Legislator Case Law & Legislation
976/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and facts under Articles 559 and 561 of Civil Procedure Code.

Case Number 976/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision, ruling that the grounds for annulment were inadmissible. The appellants alleged procedural errors regarding the interpretation of inheritance laws and the court's failure to consider specific facts about their residence and lack of knowledge of a will. The court rejected these claims because the appeal petition failed to clearly identify the specific legal error under Article 559 and did not provide the necessary factual premises required by Article 561 to challenge the lower court's assessment of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 559, and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must clearly and concisely state the legal error alleged to allow the Supreme Court to verify if it falls under the grounds for annulment, and for errors in substantive law, the critical factual premises supporting the lower court's decision must be explicitly set out.

Keywords

AI generated
grounds for annulment substantive law error factual premises legal error specification inadmissible appeal Code of Civil Procedure assessment of facts

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 976/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) α...............β................ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ..............., 2) ...........,3) .............,4) α. .............,β...............,γ. .............., δ. ................, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ..................... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ..................., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Παπαχρίστου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-1994 αγωγή των αρχικών διαδίκων .............., ...............και των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/19945 του ίδιου Δικαστηρίου και 900/1997 μη οριστική και 464/2002 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη επί της οποίας εκδόθηκε η 811/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο εξέδωσε την 248/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος την από 26-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-5-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της με αριθμό 248/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές αυτής ή να γίνεται μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης, με παράθεση αν πρόκειται για βάση αγωγής ένστασης ή αντένστασης, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996, 1/1995 και 20/2005).

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αριθ.8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα τους, επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή τους, οι από τους αριθ.1, 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες που συνίστανται στο ότι αυτή 1) εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1710 ΑΚ, διότι "οι παραδοχές αυτής ότι επήλθε η εκ διαθήκης διαδοχή, μολονότι η διαθήκη αυτή δεν δημοσιεύθηκε ούτε η ύπαρξή της ήταν γνωστή στους αναιρεσείοντες συνεπάγονται την κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων κατά την μερίδα εκάστου των αναιρεσειόντων, αφού αυτή (προσβαλλόμενη) δέχεται περαιτέρω ότι οι αναιρεσείοντες κατοικούσαν στο επίδικο (έστω και αν εσφαλμένως αναφέρει ότι κατοικούσαν ως φιλοξενούμενοι) και κατ' ακολουθία απέκτησαν καλοπίστως τη νομή των κληρονομιαίων υπολαμβάνοντες δικαιολογημένα ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, η κατάσταση δε αυτή διήρκεσε 35 έτη από του θανάτου του κληρονομηθέντος", 2) στερείται νόμιμης βάσης διότι "χωρίς νόμιμη αιτιολογία απέρριψε τον ουσιώδη ισχυρισμό μας ότι ο ............

είχε οριστεί πληρεξούσιός μας σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας εκ της εξ αδιαθέτου πατρικής κληρονομίας, δεχόμενη ότι ο ανωτέρω δεν έκανε ποτέ χρήση του πληρεξουσίου κατά τη διενέργεια νομικών πράξεων στο επίδικο, χωρίς όμως να αναφέρει καμία τέτοια νομική πράξη, διότι, πράγματι, δεν υπήρξε πράξη σχετική με το επίδικο ακίνητο που να απαιτεί επίδειξη συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου" και 3) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 249, 1041, 1045 και 1710 ΑΚ, διότι "έσφαλε εξοφθάλμως δεχόμενη αφενός ότι δεν γνωρίζαμε την ύπαρξη της διαθήκης και αφετέρου ότι κατοικούσαμε στο επίδικο ως φιλοξενούμενοι.

Είναι φανερό ότι αφού δεν γνωρίζαμε την ύπαρξη της διαθήκης, θεωρούσαμε καλοπίστως..., προφανής περίπτωση ματαίωσης της εκ διαθήκης διαδοχής είναι και η μη δημοσίευση ούτε η εμφάνιση καθ' οιονδήποτε τρόπο της διαθήκης....η περί κλήρου αγωγή υπέπεσε σε παραγραφή, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και όπως ισχυριστήκαμε ενώπιον του Εφετείου".

Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνίσταται στο ότι "Το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμό μας ότι στο επίδικο κατοικήσαμε κατά καιρούς με τις οικογένειές μας ως συγκύριοι, πράγμα απολύτως φυσικό αφού, μη γνωρίζοντας την ύπαρξη της διαθήκης, θεωρούσαμε ότι είμαστε εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι".

Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, και συγκεκριμένα ο πρώτος διότι δεν παρατίθενται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, ο τρίτος διότι δεν προσδιορίζεται το ζήτημα, δηλαδή ο αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες πρέπει να είχαν επικαλεστεί για τη θεμελίωσή του, ο τέταρτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ο δεύτερος διότι τα εκτιθέμενα σ' αυτόν περιστατικά δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό ούτε και παρατίθενται τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή πρόταση αυτών στο Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2006 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 248/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ