Legislator Case Law & Legislation
976/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-exhausted review of expert report and inadmissible document distortion claim.

Case Number 976/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific flaws in a handwriting expert report and distorted evidence regarding the date of a receipt. The court rejected these claims, ruling that the expert report's omissions did not constitute a ground for appeal and that the date of the receipt was determined through a holistic evaluation of all evidence rather than a distortion of the document itself.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(8) of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court considered evidence holistically without distorting the document's content, and grounds for appeal must involve substantive omissions of independent claims rather than negative assertions or conclusions drawn from evidence evaluation.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility handwriting expert report evidence evaluation document distortion holistic assessment inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 976/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαλεβίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1441/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2700/07 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ως πράγματα κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, μολονότι έχουν προταθεί ή η λήψη υπόψη μολονότι δεν έχουν προταθεί ιδρύουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατά το πρώτο μέρος του, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση το σφάλμα της μη λήψης υπόψη ισχυρισμών της αναιρεσείουσας οι οποίοι αφορούσαν στις παρακάτω πλημμέλειες της από 7-5-2007 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ..., η οποία προσκομίσθηκε ως έγγραφο από την αναιρεσίβλητη: "1) δεν συμπεριέλαβε, το υπό εξέταση υλικό, το μοναδικό κοινώς αποδεκτό έγγραφο που έφερε την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα το πρωτότυπο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, 2) στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη μνημονεύονται δείγματα υπογραφών που έθεσε αυτή στις 8-3-2007, δηλαδή πριν από την υποβολή εκ μέρους της, της έγκλησης στις 27-3-2007, 3) μνημονεύονται υπογραφές με αρίθμηση Μ16-Μ32, ως δείγματα της υπογραφής της σε αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής, τα οποία ήταν ανυπόγραφα και τα κρατούσε η ίδια, με αποτέλεσμα να είναι εύκολο στον οποιονδήποτε να τις υπογράψει, δ) οι υπογραφές της με αρίθμηση Μ1-Μ15 αμφισβητούνται και ότι στις συμβάσεις εργασίας που υπέγραφε αυτή (αναιρεσίβλητη), οι φερόμενες ως γνήσιες υπογραφές της έχουν τεθεί σε θέσεις που δεν υπάρχουν οι υπογραφές του εργοδότη της, ενώ είναι γνωστό ότι στα ιδιωτικά συμφωνητικά υπογράφουν και οι δύο οι συμβαλλόμενοι." Ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενοι σ'αυτόν ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αιτήματος αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αλλά αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προκειμένου να ανατραπεί η αποδεικτική αξία προσαχθέντος από τον αντίδικο εγγράφου και επομένως η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δικ., γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ11/2005).

Από τις διατάξεις των άρθ. 368 επ. Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι πραγματογνωμοσύνη είναι το αποδεικτικό μέσο που διατάσσεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ' αίτηση διαδίκου και η οποία πρόκειται να αξιοποιηθεί στα πλαίσια της ίδιας δίκης. Πραγματογνωμοσύνη, η οποία διενεργήθηκε στα πλαίσια προηγούμενης ποινικής δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή στα πλαίσια άλλης μεταξύ αυτών δίκης, δεν θεωρείται ως πραγματογνωμοσύνη κατά την έννοια του άρθ. 368 επ.

Κ.Πολ.Δικ., αλλά αξιολογείται με τα λοιπά έγγραφα. Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, δηλαδή όταν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, δηλαδή όταν υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία, ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/99, 24/92).

Η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα, α) θεώρησε ως έγκυρη την προαναφερθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ..., και τη δέχθηκε χωρίς αιτιολογία, ενώ αυτή είχε τις προαναφερθείσες πλημμέλειες που την καθιστούσαν ανίσχυρη και β) δεν αιτιολόγησε την κρίση του γιατί δεν αναιρείται το συμπέρασμα του ως προς την πλαστογράφηση της υπογραφής της αναιρεσίβλητης στις αποδείξεις πληρωμής, από την γραφολογική γνωμάτευση που συνέταξε η ..., και που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα).

Έτσι λοιπόν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας σε ουσιώδη ζητήματα ως προς την έκβαση της δίκης. Οι λόγοι όμως αυτοί, ο πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, και ο δεύτερος, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και όχι από τον αριθμό 11, όπως εσφαλμένως αναγράφει η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και στο αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς.

Επειδή, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι έχει αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν και κατά τα Σάββατα. Η σχετική δε επίμαχη περικοπή της προσβαλλομένης έχει ως εξής: "...

Από όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνεται ότι η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στην αναιρεσείουσα από τον Απρίλιο του 2004 μέχρι και 31-5-2006 ως δασκάλα χορού καθημερινώς και τα Σάββατα ... . Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αφού η σχολή είχε τουλάχιστον τριάντα μαθητές και τα τμήματα που λειτουργούσαν ήταν των 8 ατόμων,ενώ μαθήματα χορού έκαναν οι ιδιοκτήτες της σχολής είναι προφανές ότι ήταν απαραίτητη και η απασχόληση και άλλου ατόμου για την εκπαίδευση των μαθητών ...".

Με αυτή την παραδοχή του το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ως άνω ζήτημα της εργασίας της αναιρεσίβλητης και κατά τα Σάββατα, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την αληθή έννοια της πιο πάνω διατάξεως, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η συμβολή του στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, την εκτίμηση όμως αυτή, που πραγματοποιεί ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας, η διάταξη του άρθρου 561παρ.1 του ΚΠολΔ δεν επιτρέπει στον 'Αρειο Πάγο να την ελέγξει.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, για να σχηματίσει την κρίση του το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε το βιβλίο εσόδων της αναιρεσείουσας, όχι όμως αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο, αλλά σε συνδυασμό προς όλες τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να εξάρει ειδικώς τη συμβολή του στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, που καταλογίζει στην προσβαλλομένη ότι κατά την εκτίμηση του εγγράφου αυτού (βιβλίου εσόδων αναιρεσείουσας) όπου έχει περαστεί η Νο 600/28-12-2004 απόδειξη ποσού 300 Ευρώ, προέβη σε παραμόρφωση αυτού με το να δεχθεί ότι η ανωτέρω απόδειξη καταχωρήθηκε σ'εκείνο στις 12-4-2004,ενώ από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει ότι η ως άνω απόδειξη καταχώρήθηκε στην πραγματικότητα στις 17-1-2005 και απ'αυτό αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη ήταν μαθήτρια στη σχολή της αναιρεσείουσας για το διάστημα πριν από τον Απρίλιο του 2005 και ότι η ως άνω απόδειξη είχε δοθεί σ'αυτή μαζί με άλλες για τα δίδακτρα που είχε καταβάλει, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.2700/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ