Supreme Court dismisses appeal on marital property participation claim due to insufficient evidence of contribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding marital property participation. The appellant argued that the lower court failed to consider specific bank transfer records and expert valuations proving his financial contribution to the property's increase. The court rejected this claim, ruling that the lower court had explicitly acknowledged and evaluated all submitted evidence, including the disputed documents, thereby validating its finding of no contribution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400(1) of the Civil Code; The right to claim participation in the increase of one spouse's assets requires proof of contribution, which is presumed at one-third unless proven otherwise, and the lower court's evaluation of evidence is binding absent clear error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 975 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 975/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή.
Της αναιρεσίβλητης: Ό. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-7-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 5-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του Α.Κ. : "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.
Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση.
Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, κατά το άρθρο 1390ΑΚ(ΑΠ3/2016).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή, εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ολΑΠ7/2006).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β’ του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή γενικών αρχών, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα, αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής αιτιολογία, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, ενώ αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Δεν υπάρχει δε ανεπάρκεια αιτιολογίας ,όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ575/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος, τα ακόλουθα:" Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 24-11-1991 στο χωριό … Κεφαλληνίας, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο τέκνα, την Κ. που γεννήθηκε στις 25-3-1993 και την Α. που γεννήθηκε στις 26-5-1996.
Η έγγαμη συμβίωσή τους λύθηκε με την 76/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας στις 22-10-2008, κατόπιν της 22-10-2008 δηλώσεως παραιτήσεως των διαδίκων από όλα τα ένδικα μέσα...Κατά το χρόνο του γάμου τους η ενάγουσα, (ήδη αναιρεσίβλητη), δεν είχε κινητή ή ακίνητη περιουσία και ο εναγόμενος,( ήδη αναιρεσείων), με το υπ’ αριθμ. .../20-3-1985 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβ/φου Κεφαλληνίας Γ.
Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου, τύγχανε κύριος οικοπέδου εμβαδού 717 τ.μ. στον οικισμό ... Κεφαλληνίας αντικειμενικής αξίας 700.000 δραχμών. Στο οικόπεδο είχε κατασκευαστεί πριν το γάμο, ημιτελής κατοικία (στάδιο σκελετού), αποτελούμενη από ισόγειο 100 τ.μ. και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, εμβαδού 100τ.μ.. Μετά το γάμο αποπερατώθηκε αποτελούμενη από το ισόγειο στο οποίο υπάρχουν δύο υπνοδωμάτια, μία σαλονοκουζίνα, σαλονοτραπεζαρία και μπάνιο και ο πρώτος όροφος με τρία υπνοδωμάτια, σαλόνι, τραπεζαρία και δύο μπάνια.
Ο περιβάλλων χώρος διαμορφώθηκε με μάντρες περιμετρικά και παρτέρια, χώρο αποθήκης 5 τ.μ. και χώρο γκαράζ 30 τ.μ. Η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του γάμου εργάστηκε ως σχεδιάστρια στο γραφείο του πολιτικού μηχανικού Μ. Κ.. Προκύπτει από τα δελτία ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών του Ι.Κ.Α. ότι είχε τα ακόλουθα εισοδήματα:
Το έτος 19911.085.560 δραχμές, το έτος 1992 1.088.792 δραχμές, το έτος 1993 1.693.161 δραχμές, το έτος 19942.158.010 δραχμές, το έτος 1995 2.417.231 δραχμές, το έτος 1996 2.172.885 δραχμές, το έτος 1997 2.666.293 δραχμές, το έτος 1998 2.625.762 δραχμές, το έτος 1999 2.786.331 δραχμές, το έτος 2000 2.872.015 δραχμές και το έτος 2001 3.099.773 δραχμές. Συνολικά δε 24.665.813 δραχμές ή 72.387 ευρώ.
Επίσης, στις 3-9-1997 έλαβε δάνειο από τον ΟΕΚ, ποσού 4.000.000 δραχμών, που αναλώθηκε για την εκτέλεση εργασιών στην οικοδομή (δάπεδα, μονώσεις, κουφώματα, ερμάρια, σιδηρουργικές εργασίες, χρωματισμοί, θέρμανση κ.λ.π.). Για το δάνειο εγγράφηκε υποθήκη στο ακίνητο υπέρ ΟΕΚ....., το οποίο εξοφλήθηκε το 2001...... Ο εναγόμενος στους ίδιους χρόνους εργαζόταν ως μάγειρας εμπορικού ναυτικού ως προκύπτει από τον 79/2003 πίνακα θαλάσσιας υπηρεσίας Ναυτικού του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας.
Από τις φορολογικές του δηλώσεις προκύπτει ότι έλαβε τα ακόλουθα ποσά: Το έτος 1992 3.111.344 δραχμές, το έτος 1993 4.797.377 δραχμές, το έτος 1994 7.115.617 δραχμές, το έτος 1995 4.976.814 δραχμές, το έτος 1996 3.976.055 δραχμές, το έτος 1997 4.208.513 δραχμές, το έτος 1998 2.637.690 δραχμές, το έτος 1999 5.927.418 δραχμές, το έτος 2000 8.889.157 δραχμές, το έτος 20013.921.214 δραχμές, το έτος 2002 7.671.887 δραχμές συνολικά δε 57.233.086 δρχ.
ή (67.962,10 ευρώ). Το έτος 2001 έλαβε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 25.000.000 δρχ. ή 73.367,57 ευρώ... για την αποπεράτωση της οικίας με εγγυήτρια την ενάγουσα.
Το κόστος εργασιών επί του σκελετού της οικίας αποτιμάται στο ποσό των 36.372.937 δραχμών...Επίσης, ο εναγόμενος αγόρασε το 2004 ένα αυτοκίνητο μάρκας Huyndai αξίας, στο χρόνο λύσης του γάμου, 3.000 ευρώ. Η εμπορική αξία της οικοδομής, στο χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και στο χρόνο συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με υπολογισμό της προσαύξησης του ετησίου πληθωρισμού από της αποπερατώσεως μέχρι τους άνω χρόνους ανέρχεται σε 230.500 ευρώ (χωρίς τον σκελετό που προϋπήρχε), δεδομένης και της αξίας των ακινήτων της περιοχής ...
και της εκτίμησης της αντικειμενικής αξίας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ανέρχεται ως εξής: α) ο πρώτος όροφος σε 1.100 ευρώ/τ.μ., ήτοι 110.000 ευρώ, β) ο δεύτερος όροφος σε 1.100/τ.μ., ήτοι 110.000 ευρώ, γ) το γκαράζ σε 300 ευρώ/τ.μ. στο ποσό των 9.000 ευρώ (30.τ.μ.) και δ) η αποθήκη σε 300 ευρώ/τ.μ. ήτοι 1.500 ευρώ (5 τ.μ.). Ο εναγόμενος, επομένως, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα σύζυγο του αύξησε την περιουσία του κατά 230.500 ευρώ στη διώροφη οικοδομή και 3.000 ευρώ στην αξία του αυτοκινήτου ,ήτοι κατά 233.500 ευρώ...
Στον υπολογισμό της τελικής περιουσίας του εναγόμενου, θα πρέπει να αφαιρεθεί, ως παθητικό, το ποσό των 55.718,58 ευρώ που αποτελεί το υπόλοιπο του δανείου που πρέπει να αποπληρωθεί μέσα στην επόμενη δεκαετία, έστω και αν η λήψη του δανείου έγινε και το ποσό διατέθηκε για την ολοκλήρωση της κατοικίας.....Αποδεικνύεται, ακόμη, ότι η ενάγουσα από το ποσό των 24.665.813 δραχμών που εισέπραξε ως εισόδημα από την εργασία της, διέθεσε το 1/3 για τις ανάγκες διαβίωσης της οικογένειας, ήτοι 8.221.937 δραχμές το υπόλοιπο δε, αλλά και 4.000.000 δραχμές, διέθεσε για την αποπεράτωση της κοινής τους οικίας, ποσά που συνιστούν τη δική της συμβολή στην περιουσιακή αύξηση του εναγομένου συζύγου, τα οποία αναγόμενα στην αξία χρήματος του 2010 έτους, ανέρχονται σε 55.000 ευρώ.
Επιπλέον, η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ασχολούνταν με τη διαχείριση του οίκου, την ανατροφή και φροντίδα των τέκνων, λόγω της εργασίας του εναγομένου ως ναυτικού. Πλήρως αποδεικνύεται ότι υπάρχει συμβολή της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγόμενου, η οποία, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1400 § 1 εδ.
β Α.Κ. πρέπει να καθοριστεί στο 1/3 της επαύξησης αυτής, ήτοι στο ποσό των [(230.500 ευρώ - 55.718,58) - 3] = 58.260,47 ευρώ, απορριπτομένης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της σχετικά προβαλλόμενης, προς απόκρουση του άνω τεκμηρίου, ένστασης του εκκαλούντος - εναγομένου, που επαναφέρει με λόγο εφέσεως, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία είχε αναγνωρίσει μεγαλύτερο ποσό ως συμβολή της ήδη αναιρεσίβλητης στην περιουσιακή του επαύξηση κατά τη διάρκεια του γάμου τους, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της και ανεγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να της καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 58.260,47 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400παρ.1ΑΚ,διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά το τεκμήριο του 1/3 και την απόρριψη της ,περί μηδενικής συμβολής της, ένσταση του τελευταίου.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η ένστασή του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην περιουσιακή του επαύξηση ,είναι απαράδεκτες, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, πλήττεται αποκλειστικά η κατ’ άρθρο 561παρ.1ΚΠολΔ μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση περί παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την απόρριψη της εν λόγω ένστασης (συνιστωμένων αυτών στο ότι "δεν συνάδει με την λογική η αναιρεσίβλητη που αποκέρδαινε περί τα 2.000.000 δραχμές ετησίως να δύναται να αποπληρώσει πρόωρα, ήτοι μέσα σε τρία χρόνια από την λήψη του το δάνειο του ΟΕΚ ,συνεισφέροντας παράλληλα το 1/3 των εισοδημάτων της για τις ανάγκες διαβίωσης της οικογένειας και το υπόλοιπο για αποπεράτωση της οικοδομής"),είναι επίσης απαράδεκτη, διότι ανεξαρτήτως του ότι το επικαλούμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας δεν συνιστά τέτοιο, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Το αποδεικτικό πόρισμα περαιτέρω της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος είναι επαρκώς αιτιολογημένο, σαφές και μη αντιφατικό, αφού η αναφορά του ποσού των 230.500 ευρώ, κατά το οποίο δέχεται το Εφετείο, ότι ο αναιρεσείων αύξησε την περιουσία του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, είναι σαφές, ότι αφορά την αξία της οικοδομής μόνο και όχι του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε, (για το οποίο υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι είχε αποκτηθεί από τον αναιρεσείοντα πριν την τέλεση του γάμου του, όπως και ο επ’ αυτού ανεγερθείς από τον ίδιο σκελετός, την αξία των οποίων και δεν συνυπολόγισε στο ποσό της επαύξησης), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση και αναφορά της αξίας των ανωτέρω, μη ληφθέντων υπόψη για την επαύξηση της μετά τον γάμο περιουσίας του.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του, προβαλλόμενες με τους δεύτερο και πέμπτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης κατ’ εκτίμηση αμφότεροι από το άρθρο 559 αριθμ. 19ΚΠολΔ είναι αβάσιμες.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 β’ του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π.11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι παραδεκτώς προέβαλε ενώπιον του με λόγους έφεσης, α)την ένστασή του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και β)τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης περιουσίας ιδιοκτησίας του την οποία απέκτησε προ του γάμου του με την τελευταία, την αξία της οποίας δεν αφαίρεσε από το συνολικό ποσό των 230.500 ευρώ που δέχθηκε ως αποκτηθείσα κατά τη διάρκεια του γάμου τους περιουσία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς ,τον πρώτο από τους οποίους απέρριψε ρητά, και τον δεύτερο εκ του πράγματος, αποδέχθηκε, μη συνυπολογίζοντας στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου αναιρεσείοντος την αξία της προϋπάρχουσας περιουσίας του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο(ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. ΙΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, απορριπτικού της ένστασής του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και του ουσιώδους ζητήματος της αξίας της επίδικης οικοδομής δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσεκόμισε και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: 1)την 746ΔΑ/080/20-5-2001 απόδειξη κατάθεσης της Εθνικής Τράπεζας ποσού 1.841.276 δραχμών από την οποία προέκυπτε ότι ο ίδιος εξόφλησε το δάνειο που είχε λάβει τυπικά στο όνομά της η αναιρεσίβλητη από τον Ο.Ε.Κ.
και 2) την ανάλυση εκτίμησης του αρχιτέκτονα-μηχανικού Α. Χ., σε συνδυασμό με τις από 25-8-2Θ11 , 26-8-2011 , 27-8-2011 και 28-8-2011 εκθέσεις εκτίμησης αυτού. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", τις αιτιολογίες και το περιεχόμενο της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, για μερικά από τα οποία μάλιστα και συγκεκριμένα τις από 25-8-2011,26-8-2011 και 28-8- 2011 εκτιμήσεις του αρχιτέκτονα-μηχανικού Α.
Χ. κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης(αρθρ.176,183ΚΠολΔ),που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2015 αίτηση του Γ. Ν. για αναίρεση της 14/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ