και των τέκνων του δεν διέμεναν στην ίδια οικογένεια, από δε τον θάνατο του ως άνω προσφιλούς τους προσώπου υπέστησαν ψυχική οδύνη, από τη έντονη θλίψη και τον ψυχικό πόνο, που δοκίμασαν λόγω της ξαφνικής απώλειας του θανόντος, ανάλογη με το βαθμό συγγένειας και του δεσμού τους.
Πρέπει, επομένως, να επιδικαστεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση, η οποία θα επιφέρει την ηθική παρηγοριά και την ψυχική τους ανακούφιση. Αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος αυτού, ο βαθμός πταίσματος του αδικοπραγήσαντος δεύτερου - εναγομένου - εκκαλούντος, η ηλικία του αποβιώσαντος, ο οποίος ήταν 40 ετών και υγιής, ο βαθμός συγγενείας του και οι άριστες σχέσεις των εναγόντων μαζί του, ως μελών της οικογενείας τούτου, καθώς και ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των μερών, και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των εναγόντων (ηλικία, φύλλο, ευαισθησία κλπ), το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να επιδικασθεί :
α) στην 1η ενάγουσα, σύζυγο το ποσό των 15.000,000 δρχ. ή 44.005,97 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 5.000 δρχ. ή 14, 67 ευρώ, που η ίδια έχει αφαιρέσει κατά την πρώτη συζήτηση, προκειμένου να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο , β) το ποσό των 10.000.000 δρχ. δηλαδή 29. 347, 03 Ε για κάθε τέκνο του, γ) το ποσό των 10.000.000 δρχ.
δηλαδή 29.347,03 ευρώ για την 2η αρχικώς ενάγουσα, μητέρα του, δ) το ποσό των 5.000.000 δρχ. δηλαδή 14.673,51 ευρώ για την 3η αρχικώς ενάγουσα, αποβιώσασα γιαγιά του, ε) το ποσό των 2.000.000 δρχ., δηλαδή 5.969,41 ευρώ για κάθε θείο του θανόντος, 4η και 5° αρχικώς ενάγοντες και το ποσό του 1.000.000 δρχ. δηλαδή 2. 934, 70 Ε για κάθε έναν από τους πεθερούς του, 9° και 10° αρχικώς ενάγοντες, τα οποία κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ)..
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ανωτέρω και καθόρισε για την ίδια αιτία τα ίδια ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, για όλους τους ενάγοντες ορθά τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 932 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 του Α.Κ., περαιτέρω δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του πταίσματος του υπαιτίου στην πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν ζημιών του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του δευτέρου εναγόμενου και προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης, Δ. Κ., και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτού με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Οι δε ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.ΠοΛ.Δ.
πλημμέλεια για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την εκ μέρους των αναιρεσειόντων υποβληθείσα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ,, ένσταση συνεισφοράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στις οικογενειακές δαπάνες, την οποία και δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν (ένσταση) των αναιρεσειόντων, τον οποίο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός της αναιρέσεως από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπό το 972/28.1.2008 πιστοποιητικό της Δ' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη "....τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...." καθώς και από το σύνολο των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το αναφερόμενο στο αναιρετήριο 972/28.1.2008 πιστοποιητικό της Δ' Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης.
ΙΙΙ). Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και ο ενάγων, αποτελεί μέσο άμυνας κατά της αγωγής και έχει τον χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού. Αποτελεί ένσταση από την ΑΚ 300 και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί από τον εναγόμενο, τόσο κατά τα περιστατικά όσο και κατά το αίτημα, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.ΠοΛ.Δ. πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την εκ μέρους των αναιρεσειόντων υποβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση συνυπαιτιότητας, την οποία και δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής της σχετικής ένστασης στον πρώτο βαθμό, ούτε ο τρόπος επαναφοράς αυτής στον δεύτερο βαθμό, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί από το αναιρετήριο αν η επίμαχη ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να ληφθεί υπόψη από αυτό.
ΙV). Κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς επειδή ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, από τη φύση του, δέχεται τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του θύματος, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων αποσκοπεί η σχετική διάταξη, άσχετα αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των εν λόγω προσώπων περιλαμβάνονται οι αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός - πεθερά), ενώ δεν περιλαμβάνονται οι θείοι του θανόντος, ήτοι οι αδελφοί του πατέρα ή της μητέρας αυτού -τρίτος βαθμός εξ αίματος εκ πλαγίου- ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι συγγενείς του θύματος (Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ729/2009, ΑΠ 725/2011, ΑΠ 868/2002).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι οι ένατος και δέκατη των αναιρεσιβλήτων, πεθερός και πεθερά του θανόντος, καθώς και η πέμπτη και ο έκτος των αναιρεσιβλήτων, θεία και θείος του θανόντος αντίστοιχα, ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος και επιδίκασε σλ αυτούς χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, έκρινε ορθά στην πρώτη, όχι όμως και στη δεύτερη περίπτωση.
Επομένως το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' ΑΚ και αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του, κατά το μέρος που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους πέμπτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων, ο δε τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος.
Αντίθετα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους και να γίνει ενμέρει δεκτή ως προς το μέρος που αφορά την πέμπτη και τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο, καθώς αυτή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της και να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή, ως προς τους ενάγοντες τέταρτη και πέμπτο, Σ. Π. και Η. Π.. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 755/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους και τη δέχεται ως προς την πέμπτη και τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, Σ. Π. και Η. Π..
Αναιρεί την αμέσως παραπάνω απόφαση ως προς την πέμπτη και τον έκτο των αναιρεσιβλήτων. Κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, ως προς το αντίστοιχο μέρος της.
Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση 2498/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο που αφορά την τέταρτη και τον πέμπτο των εναγομένων, Σ. Π. και Η. Π..
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους αμέσως παραπάνω εναγόμενους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ