Supreme Court dismisses appeal against local council regarding statute of limitations and procedural absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the Municipality of Karpeneisi, which was heard in absentia. The appellants argued that the lower court erred in applying the statute of limitations to claims predating 2006, while the municipality contended the claims were time-barred. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding the six-month limitation period for public authorities and rejected the constitutional arguments as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2, 559 no. 1, 568 paras. 4-5, 90 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the hearing in the absence of the appellee if legally summoned, and the lower court's application of the statute of limitations to claims against public authorities is not a violation of constitutional rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 975 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 975/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Α. του Γ., 2) Κ. Κ. του Γ. και 3) Δ. Τ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Καρπενησίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Καρπενήσι Ευρυτανίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 3467/18-6-2010. Εκδόθηκαν η 1750/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 2364/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 482/13-6-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 9407/9-10-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Σ. Α., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (19-2-2019), καθώς και κλήση των αναιρεσειόντων προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο Καρπενησίου για να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τελευταίο. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου (19-2-2019) ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2.Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί της νομικής βασιμότητας αυτής κρίση του ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 222/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή προσαυξήσεων για νυκτερινή εργασία, για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυκτερινή γι' αυτές προσαύξηση, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή νυκτερινής εργασίας και η παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές, αργίες και νύκτα, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται.
3.Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-5-2010 ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη και κατά της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη), οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν με συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα οι συμβάσεις τους είχαν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, σε εκτέλεση προγραμματικών συμβάσεων, για την υλοποίηση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, σύμφωνα με την ΚΥΑ 34100/1999 και τα άρθρα 15 και 20 του ν. 2639/1998, που υπογράφηκαν μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου (Υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δημόσιας Τάξης), του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, αφού επελέγησαν ως δικαιούχοι άνεργοι, ως φύλακες των σχολικών κτιρίων του εναγομένου Δήμου Καρπενησίου, κατά το χρονικό διάστημα από 29-1-2001 έως 16-6-2006, απασχολούμενοι επί 22 ημέρες μηνιαίως και κατά τις Κυριακές και αργίες, σε οκτάωρη βάση με το σύστημα των βαρδιών (η πρώτη από 07:00 έως 15:00, η δεύτερη από 15:00 έως 23:00 και η τρίτη από 23:00 έως 07:00).
Ότι στην περίπτωσή τους τυγχάνει εφαρμογής το π.δ. 410/1988 και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες, κατ' άρθρο 89 του άνω διατάγματος, εφαρμόζονται και σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο ίδιο νομοθέτημα.
Ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και μετά την έκδοση της 6/2005 απόφασης του ΑΣΕΠ, οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου από 16-6-2006 και ότι ο εναγόμενος, για το προ της κατάταξης χρονικό διάστημα, δεν τους κατέβαλε (πέραν των παράνομων υπερωριών, των εξόδων κίνησης, του επιδόματος γάμου και του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2006) και τα εκεί αναφερόμενα ποσά, οφειλόμενα, με βάση την καταβαλλόμενη σε αυτούς ημερήσια αποζημίωση από 35,22 ευρώ, ως προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, εργασίας Κυριακών και αργιών και νυκτερινής γι' αυτές προσαύξηση, παραθέτοντας για τον καθένα σε πίνακες τις απογευματινές και βραδινές βάρδιες ανά μήνα και συνολικά κατ' έτος και το σύνολο των Κυριακών και αργιών για κάθε βάρδια ξεχωριστά (πρωινή, απογευματινή και βραδινή) κατ' έτος του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 29-1-2001 έως 16-6-2006.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, κατά το ως άνω κεφάλαιο, είναι αόριστη, διότι, ενόψει του ότι η προσαύξηση εκ ποσοστού 25% για νυκτερινή εργασία και 75% για εργασία Κυριακών και αργιών, την οποία δικαιούνται και οι απασχολούμενοι με απλή σχέση εργασίας, υπολογίζεται επί των νομίμων αποδοχών, ο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμός της νυκτερινής εργασίας και της εργασίας Κυριακών και αργιών, καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό της αναλογούσας προσαύξησης, με βάση τις νόμιμες, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, αποδοχές, δεδομένου ότι το καθοριζόμενο από διατάξεις των ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, στις ρυθμίσεις των οποίων υπάγονται, διαφοροποιείται εντός του ίδιου έτους, δεν καθίσταται δυνατός ο επιμερισμός των Κυριακών και αργιών και λοιπών ημερών της εβδομάδας (κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες), στα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, για τα οποία καθορίζονται τα εκάστοτε ημερομίσθια, καθόσον οι σχολικοί φύλακες φέρουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη και το νόμιμο ημερομίσθιο αυτών, βάσει του οποίου θα εξευρεθεί το ωρομίσθιό τους για τον υπολογισμό της προσαύξησης, είναι το εκάστοτε καθοριζόμενο από διατάξεις των ΕΓΣΣΕ ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, αόριστη την αγωγή, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας, δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται
α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας,
β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και
γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/ 2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ. 2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.
Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/ 1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012).
5.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
6.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2364/2017 απόφασή του και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι με την 34100/1999 (ΦΕΚ Β' 2131/8-12-1999) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την 2701/16-11-1999 απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στα άρθρα 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από άνεργους απόφοιτους λυκείου, ηλικίας 25 έως 64 ετών, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας 24 μηνών.
Ότι το Πρόγραμμα προέβλεπε δύο φάσεις, την πρώτη, διάρκειας 11 μηνών, με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση των συμμετεχόντων και την τοποθέτησή τους σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ και τη δεύτερη, διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των συμμετεχόντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Ότι δικαιούχοι του Προγράμματος ήσαν πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Ότι στο πλαίσιο της ως άνω υπουργικής απόφασης, καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτήν προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της πρώτης εναγομένης (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), για την πραγματοποίηση του Προγράμματος και εκπονήθηκε από τους εν λόγω φορείς το κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής αυτού.
Ότι, στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) Δήμος Καρπενησίου και των συμμετεχόντων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), καταρτίσθηκαν, στο πλαίσιο του Προγράμματος, μεταξύ αφενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Καρπενησίου και αφετέρου των εναγόντων, οι από 29-1-2001 συμβάσεις συνεργασίας με διάρκεια 11 μήνες.
Ότι, με τις συμβάσεις αυτές, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και, για να αποκτήσουν αντίστοιχη εργασιακή εμπειρία, να απασχοληθούν σε βάρδιες εργασίας, επί 8 ώρες ημερησίως και επί 22 ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα, στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, στα οποία θα τοποθετούσε τον καθένα από αυτούς ο εναγόμενος ΟΤΑ.
Ότι, αντίστοιχα, ο Δήμος Καρπενησίου ανέλαβε την υποχρέωση να κατανείμει τους ενάγοντες στα σχολικά κτίρια που έπρεπε να επιλέξει, να προμηθευθεί και διαθέσει σε αυτούς τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας αυτών κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας ενός εκάστου, να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για τον έλεγχο της συνεργασίας με τους ασκούμενους φύλακες και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ πίνακες με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και με το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης αυτών, να συγκεντρώνει τα ημερήσια δελτία συμβάντων και παρουσιών, να συμπληρώνει, με βάση τα δελτία αυτά, το μηνιαίο δελτίο παρουσίας των ασκουμένων, προς πιστοποίηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης αυτών από την ΕΕΤΑΑ και, τέλος, να εποπτεύει την εν γένει οργάνωση και εφαρμογή του Προγράμματος εντός της εδαφικής του αρμοδιότητας.
Ότι, παράλληλα, η ΕΕΤΑΑ ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του Προγράμματος και περιορίσθηκε στην καταβολή σε κάθε ασκούμενο φύλακα της ορισθείσας αποζημίωσης για τη συμμετοχή του σε αυτό. Ότι οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, παρατάθηκαν την 29-12-2001 έως την 30-6-2002 και ακολούθως, μετά τη λήξη τους την 30-6-2002, ανανεώθηκαν διαδοχικά με παρόμοια συμφωνητικά συνεργασίας μέχρι την 30-6-2006, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων στην περιοχή του Δήμου Καρπενησίου.
Ότι την 16-6-2006 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων, του εναγομένου Δήμου και της ΕΕΤΑΑ ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης συνεργασίας, με το οποίο οι ανωτέρω συνομολογούν και αποδέχονται, εκτός των άλλων, ότι "η ένταξη των ασκουμένων φυλάκων στα σχολικά συγκροτήματα του Δήμου, σύμφωνα με το π.δ. 164/2004, σε οργανικές θέσεις με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δήμου Καρπενησίου Ευρυτανίας, καθιστά το από 19-4-2006 σύμφωνο συνεργασίας μεταξύ ΕΕΤΑΑ, Δήμου Καρπενησίου και ασκουμένων φυλάκων ως αυτοδικαίως λυθέν από την ημερομηνία ένταξής τους στις σχετικές οργανικές θέσεις και συνεπάγεται εφεξής τη μη περαιτέρω συμμετοχή των ασκουμένων φυλάκων στο εν λόγω πρόγραμμα" Ότι, στη συνέχεια, ύστερα από σχετική γνωμοδότηση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου και απόφαση του ΑΣΕΠ, οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων μετατράπηκαν σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από 16-6-2006 αυτοί κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της υπηρεσίας του Δήμου Καρπενησίου (κατ' εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004).
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω συμφωνητικών συνεργασίας, που ανανεώνονταν διαδοχικά, μέχρι την κατάταξή τους, το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίσθηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Ότι καθ' όλο το διάστημα που κάλυπταν τα ανωτέρω συμφωνητικά, οι ενάγοντες, αφού παρακολούθησαν ενημερωτική συνάντηση, προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο Δήμο, εκτελώντας καθήκοντα φύλακα των σχολείων, όπου τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι επί οκτώ ώρες σε μία από τις τρεις βάρδιες κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε.
Ότι, επομένως, η σχέση που συνέδεε τον εναγόμενο Δήμο και τους ενάγοντες ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, όπου εργοδότης τους ήταν ο τελευταίος, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αμοιβής και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.
Ότι καθ' όλο το παραπάνω διάστημα της απασχόλησής τους οι ενάγοντες λάμβαναν μόνο την ημερήσια αμοιβή των 35,22 ευρώ, χωρίς ο εναγόμενος να τους καταβάλει το επίδομα γάμου και το επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2006, όπως όφειλε. Ότι αντίθετα, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, κατά τον επίδικο χρόνο, τελούσαν σε απλή σχέση εργασίας και, συνεπώς, δεν τυγχάνουν εφαρμογής γι' αυτούς α) οι επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 60 παρ.1, 4 και 5 του π.δ. 410/1988, οι οποίες εφαρμόζονται και για το προσωπικό των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, και του άρθρου 1 παρ.5 εδ.
α' της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, σύμφωνα με τις οποίες το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων των ΟΤΑ ανέρχεται σε 7,5 ώρες ημερησίως και 37,5 ώρες εβδομαδιαίως, αλλά οι διατάξεις των ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα με τις οποίες το νόμιμο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε 8 ώρες ημερησίως και, συνεπώς, μη νομίμως αιτούνται την επιδίκαση σε αυτούς αποζημίωσης λόγω υπερωριακής απασχόλησης κατά μισή ώρα ημερησίως, και β) οι επικαλούμενες διατάξεις των ΚΥΑ που προβλέπουν την παροχή εξόδων κίνησης (2/71516/0022/12-12-2001, 2/31607/0022/17-6-2002, 2/35576/0022/ 13-7-2005 και 2/50025/0022/3-10-2006) του προσωπικού ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας, ούτε εξάλλου οι ενάγοντες επικαλούνται περιστατικά παραβίασης της αρχής της ισότητας εκ μέρους του εργοδότη τους έναντι των συναδέλφων τους, που ελάμβαναν την αντίστοιχη παροχή και συνεπώς μη νομίμως αιτούνται την επιδίκαση της παροχής αυτής.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού υπολόγισε, για το χρονικό διάστημα από 10-5-2004 έως 15-6-2006, το επίδομα γάμου των εναγόντων και το επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2006 με βάση το νόμιμο ημερομίσθιο, το προβλεπόμενο από τις ΕΓΣΣΕ κατά τα αντίστοιχα διαστήματα, επιδίκασε για τις αιτίες αυτές (εν μέρει αναγνωριστικά και εν μέρει καταψηφιστικά) σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 528,30 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2006 και το ποσό των 1.500,42 ευρώ για επίδομα γάμου του ως άνω χρονικού διαστήματος, για δε το προγενέστερο της 10-5-2004 ένδικο χρονικό διάστημα δέχθηκε ότι οι αξιώσεις αυτές υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.
Κατόπιν αυτών, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε ως προς τον εναγόμενο Δήμο εν μέρει την εκεί εκκαλουμένη 1750/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της) και δη κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, λόγω παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του επιδόματος εορτών Πάσχα έτους 2006 και του επιδόματος γάμου του χρονικού διαστήματος από 10-5-2004 έως 15-6-2006, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά.
7.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ενάγοντες συνδέονταν με τον εναγόμενο Δήμο Καρπενησίου με σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που δεν είχαν ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, τελούσαν σε απλή σχέση εργασίας και, ως εκ τούτου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι προαναφερόμενες ΚΥΑ, που προβλέπουν την παροχή εξόδων κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 60 παρ.1, 4 και 5 του π.δ. 410/1988 και 1 παρ.5 εδ.
α' της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, σύμφωνα με τις οποίες το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων των ΟΤΑ ανέρχεται σε 7,5 ώρες ημερησίως και 37,5 ώρες εβδομαδιαίως, αλλά ισχύει γι' αυτούς το καθιερωθέν με την 14-2-1984 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΓΣΕΕ οκτάωρο ημερησίως με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης, και μετά από αυτά απέρριψε το κονδύλιο αποζημίωσης, λόγω (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης κατά μισή ώρα ημερησίως, καθώς και το κονδύλιο αποζημίωσης για έξοδα κίνησης.
Το Εφετείο, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα ως άνω κονδύλια, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με τη μη εφαρμογή τους, ούτε τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και τις διατάξεις του ν. 3205/2003 και του άρθρου 1 παρ.4 εδ.β' του ν. 3320/2005. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
8.Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005).
Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1/2012), ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, ούτε και στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (πρβλ ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει, επίσης, διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ίδιου νόμου, η παραγραφή διακόπτεται "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" και "β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση [...] της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. [...]". Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμόδια αρχή για πληρωμή της ίδιας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης.
9.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε επί του ζητήματος της παραγραφής, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 29-1-2001 έως 10-5-2004 (πέραν εκείνων που κρίθηκαν ως αόριστες), έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή και προχώρησε στην κατ' ουσία διερεύνηση μόνο των μεταγενέστερων.
Ειδικότερα, εξετάζοντας την καθ' υποφορά, προς απόκρουση ένστασης παραγραφής, προταθείσα με την αγωγή αντένσταση των εναγόντων, την οποία επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης, ότι σε κάθε περίπτωση αυτοί έχουν διακόψει την παραγραφή όλων των επιδίκων αξιώσεών τους με την άσκηση της προγενέστερης, στρεφόμενης κατά του ήδη εναγομένου, από 21-12-2007 και με αριθμό κατάθεσης 2779/2007 αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την οποία είχαν επιδώσει σε αυτόν, όσον και με τις ….48/10-5-2006 και ….98/22-12-2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, τις οποίες νομίμως κοινοποίησαν στον εναγόμενο Δήμο, την απέρριψε κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις από το έτος 2001 μέχρι την 10-5-2004 [δηλαδή έκρινε ότι όσες από τις ένδικες αξιώσεις (εκτός των κριθέντων ως αορίστων) είχαν γεννηθεί μέχρι την 10-5-2004 (ήτοι δύο χρόνια πριν από την υποβολή της πρώτης των ως άνω αιτήσεων, με αριθμό …48/10-5-2006, στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου) είχαν υποκύψει στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και προχώρησε στην κατ' ουσία διερεύνηση μόνο των μεταγενέστερων].
Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή παραγραφή, το Εφετείο εφάρμοσε προσηκόντως τις περί παραγραφής διατάξεις που αναφέρθηκαν, ο δε πρώτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι, δεχόμενη η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή παραγραφή, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 παρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος.
10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα υπέρ του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικασθούν, λόγω μη συμμετοχής του τελευταίου στην αναιρετική δίκη και εντεύθεν μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 106).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 482/13-6-2018 αίτηση για αναίρεση της 2364/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 31η Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ